Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Όγιε Κόμο Βα

Ξαφνικά συνέβησαν όλα. Και ξαφνικά τελείωσαν.

Γιώργος Ζαλπιγγίδης, ετών 45 και αισίως μακελάρης.
Μπήκε στη ντίσκο της εφηβείας του μία νύχτα και ξεκλήρισε ένα σωρό θαμώνες. Έτσι χωρίς λόγο. Φταίει το νέφος, το άγχος, η ανεργία, το κυκλοφοριακό, αλήθεια δε ξέρω να σας πω όμως ο Γιώργος, ο Ζαλπιγγίδης έκλεισε εικοσιένα σπίτια.

Στην πόρτα τον ήξεραν, ήταν παλιός γνώριμος. Γιώργης ο Ογιεκομοβάς, έτσι έγραψε ιστορία, από τον καιρό που κολλούσε μπριγιαντίνη και χόρευε λάτιν.

Ο γιε κομοβά, ντι ρίτμο…
Από εκεί του έμεινε η ρετσινιά, είχε αφήσει εποχή. Μετά τον άφησε αυτή.

Χάθηκε από τη νύχτα, πήγε φαντάρος και παρακάλεσε να μπει στο δημόσιο. Δε κατάφερε πολλά, όμως στη ντίσκο συνέχιζε να πηγαίνει. Όταν έπαιζε χρηματιστήριο, όταν έπαιρνε δανειάκια, όταν βούλιαζε στον τζόγο, ο Ογιεκομοβάς κάθε Σάββατο βρισκόταν εκεί.

Από τη μια δουλειά στην άλλη, έτσι μουρμούριζαν μεταξύ τους όσοι είχαν καιρό να μάθουν νέα του. Είτε είχε ζόρια είτε όχι, ο τύπος έδινε κανονικά το παρόν.

Μέχρι τέλους, μέχρι την τελευταία του ανάσα. Δεν διάλεξε που θα γεννηθεί, ήξερε όμως πολύ καλά που ήθελε να πεθάνει. Στο κέντρο της πίστας.

Δυο διαδοχικές σφαίρες καρφώθηκαν στο στήθος του. Γύρω του πτώματα και η ντισκομπάλα να ανακλά βαθύ κόκκινο, σαν τις ένδοξές της μέρες.

Αύγουστος του ‘11, στο κέντρο απεργία, στη πλατεία συγκέντρωση και τα πλοία ταξίδευαν για τα νησιά. Πόσο απελπισμένος έπρεπε να είναι κάποιος για να τη βγάλει σε εκείνο το παλιό στέκι με τους ξεθωριασμένους τοίχους…

Κι όμως, η ιστορία έδειξε πως το μαγαζί ήταν γεμάτο. Σαραντάρηδες που αναπολούσαν τα νιάτα τους, πιτσιρίκια που αναζητούσαν άγνωστες δεκαετίες, τελειωμένα καμάκια και περίεργοι περαστικοί.

Διάφορες ράτσες κρατούσαν ζωντανό ένα μέρος θρυλικό, κάθε Σάββατο, αρκούσε.

Πιστός στο προκαθορισμένο ραντεβού που σπάνια είχε χάσει, ο Ογιεκομοβάς ντυνόταν όπως μόνο αυτός ήξερε κι έσπευδε να διατηρήσει το θρύλο του. Στα κλεισίματα ο ντιτζέι του έκανε χάρη κι έπαιζε το κομμάτι, από Πουέντε, από Σαντάνα, από όποια διασκευή γούσταρε και κουβαλούσε.

Τότε ο Γιώργης άρχιζε τα δικά του, η πίστα άδειαζε κι ένα μαγαζί χάζευε κινήσεις μαγικές. Τις δούλευε από μικρό παιδί, μόλις του αγόρασαν το Χόντα με την υπόσχεση να βγάλει δίπλωμα και να μην πίνει, εκείνος τις είχε τελειοποιήσει, ήταν έτοιμος…

Γκόμενα χωρίς το Όγιεκομοβά δεν έβγαζε. Χωρισμός χωρίς τοΌγιεκομοβά δεν υπήρχε. Ο Γιώργης ήταν μια λάτιν μηχανή, ζούσε για ένα τραγούδι σα να είχε γραφτεί και παιχτεί μονάχα για τη πάρτη του.

Κάποιοι κορόιδευαν πως στο γάμο του είπε τον παπά να αφήσει τον χορό του Ησαΐα και να πιάσει Τίτο Πουέντε. Κανείς δε ξέρει αν παντρεύτηκε ποτέ. Μπορεί και να το έκανε, αλλά τότε ήταν μόνος. Ιστορία παλιά που δε άξιζε να ρωτήσεις…

Αυτό που καταλάβαιναν όλοι ήταν πως είχε μείνει άφραγκος, χωρίς δουλειά και το διαμέρισμα συλλογή σε μια τράπεζα. Νόμιζαν πως ζούσε στα πάρκα ή σε κάτι χαμόσπιτα μαζί με τα πρεζόνια. Όμως ελάχιστοι ήξεραν πως ο Γιώργης, ο Ογιεκομοβάς βρισκόταν σε τόσο τραγική κατάσταση, που το αφεντικό τον άφησε να κοιμάται μέσα στη ντίσκο.

Αδιανόητο, για τον ίδιο. Κανένας Θεός δε κατοικεί στον τόπο λατρείας του. Ο ναός αποτελεί τον χώρο που οι πιστοί αναζητούν τον Θεό τους, όχι εκεί που κάποτε θα τον βρουν.

Ο Γιώργης είχε βάλει δυο καναπέδες στη σειρά, τους σκέπαζε με ένα παλιο πανί από την αποθήκη και άραζε εκεί. Τις μέρες που το μαγαζί έμενε ανοικτό, έκανε βόλτες, περιπλανιόταν στην πόλη. Πάλευε με το παρελθόν και τις αναμνήσεις του.

Σε ώρα προχωρημένη, είχε στάνταρ ένα μέρος καβάντζα. Λουζόταν και φορούσε τη «στολή», έπαιρνε ύφος βαριεστημένο κι έκανε είσοδο εντυπωσιακή με τον πορτιέρη να κάνει τεμενάδες.

Το πρόγραμμα έκλεινε με το τραγούδι του.

Ο γιε κομοβά, ντι ρίτμο…

Πάντοτε, κάθε φορά, φαινόταν πως δυσανασχετούσε, μεγάλη πουτάνα. Τον πλησίαζε ο ένας και ο άλλος, του ζητούσαν να χορέψει μα αυτός τρελαινόταν για παρακάλια και το πήγαινε ως εκεί που τον έπαιρνε.

Μετά, μόλις καταλάβαινε πως γινόταν βαρύς κι ασήκωτος, πετούσε ένα «εντάξει λοιπόν» και τη ίδια στιγμή είχε βρεθεί στην πίστα κέντρο. Η συνέχεια μαγική και το κοινό του ευλαβικό.

Ήταν το προμελετημένο φινάλε του μαγαζιού, τέτοιο που κανείς δε βαριόταν, όσες φορές κι αν το τύχαινε. Να δεις τον Ογιεκομοβά στα φόρτε του ήταν κάτι σαν το πατσά μετά το ξενύχτι. Βάλσαμο, το άλας μια νύχτας που αν δεν υπήρχε θα έμενε άνοστη...

Τα πράγματα όμως είχαν αγριέψει. Λαθρεπιβάτης στο καράβι της νιότης του, ο Γιώργης τρελαινόταν μέρα με τη μέρα.

Κάθε πρωί που δε μπορούσε να γράψει το μέλλον του. Κάθε ξημέρωμα που δε είχε κοιμηθεί από τα βάσανα. Μόνος του σε μια σφραγισμένη ντισκοτέκ που άνοιγε Παρασκευές και Σάββατα.

«Εδώ είμαστε», τον παρηγορούσε το αφεντικό όποτε του έφερνε φαί πακέτο, κρυφά για να μη τον πάρει πρέφα κανείς και γκρεμιστεί ο μύθος.

«Αύριο θα φτιάξει», απαντούσε εκείνος χωρίς να το πολυπιστευεί. Κι αύριο και την επαύριο και τη μέρα μετά, ο Γιώργης ζούσε στη σκιά για μεγάλο διάστημα, κόντευε χρόνος.

Πρέπει να τον βάρεσε η ζέστη, δεν εξηγείται αλλιώς. Ναι αυτό πρέπει να συνέβη…

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011 και κάπου προς τη Κυριακή πετάει έκτακτο δελτίο.

Φονική συμπλοκή σε γνωστή ντισκοτέκ, δεκάδες νεκροί.

Ποιος να φανταστεί πως στη καθιερωμένη στιγμή λατρείας του, ο Ογιεκομοβάς έσπασε…

Πέταξε την καμπαρντίνα στο ρυθμό και τράβηξε αυτόματο. Που το βρήκε ακόμα δε μάθαμε. Θολωμένος, εγκλωβισμένος σε έναν παρατεταμένο κενό της λογικής, γυρνούσε γύρω από τον εαυτό του, πατώντας τη σκανδάλη.

Οι τοίχοι, οι καναπέδες, η μαρμάρινη σκακιέρα στη πίστα, το ανοικτό στο στέρνο πουκάμισο… όλα γίνονταν κόκκινα σε κάθε στροφή του Γιώργη.

Με ρυθμό αλλά δίχως εξήγηση.

Μερικοί πρόλαβαν και γλίτωσαν. Αυτοί ειδοποίησαν τους μπάτσους, γέμισε ο τόπος.

Η μουσική τελείωσε, μα ο ντιτζέι κείτονταν σωριασμένος και τραγούδι δεν άλλαξε. Οι ασφαλίτες μιλούσαν του Ογιεκομοβά αλλά εκείνος ήταν αλλού, μακριά…

Παράκουσε στις εντολές τους και καθώς εξακολουθούσε να κρατά το όπλο με άγριες διαθέσεις, δεν άργησε πολύ, του την άναψαν.

Δευτέρα στη εφημερίδα, μάθαμε πως ήταν αυτός ο φονιάς.

Ο Ζαλπιγγίδης, που ήταν Ηρακλής και παλιά πήγαινε γήπεδο, που έκανε κανά χόρτο που και που μα ποτέ δεν έφτασε στην ένεση, που τα είχε καλά με όλους μα δε δενόταν με κανέναν.

Που κάποιος θυμόταν πως πέρασε από το ΚΚΕ και πως κάποτε κλώτσησε έναν σκύλο έξω από μια καντίνα με βρώμικα. Ο Γιώργης ο Ζαλπιγγίδης, ο Ογιεκομοβάς που ξαφνικά βρέθηκε στην επικαιρότητα με τη ζωή του μέσα σε σουρωτήρι, στα κανάλια, στις φυλλάδες και τα μπλογκς.

Μήπως κάποιος νους βγάλει συμπεράσματα για το κακό που μας βρήκε εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ Σαββάτου.

Ογιεκομοβάς, ο μακελάρης.

Άραγε έφταιγε η κρίση, τα αδιέξοδα, η αριστερά ή το φαινόμενο του θερμοκηπίου;

Συμπεράσματα δε βγήκαν ποτέ, την επόμενη βδομάδα η χώρα έπαψε να θρηνεί, όλοι έφυγαν διακοπές και έπειτα κανείς δεν είχε διάθεση για αναλύσεις.

Το πένθος έμεινε σε εικοσιένα οικογένειες, μόνο αυτές δε ξέχασαν. Το ρολόϊ για εκείνους σταμάτησε μερικά δεύτερα πριν τελειώσει το τραγούδι.

Ο γιε κομοβά, ντι ρίτμο…

Μεσ’ το καράβι για τα νησιά άκουγα δυο πουθενάδες να μιλάνε με τις ώρες, για το μακελειό. Αντιμετώπιζαν το ζήτημα με τόση αφέλεια που προκαλούσαν αηδία.

Τους ζήτησα να πουν τυχαία εικοσιένα ονόματα φίλων τους, ένα προς ένα. Τον Μάκη, τον Τάκη, τον Λάκη, όποιον ήθελαν, αρκεί να έβγαιναν τόσα, εικοσιένα όσες οι ψυχές που χάθηκαν με αυτόν τον άδικο τρόπο.

Ο ένας με γαμοσταυρισε κι έφυγε, όμως ο άλλος το δοκίμασε. Ανταλλάξαμε ένα βλέμμα και μετά έβγαλε τον σκασμό. Σα να κατάλαβε κάτι…

Ο Ογιεκομοβάς ήταν φίρμα, από την καλή και από την ανάποδη. Μα δεν έχει πλέον σημασία γιατί έχει πεθάνει. Μαζί με τους θαυμαστές του, μαζί με την εποχή του.

Ο Γιώργης είχε χωρέσει τη ζωή του σε ένα κομμάτι και το κομμάτι τέλειωσε, δε το διαδέχτηκε κάποιο άλλο, μονάχα οδυρμοί και κατάρες.

Ο Ζαλπιγγίδης δεν ήταν κακό παιδί, είχε πλάκα και στυλ. Μέλλον δεν είχε. Και αυτό ήταν η αιτία να σπάσει ξαφνικά. Να τα κάνει όλα πουτάνα, να πάρει κοσμάκη στο λαιμό του.

Ήταν έτσι από παλιά; Τι έφταιγε πραγματικά;

Ο γιε κομοβά, ντι ρίτμο…
Μάλλον ποτέ δε θα καταλήξουμε κάπου. Κι αν τα καταφέρουμε, δε θα έχει καμία σημασία.

Μη τα ψάχνεις τέτοια ώρα.

Συμβαίνουν αυτά, μακριά από μας και καλό καλοκαίρι.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Γκάντης

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011