Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Ο αξιότιμος κύριος Τσουτσέκης

(φωτο: Σπύρος Π.)

Στο κέντρο της πόλης, εκεί που κατέληγε η μεγάλη πορεία, τα πράγματα είχαν αγριέψει. Αμέτρητα κεφάλια έτρεχαν κυνηγημένα από ένα σύννεφο δακρύων, αφήνοντας χώρο στα κράνη και τις κουκούλες.
Πέτρες, ξύλο, μπινελίκια και οι ασπίδες να αντανακλούν τη λάμψη από τα σπασμένα μπουκάλια που πλημμύρισαν την άσφαλτο.
Δύσκολη εποχή, συνηθισμένη μέρα.
Οργή και αδιέξοδα, γέμισαν στους δρόμους συνηθισμένους ανθρώπους. Όλοι έλουζαν το αόρατο προσωπείο της εξουσίας με διάφορα κοσμητικά επίθετα. Αρκετοί επικεντρώνονταν σε πολιτικούς και μεγιστάνες, ενώ μερικοί έφταναν να τα βάζουν με άστοχους συμβολισμούς.
Γι ακόμη μια χρονιά το Χριστουγεννιάτικο δέντρο είχε λαμπαδιάσει και οι καπνοί σχημάτιζαν μια μαύρη φάτνη στον ουρανό.
Αυτό κοιτούσε ο Ιωάννης Τσουτσέκης καθώς γυρνούσε με την τζιπάρα σπίτι από εναλλακτική διαδρομή. Ψιλά γράμματα για τον απόλυτο άρχοντα της πόλης.
Εκείνον δεν τον έπιαναν τα σκάγια της οργής.
Ούτε ψεύτης, ούτε κλέφτης.
Εξάλλου ο Ιωάννης Τσουτσέκης πίστευε πως οι πολιτικοί ήταν αναλώσιμοι και οι πλούσιοι παρεξήγηση. Φρόντιζε οι φίλοι του να ανήκουν στη μία ή την άλλη κατηγορία, όσο χρειαζόταν για να πετύχει τον σκοπό του:
Την εξουσία!
Αυτός κινούσε τα νήματα όταν οι υπόλοιποι διακινούσαν χρήμα ή νομοθετούσαν. Απαραίτητος για όλους, είχε καταφέρει να επιβιώνει κάτω από οποιαδήποτε συγκυρία, σαν τη κατσαρίδα.
Διευθυντής σε μια υπηρεσία, όμως οι γνωριμίες του τον έκαναν περισσότερο διευθυντή από τους υπόλοιπους. Αποφάσιζε, έπειθε και άφηνε τους υπόλοιπους να εκτελούν τις εντολές του.
Έτσι, στον σκληρό κόσμο ενός Τσουτσέκη, οι ταραχές και ο ξεσηκωμός δεν ήταν τίποτε περισσότερο από δέκα λεπτά επιπλέον διαδρομής για το σπίτι.
Ενώ οι περισσότεροι έδειχναν απεγνωσμένοι από τα αποτελέσματα των φόρων και των νόμων, εκείνος βάδιζε δίπλα τους με περιφρόνηση. Αν η κυριαρχία έμελλε να είναι το υπέρτατο αγαθό, η ευτυχία ήταν πλεονασμός και η δυστυχία ολίσθημα.
Όλοι ασχολούνταν με το Μνημόνιο.
Το ερμήνευαν, το καταριόντουσαν, το έτρεμαν και το συζητούσαν.
Η «καλημέρα» φορούσε πρόσημο και τα νέα έφταναν με δεκαδικά ψηφία.
Είχε όμως άραγε σημασία;
Ήταν αδιάφορος αν ο κόσμος προχωρούσε με το κεφάλι ψηλά ή κατεβασμένο, αν μειώθηκαν οι μισθοί ή αν εξακολουθούσε να υφίσταται μέλλον. Γιατί απλά, όποτε μετρούσε κεφάλια, ο αριθμός έμενε αμετάβλητος!
Πειθαρχημένος, πρακτικός και ορισμένες φορές παράλογος.
Ο Τσουτσέκης κουβαλούσε ένα σπάνιο μεταλλαγμένο μικρόβιο εξουσίας που το καταπολεμούσε μονάχα αν έβλεπε γύρω του υποτακτικούς ή αν καταμετρούσε την ισχύ των αποφάσεών του.
Είχε και ένα σπίτι με αυλή, όχι πολύ μεγάλο, μια γυναίκα με παρόμοια μυαλά και δυο παιδιά να παίζουν στον κήπο όσο ο μπαμπάς έβλεπε τηλεόραση.
Ποτέ ειδήσεις, μονάχα ντοκυμαντέρ στο τσοντοκάναλο. Να ηρεμεί, να μαζεύει δυνάμεις και να συνεχίζει ακάθεκτος το έργο του. Εξάλλου τι νόημα είχα να ενημερώνεται για κάτι που ο ίδιος με τόσο κόπο διαμόρφωνε.
Στις φιλοδοξίες δε χωράνε συναισθηματισμοί, έλεγε, πόσο μάλλον η νοσταλγία. Όμως διαρκώς πετύχαινε τους στόχους του και κοιτούσε ψηλότερα.
Παρ’όλα αυτά είχε φίλους, συγκεκριμένους κάθε περίοδο και βαθμίδα. Ήταν τέτοια η συγκρουσιακή σχέση της εξέλιξης με την νοοτροπία του, που ουδέποτε κράτησε δεσμούς με το παρελθόν.
Κάθε γαλόνι που κέρδιζε ο Τσουτσέκης, κάθε προαγωγή, έριχνε στα μάτια του τις προηγούμενες παρέες. Τις θεωρούσε υποδεέστερες και δίχως ενοχές κολλούσε σα βδέλλα σε νέους, ισχυρότερους κύκλους, με προοπτική...
Ποτέ στη ζωή του δεν αισθάνθηκε την επιθυμία να συναντήσει κάποιον παλιό φίλο, να ρωτήσει που βρίσκεται ή να μάθει τα νέα του. Σιγά μην έριχνε το επίπεδό του.
Υπήρχε όμως μια και μόνο μέρα, που όλες του οι αναμνήσεις επέστρεφαν στο υποσυνείδητο και τον γέμιζαν τύψεις. Η παραμονή των Χριστουγέννων...
Κάτι τον έπιανε. Τότε το καθίκι δεν ήξερε πως να κρυφτεί.
Κάθε πρωί παραμονής, εξαφανιζόταν δίχως προειδοποίηση.
Έφτανε πεζός κι απεριποίητος στο κέντρο της πόλης. Χανόταν στις εικόνες και τους ήχους τον γιορτών. Τυχαία κρυφοκοίταζε τις ζωές των υπολοίπων. Μέσα από αυτές ξαναθυμόταν πρόσωπα και αναγεννούσε χαρούμενα σκηνικά.
Μόνο έτσι, μόνο για μια μέρα.
Όποτε γύριζε και του ζητούσαν εξηγήσεις, είχε απάντηση.
«Είχα πάει στο χτες», δήλωνε με χαρακτηριστικό στόμφο και το έληγε εκεί.
Αυτό ακριβώς συνέβη και την φετινή παραμονή.
...
Πριν ξυπνήσουν στο σπίτι, ο Τσουτσέκης ντύθηκε πρόχειρα και κατευθύνθηκε εκεί που την προηγούμενη ημέρα γινόταν μακελειό. Οι υπάλληλοι που ο ίδιος διοικούσε είχαν προλάβει να καθαρίσουν τα αποκαΐδια, διαμορφώνονταν ένα λιγότερο μουντό τοπίο.
Είχε κοζάρει ένα παγκάκι στην εξωτερική μεριά του πάρκου. Από εκεί μπορούσε να παρατηρήσει μεγάλο μέρος της κίνησης χωρίς να δίνει στίγμα και να γίνεται αντιληπτός από τους περαστικούς.
Κάθισε κι έκανε υπομονή.
Μόλις άνοιξαν τα μαγαζιά, εμφανίστηκαν τα πρώτα παιδιά, ακούστηκαν τρίγωνα και τραγούδια. Σιγά σιγά, ο μεταλλικός ήχος έφτανε στα αυτιά του από κάθε κατεύθυνση.
Το βλέμμα του χανόταν, οι σκέψεις έτρεχαν και εικόνες ξεχασμένων φίλων αποτυπώνονταν στο μυαλό του.
«Που να βρίσκεται ο τάδε;» αναρωτιόταν, αλλά πριν τον πεθυμήσει περνούσε στον επόμενο.
«Κι ο άλλος τάδε;;; Μήπως άραγε τα κατάφερε στη ζωή του;», αμέτρητοι φίλοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον πριν κατασταλάξουν και γίνουν ενοχές.
Όταν σήκωσε για λίγο το κεφάλι και κοίταξε τριγύρω, ο δρόμος είχε γεμίσει από στρατιές πιτσιρικάδων με κόκκινο σκουφί, σακούλες δώρα και τσέπες που κουδούνιζαν.
Συνέχισε διατηρώντας τον ίδιο ειρμό και βυθίστηκε ξανά στις αναμνήσεις του.
Ήθελε να τους θυμηθεί όλους, να μην αφήσει κανέναν αμνημόνευτο.
Ενώ κόντευε μεσημέρι και ο Τσουτσέκης τέλειωνε την μακροσκελή κατάλογο προδοσίας, δέχτηκε μια απρόσμενη συνάντηση.
«Να τα πούμε;» ακούστηκε μια τσιριχτή φωνή.
Σπάνια κάποιο πιτσιρίκι πλησίαζε τους τύπους στα παγκάκια.
Δίχως να αποσπαστεί και σχεδόν παραμιλώντας, ο Τσουτσέκης αρνήθηκε και με μια κοφτή κίνηση του χεριού έκανε σα να τους διώχνει.
«Άσε μας να τα πούμε. Δε ζητάμε λεφτά», η φωνή επέμεινε και του τράβηξε το μπατζάκι του παντελονιού για να του τραβήξει την προσοχή.
Τότε ήταν που τα κοίταξε πρώτη φορά και ο βαρύς μονόχνοτος άνθρωπος είδε κάτι εντελώς διαφορετικό.
Δυο ζουζουνάκια, ένα κορίτσι, το πολύ δέκα χρονών με τον μικρό της αδελφό. Είχαν ντυθεί με εντυπωσιακές ανατολίτικες φορεσιές και είχαν ξεχυθεί τους δρόμους.
«Λέτε τα κάλαντα;», ξαφνιάστηκε από το θέαμα.
«Λέμε ευχές», εξήγησε η μικρή με το τυρκουάζ φόρεμα και το στολισμένο κεφάλι.
«Είστε Χριστιανοί;» απόρησε.
«Όχι κύριε, δεν είμαστε», μαζεύτηκε εκείνη.
«Μα τα Κάλαντα είναι χριστιανικό έθιμο», τους ξενέρωσε.
«Λάθος κάνετε! Είναι γιορτή!», πετάχτηκε τσαμπουκαλεμένος ο μπόμπιρας!
«Στη λάθος γιορτή ήρθες μικρέ. Φύγετε τώρα», εκνευρίστηκε ο Τσουτσέκης που ήταν μαθημένος να μη του αντιμιλά κανένας.
«Είναι γιορτή κύριε! Και η γιορτή είναι για όλους», τραύλισε φοβισμένη η μικρή.
«Να πάτε σπίτια σας. Από εκεί που ήρθατε», τους απείλησε
«Σήμερα λέμε ευχές», είπε και το πίστευε ο μικρός.
«Να τις πείτε στην πατρίδα σας, στους δικούς σας», νευρίασε ακόμα περισσότερο.
«Εδώ είναι η πατρίδα μας», είπαν μαζί και μαζεύτηκαν τρομαγμένα.
Δεν τους απάντησε. Αρκέστηκε να τους κοιτάξει αγριεμένος.
«Κρυώνω...» παραπονέθηκε στην αδελφή του ο μικρός για να την πείσει να φύγουν.
Απογοητευμένοι και οι δυο συνέχισαν για τον επόμενο. Με την ελπίδα εκείνος να μην είναι τόσο μαλάκας όσο ο προηγούμενος.
Αφού έκαναν μερικά βήματα, η μικρή που είχε βουρκώσει, του ευχήθηκε.
«Καλές γιορτές. Μαζί με τους φίλους σας»
Τον κοίταξε στα μάτια, γύρισε το κεφάλι και απομακρύνθηκε κρατώντας από το χέρι τον αδελφό της.
Ο Τσουτσέκης δε θα φανταζόταν ποτέ πως τα λόγια ενός παιδιού θα τον χτυπούσαν τόσο. Κανένα δράμα και καμιά φωνή δε γινόταν να αλλάξει τον σκατοχαρακτήρα.
Όμως ο οίκτος του κοριτσιού σε μια στιγμή αδυναμίας λειτούργησαν έτσι, που για πρώτη φορά στη ζωή του, εκείνος ήθελε να ευχαριστήσει κάποιον.
Κατάλαβε το λάθος του και σηκώθηκε από το παγκάκι, όμως τα παιδιά είχαν ήδη προχωρήσει αρκετά.
«Σταθείτε», φώναξε μερικές φορές μέχρι να γυρίσουν και έτρεχε προς το μέρος τους.
Μόλις τον είδαν, τρομοκρατήθηκαν. Ποιος ξέρει τι θα τους έκανε.
Τσίριζαν και έτρεχαν μέσα στο πλήθος. Το ίδιο και ο Τσουτσέκης.
Σπάνια τα παρατούσε, ήταν αποφασισμένος να τα φτάσει και κόντεψε να τα καταφέρει.
Λίγο πριν τα σταματήσει, δέχεται μια τρικλοποδιά και σωριάζεται. Αμέσως μετά, δυο άντρες τον σηκώνουν, το παίρνουν καροτσάκι και τον πάνε κάπου απόμερα.
«Εσύ είσαι ρε καριόλη;» ρώτησε ο πιο δυναμωμένος, ένα θεριό, πόρτα σε κωλόμπαρο.
Όμως ο Τσουτσέκης δε κατάλαβε τίποτα. Δε μίλησε και η σιωπή του καλλιέργησε ακόμη περισσότερες υποψίες στους δυο τύπους.
«Λέγε ρε...» τον απείλησαν, βρήκαν άνθρωπο...
Φαίνεται πως κάποιος περίεργος είχε ενοχλήσει πιτσιρίκια νωρίτερα και εκείνοι βάλθηκαν να τον μαζέψουν. Αν ο αξιότιμος κύριος Τσουτσέκης ζούσε στον πραγματικό κόσμο και όχι στον δικό του, θα το είχε αντιληφθεί αμέσως.
«Σε παρακαλώ...» τους έκανε με μια έμφυτη υπεροψία.
Αυτό τους εξόργισε όσο έπρεπε για δώσουν το έναυσμα.
«Ελάτε, πιάσαμε τον ανώμαλο», φώναξαν και σε χρόνο ρεκόρ μια αγέλη από ντουλάπες περικύκλωσε τον Τσουτσέκη. Τότε μόνο συνειδητοποίησε που είχε μπλέξει.
«Μα τι λέτε; Είστε σοβαροί; Δεν είμαι αυτός», διαμαρτυρήθηκε.
«Τούτος είναι! Σίγουρα...» πετάχτηκε ένας απ’ τους πολλούς.
Η εντροπία του ανένδοτου όχλου. Πάντοτε αυξάνεται, ποτέ το αντίθετο.
Κανείς τους δεν έκατσε να ασχοληθεί με το αν ο κορδωμένος χαρτογιακάς ήταν αθώος ή όχι. Ήταν αρκετή μια διαπίστωση ώστε να γίνει κοινή για όλους.
Στα δευτερόλεπτα που το «Σίγουρα» πέταξε ως τα αυτιά των υπολοίπων, ο Τσουτσέκης είχε δικαστεί, είχε κριθεί ένοχος και ήταν αντιμέτωπος με την τιμωρία.
«Αφήστε με...» πρόλαβε να πει πριν η πρώτη γροθιά του κλείσει το στόμα.
Οι επόμενες έφτασαν από κάθε πλευρά μέχρι που δεν άντεξε.
Ξαπλώθηκε και κουλουριάστηκε για να αποφύγει τη μανία των αγνώστων.
Κάθε κλωτσιά και μια ερώτηση: «Θα το ξανακάνεις;»
Ο Τσουτσέκης δεν είχε καμία απάντηση.
Κάθε κλωτσιά και πόνος αφόρητος. Η μία μετά την άλλη.
Ο Τσουτσέκης δεν αισθανόταν καθόλου πόνο.
Λιποθύμησε αναίσθητος.
...
Όταν συνήλθε, ήταν τόσο μουδιασμένος που δε καταλάβαινε πόσο άσχημα ήταν χτυπημένος. Προσεκτικά, με αργές κινήσεις σήκωσε τον καρπό και σκούπισε τα μάτια του από το αίμα.
Διαπίστωσε πως τον είχαν παρατήσει πίσω από έναν κάδο και είχε νυχτώσει.
Κάποιος θα τον έψαχνε, υπέθεσε. Ήλπιζε μόνο να τον βρει σύντομα.
Προσπάθησε μα δε μπορούσε να σταθεί όρθιος. Σύρθηκε προς τον έρημο δρόμο, μήπως γίνει αντιληπτός.
Παραμονή Χριστουγέννων και για έναν ανεξήγητο λόγο, τα φώτα ήταν σβηστά.
Η πόλη γνωστή, μα στους δρόμους δε κυκλοφορούσε ψυχή ζώσα.
Ο αξιότιμος κύριος βρισκόταν αντιμέτωπος με τον πραγματικό του εαυτό.
Ένας άντρας πληγωμένος και μόνος.
Δεν υπήρχαν πλέον υποτακτικοί, διευθυντές, αναρχικοί και μπάτσοι.
Έψαχνε να ψελλίσει ένα όνομα για βοήθεια, δε του ερχόταν ούτε ένα.
Ούτε καν η καν η οικογένεια του, απ’ το σπίτι με την αυλή και το τσοντοκάναλο.
Μέχρι η γυναίκα και τα παιδιά του, έμεναν κοντά του για συγκεκριμένο λόγο.
Λόγο που έλειπε καθώς εκείνος εξακολουθούσε να έρπεται στα σκοτάδια.
Ακόμα και σε αυτή την άθλια κατάσταση, ο Ιωάννης Τσουτσέκης παρέμενε ένας ενοχλητικά περήφανος άνθρωπος.
Οι κινήσεις του υπενθύμιζαν πως πονούσε. Αντί να φωνάξει βοήθεια, εκλιπαρώντας για το έλεος κάποιου περαστικού, δαγκωνόταν από εγωισμό και συνέχιζε να σέρνεται.
Αν είχε ίχνος ελπίδας μέσα του, τότε μάλλον θα είχε απελπιστεί.
Ένοιωθε τις λιγοστές δυνάμεις να τον εγκαταλείπουν όμως δεν ήταν από εκείνους που θα έπεφταν χωρίς μάχη.
Ξάπλωσε ανάσκελα, κοιτούσε τον παγωμένο άναστρο ουρανό και έφερε τα δυο του χέρια στο στέρνο. Ουδέποτε προσευχήθηκε, για κανέναν και για τίποτα.
«Πίστεψε!», ψιθύρισε μια φορά.
Ο Τσουτσέκης, βρέθηκε να προσεύχεται. Από συμφέρον φυσικά, να σώσει το τομάρι του, αλλά κι αυτό πίστη δήλωνε.
«Πίστεψε!», επανέλαβε και δεν απευθυνόταν στον εαυτό του.
Ξανά και ξανά, δε σταμάτησε και δε απογοητεύτηκε.
Ένας Θεός ξέρει που ακριβώς απευθυνόταν, αλλά είχε αφιερωθεί σε αυτό.
«Πίστεψε!», συνέχιζε ώσπου ο νους του συντονίστηκε με τα λόγια.
Κάποια στιγμή κουράστηκε. Σιώπησε αλλά δεν έπαψε να σκέφτεται την ίδια φράση.
Έκλεισε τα μάτια και μαζί με τη φράση εμφανίζονταν οι φίλοι του!
Ξάφνου, αντιλαμβάνεται ένα γυναικείο βάδισμα. Ο ήχος από τα τακούνια πλησίαζε προς το μέρος του και καθώς γινόταν εντονότερος, γινόταν γρηγορότερος.
«Είσαι καλά;» ακούστηκε να του λέει μια κοπελίτσα όταν σταμάτησε.
Δεν έβγαλε λέξη, φανερά εξουθενωμένος. Εκείνη γονάτισε και με προσεκτικές κινήσεις, τον έφερε σε καθιστή στάση και τον άφησε να ακουμπήσει στον ώμο της.
«Σε σάπισαν», διαπίστωσε μόλις φάνηκαν τα σημάδια από το λιγοστό φως του δρόμου.
«Σε ευχαριστώ», απάντησε εκείνος κι έδειχνε να το εννοεί.
«Ω ρε πούστη, περίμενε», όταν πήρε χαμπάρι πως το καλό της φόρεμα γέμισε αίματα.
Κοίταξε το ρολόι της και είχε ήδη αργήσει στο ραντεβού της.
Αποκλείεται, δε θα προλάβαινε με τίποτα. Και δε μπορούσε να τον αφήσει έτσι.
Έβγαλε το κινητό της από το τσαντάκι και περιέργως δεν είχε σήμα.
«Όχι τώρα...» φώναξε κι έπειτα έβριζε αδιάλειπτα.
Ο Τσουτσέκης σήκωσε το δάχτυλο και εκείνη έσπευσε αμέσως πλάι του.
«Με λένε... Ιωάννη...», και ψηλάφισε για να βρει το πορτοφόλι του αλλά μάταια.
Τα παλικάρια είχαν ήδη στρώσει τραπέζι κάπου μακριά.
«Όχι τώρα ρε Γιαννάκη! Μετά αυτά...» θύμωσε και συνέχισε να ψάχνει σήμα.
Έβαλε τις φωνές. Κανείς δεν ανταποκρινόταν.
Τα είχε πάρει άγρια και μόλις το κατάλαβε έπιασε σφυγμό.
«Άκου...», την προέτρεψε.
«Δεν ακούω τίποτα! Ένα ρεπό είχα στον μήνα πάνω. Τρεις με περίμεναν και θα τη βγάλω με το σκήνωμα...» τα πήρε ξανά.
«Άκου...», επανέλαβε γιατί εννοούσε κάτι διαφορετικό.
Μόλις εκείνη σταμάτησε, πρόσεξε τρεις άντρες να πλησιάζουν.
«Γρήγορα!», τους κάλεσε.
Όμως αμέσως μόλις τους διέκρινε, έπαψε να είναι τόσο ενθουσιώδης.
Ήταν τρεις φαντάροι με πλήρη εξάρτηση. Περίπολος σωστή.
«Τι έγινε γκατζόλια; Επανάσταση;» ειρωνεύτηκε.
«Άδικα ψάχνεις σήμα, δε πιάνει εδώ» διευκρίνισε ο πιο παλιός.
«Τι λες; Πως κι έτσι;», συνέχισε με νεύρο.
«Εδώ πάνω στην ερημιά μανίτσα μου, πως να έχει σήμα;» την άφησε άναυδη.
«Σώπα μωρέ... Πόσο βύσμα είχες για να χτυπάς σκοπιά στα τσιμέντα; Μάθανε τώρα, όλοι οι τσάτσοι πνεύμα πουλάνε...» δε μαζευόταν πουθενά.
«Με τον πόνο μας παίζεις κοπελιά;» βόγκηξαν και οι τρεις μαζί, χορωδία!
Ο Τσουτσέκης παρατηρούσε τι γινόταν γύρω του και το μόνο που έκανε είναι να επαναλαμβάνει «Πίστεψε!»
Την πλέον πολυσύχναστη βραδιά της πόλης, τρεις φαντάροι και μια γκόμενα, λογομαχούσαν καταμεσής ενός έρημου δρόμου και τον αγνοούσαν πλήρως.
«Και δε μου λέτε παλικάρια... Τούτον εδώ τι θα τον κάνω;» απορίας άξιο.
Γύρισαν το βλέμμα τους και τον κοίταξαν προσεκτικά.
«Να τον πας πίσω, από εκεί που τον βρήκες...» σχολίασε ο τρίτος στη σειρά.
«Μα εδώ τον βρήκα, Με το κηδειόχαρτο παραμάσχαλα», διευκρίνισε εκείνη.
«Που; Εδώ;» ξαφνιάστηκαν.
«Ναι ρε σεις. Χύμα, στα σκουπίδια δίπλα...» είπε και έδειξε το σημείο.
«Ασ’τον εκεί τότε. Μεθαύριο θα περάσει το πλοίο της αγάπης!», πούλησε ένας πνεύμα, μα δεν έπιασε τιμή.
Ο αξιότιμος κύριος ήταν ένα μεγάλο βαρίδι. Έμειναν να τον κοιτάζουν όλοι, όμως κανείς τους δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες.
«Σειρούλες, θα αργήσουμε. Πρέπει να συνεχίσουμε», αγχώθηκε ο παλιός.
«Τι; Θα μας αφήσετε;» είπε έντρομη εκείνη.
«Δε γίνεται αλλιώς», δυσανασχέτησαν.
«Ρε παιδιά... Πάρτε τον μαζί! Θα μας μείνει! Χριστούγεννα είναι!», έσπειρε τύψεις.
«Αποκλείεται! Και πως θα τον δικαιολογήσουμε στον λοχαγό; Θα μπλέξουμε. Μας βλέπω να υπηρετούμε και του χρόνου τις γιορτές... Ξέχνα το....»
«Γαμώ τα στρατά σας φλώροι! Πεθαίνει ρε ο άνθρωπος!», ξεσπά και κλωτσά τον κάδο οργισμένη.
Ο πιο ψύχραιμος πλησιάζει τον Τσουτσέκη. Ρώτησε αν έχει δικούς του ανθρώπους όμως εκείνος έγνεψε αρνητικά. Όπως φάνηκε, ήταν μόνος. Φοβόταν όμως πως όλοι τους ήταν ικανοί να τον παρατήσουν.
«Μένω εδώ κοντά...» ψιθύρισε και ευτυχώς τον άκουσαν!
Έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις, και διαπληκτισμούς αποφάσισαν να τον κουβαλήσουν ως εκεί και να πάρει καθένας το δρόμο του. Οι φαντάροι άνοιξαν τον εξοπλισμό τους, συναρμολόγησαν ένα φορείο και αφού ανέβασαν τον αξιότιμο κύριο ξεκίνησαν.
...
Δύσκολη πορεία, ανηφορική και με την επιθετική κοπέλα σε διαρκή υπερένταση.
Όταν δε μάλωναν, οι ασθενείς συζητούσαν την άσχημη επικαιρότητα, τα προβλήματα και τα αδιέξοδα.
Για να μη πέσουν εντελώς χρονιάρες μέρες, σιχτίριζαν και έδειχναν προς τον Τσουτσέκη λέγοντας «τουλάχιστο είμαστε υγιείς».
Εκείνος, καμιά φορά ξεκολλούσε από τα «Πίστεψε!» και άκουγε. Προσπαθούσε να τους ενστερνιστεί, να καταλάβει και ίσως να τους εξηγήσει πως η πραγματικότητα ήταν διαφορετική από την περιγραφή τους.
Δεν ήθελε όμως να μπλέξει και έμεινε σιωπηλός.
Όλα έδειχναν πως σύντομα η οδύσσειά του θα έληγε και η επόμενη μέρα θα τον έβρισκε αισθητά αλλαγμένο. Μερικά τετράγωνα έμεναν ως το σπίτι του. Από εκεί και πέρα μπορούσε και μόνος του, ως συνήθως.
«Ένα αμάξι... δε μπορεί να εμφανιστεί ένα αμάξι... μας έχει φύγει ο πάτος», γκρίνιαξαν οι φαντάροι καθώς η διαδρομή γινόταν πιο ανηφορική.
Ήταν η Άγια Νύχτα, ήταν η τύχη του γκάβακα, κανείς τους δεν το φιλοσόφησε. Κι αυτό γιατί την ίδια κιόλας στιγμή ένα φορτηγό ερχόταν προς το μέρος τους.
Αιφνιδιάστηκαν αλλά έδρασαν αστραπιαία.
Παραμέρισαν το φορείο στην άκρη και στήθηκαν με τα όπλα σε μια γραμμή, σχηματίζοντας ένα πρόχειρο μπλόκο।
Ο οδηγός του φορτηγού πρόσεξε την ύστατη ώρα τρεις αλλόκοτους τύπους να κρατάνε τουφέκι και να του κάνουν σήμα να σταματήσει. Πανικοβλήθηκε και με άτσαλους ελιγμούς κόντεψε να καρφωθεί σε παραπλήσιο τοίχο.
Φρέναρε νευρικά και τα λάστιχα άφησαν ένα μαύρο αποτύπωμα μερικά εκατοστά πριν τα άρβυλα των φαντάρων.Ένα σακί από την καρότσα έσκασε χάμω και αμέσως τα πάντα καλύφθηκαν από ένα άσπρο πέπλο.
«Τι συμβαίνει; Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Τσουτσέκης ενώ σκέπαζε το πρόσωπό του.
«Σσσσσ... αστερόσκονη!» του αποκρίθηκε η τύπισσα που την είχε καταβρεί!
«Τι αστερόσκονη μωρή τρελή;» της φώναξαν τα φαντάρια που είχαν κοκαλώσει.
Η πόρτα του φορτηγού άνοιξε όσο γρήγορα έκλεισε και σοκαρισμένος ο οδηγός δεν ήξερε που να κοιτάξει και σε ποιόν να απευθυνθεί.
«Συγνώμη! Συγνώμη!» έσκουζε βήχοντας.
«Πρεζέμπορα, κοκάκια, δολοφόνε!» του έλεγαν οι φαντάροι που νόμισαν τα δικά τους...
«Αστερόσκονη!», επέμενε η τρελή
«Πίστεψε!», λαλούσε ο Τσουτσέκης.
Η μαγεία των Χριστουγέννων! Δεν έχει σημασία τι πιστεύει ο καθένας, αρκεί που βρίσκονται ξανά όλοι μαζί!
«Όχι ρε παιδιά. Αλεύρι του Θεού είναι! Απλό αλευράκι...» έλυσε το μυστήριο.
«Αλήθεια λέει», τον επιβεβαίωσε ο νέος που είχε ήδη δοκιμάσει την άσπρη σκόνη.
Ο οδηγός έβγαλε ένα τεράστιο κομμάτι μουσαμά και πήγε πάνω από τον κατάκοικο Τσουτσέκη. Σύντομα όλοι τους βρέθηκαν προφυλαγμένοι ώσπου να κοπάσει το αλεύρι.
«Μα καλά, παραμονή Χριστουγέννων και δουλεύεις;», τον ρώτησαν.
«Αφήστε με, πονεμένη ιστορία», κλάφτηκε εκείνος
«Δηλαδή;» ήθελαν να μάθουν.
«Έχετε δει μήπως μια ταινία που βγήκε πρόσφατα; Το Αόριστο Ολοκλήρωμα ονομάζεται...»
Δεν έλαβε απάντηση και συνέχισε.
«Η Τζολί γούσταρε τον Μπαντέρας, έρωτας μεγάλος. Μη φανταστείτε ποιότητα, μια μαλακία που γεμίζει τα σινεμά. Απλά υπάρχει μια σκηνή που τον ξυπνάει το πρωί και τον ταΐζει τρυφερά μουσταλευριά, χωρίς κουτάλι...» είπε με αναφιλητά.
«Ε, και λοιπόν;» δε κατάλαβαν γιατί τόσο δράμα.
«Τι λοιπόν; Από τότε που παίχτηκε το Αόριστο Ολοκλήρωμα, τηλεφωνά η κάθε βλαμμένη και παραγγέλνει να της έχω έτοιμη μουσταλευριά! Και που θα βρουν την καλύτερη μουσταλευριά; Στον Κουϊκάρα!»
«Και ποιος είναι ο Κουϊκάρας; Εσύ;»
«Ο ίδιος! Αυτοπροσώπως! Αρτοποιείο ο Κουϊκάρας!» καμάρωσε.
«Τόσο πολύ;» αναρωτήθηκε η τρελή που καλλιτεχνικά είχε μείνει πίσω.
«Τι λέμε... Χαμός... Αφού τέλειωσε το στοκ και τρέχω μεσ’ τη νύχτα!»
«Βοηθούς χρειάζεσαι; Σε κανά δίμηνο είμαστε με τη ροζαλία στο χέρι!» είπαν οι φαντάροι μήπως εξασφαλιστούν.
«Αν συνεχιστεί, να φέρετε και τους φίλους σας. Έχει πέσει άπειρη δουλειά»
«Όμως, αν είναι όπως τα λες... τι ανάγκη έχεις ώστε να δουλεύεις παραμονή;» τον τσέκαραν γιατί νόμιζαν πως έλεγε μούφες.
«Πάτε καλά; Αύριο είναι μεγάλη αργία. Πρέπει να παραδώσω πέντε νταλίκες μουσταλευριά! Οριακά προλαβαίνω...» γύρισε πάλι στην κλάψα.
«Καλές δουλειές και καλό κουράγιο τότε. Συγχαρητήρια!» τον ενθάρρυναν.
«Μη το πείτε πουθενά. Έτοιμος για φούντο ήμουν, με κάτι χρέη ως εδώ», είπε και έπιασε το τσουλούφι του.
Ο Κουϊκάρας κέρασε ζεστά τσουρέκια που είχε στο φορτηγό και ενδιαφέρθηκε για την κατάσταση του Τσουτσέκη. Υποσχέθηκε κιόλας, πως το επόμενο πρωινό θα κρατούσε λίγη από την κολασμένη μουσταλευριά. Έτσι, ως αντάλλαγμα για την ταλαιπωρία.
Καθώς έβαζε μπρος για τον φούρνο, προσφέρθηκε να μεταφέρει τον αξιότιμο κύριο ως το σπίτι του. Τι το ήθελε όμως;
Σχεδόν συγχρονισμένα, όλοι κοίταξαν τα ρολόγια τους για να διαπιστώσουν πως ελάχιστα έμενε ως τα Χριστούγεννα. Ξαφνικά όλοι θυμήθηκαν πως έπρεπε να πάνε κάπου και επικράτησε πανδαιμόνιο. Η τρελή ούρλιαζε πως έστω και σε αυτό το χάλι, έπρεπε να πάει στο ραντεβού της. Οι φαντάροι πως κινδύνευαν με φυλακή από το λοχαγό τους.
Και ο Τσουτσέκης ξανάπιασε τα «Πίστεψε!»...
«Πίσω παλάβω και στην ανάψαμε», τελικά επικράτησαν τα όπλα.
Απέναντι σε τρία τουφέκια που την στόχευαν, η τρελή έκανε πίσω και το τέλος της άγριας μάχης την βρήκε μόνη με τον Τσουτσέκη.
«Μάλλον ήταν γραπτό απόψε. Εσύ ήσουν το ραντεβού μου», διασκέδασε την ήττα.
«Θα μπορούσε...» γέλασε κι εκείνος.
«Έλα, στηρίξου πάνω μου. Αφού φτάσαμε ως εδώ, θα κοιμηθείς σπίτι σου απόψε» είπε και αργά προχωρούσαν προς τα εκεί, αλευρωμένοι, κάτασπροι σαν φαντάσματα.
Και σα να μη έφτανε μόνο αυτό, ο Γολγοθάς και η ταπείνωση, έπεφταν ψιχάλες...
Μέχρι να κοπάσουν τα καινούρια μπινελίκια της τρελής, ο ουρανός φώτισε από τις αστραπές για να μαρτυρήσει ένα άκρως νεφελώδες «προσεχώς».
Ξέσπασε μπόρα βαρβάτη, μα τίποτα δε πτοούσε πια το λασπωμένο ζευγάρι...
...
«Εδώ μένεις;» τον ρώτησε ασθμαίνοντας.
«Μάλιστα, φτάσαμε» είπε και την άφησε έπειτα από πολύ δρόμο.
«Να σε πάω ως την πόρτα;»
«Όχι, εντάξει. Θα τα καταφέρω».
«Άντε ρε Γιαννάκη, περαστικά. Σιδερένιος!»
«Λυπάμαι για όσα τράβηξες. Πέρασε αν θέλεις...»
«Για ένα ποτό; Άσε ρε μάγκα! Έχεις κοιταχτεί στον καθρέφτη;» αστειέυτηκε.
«Να γνωρίσεις τη σύζυγό μου. Μήπως χρειαστεί να σε πάει σπίτι σου»
«Μπα. Θα φάει μια φρίκη η γυναίκα. Μην της έρθει και δεύτερη καπάκι...»
«Έκανες τα πάντα για να με σώσεις. Κι εκείνη θα σε καλούσε μόλις το μάθαινε».
«Άλλη φορά. Ως εδώ ήταν γι’ απόψε. Φτου και βγαίνω!»
«Όπως νομίζεις. Πάντως δε θα ξεχάσω ποτέ. Σου χρωστάω».
«Δε χρωστάς τίποτα! Και για να κοιμηθείς ήσυχος, να ξέρεις πως μαζί σου πέρασα καλύτερα από το ραντεβού. Αν και ρε παιδί...»
«Τι;»
«Να... Στην αρχή... Όταν σε βρήκα...», κόμπιασε
«Ναι, τι;»
«Μου φάνηκες κομματάκι... ψόφιος!», λύθηκε στο γέλιο και αυτός σιγοντάρισε.
«Σε ευχαριστώ. Να βρεθούμε ξανά».
«Αύριο, νωρίς, από τα χαράματα. Τζάμπα μουσταλευριά, να μη δοκιμάσουμε;»
«Μείνε ήσυχη. Αν και ως τότε, θα στην έχω φέρει ο ίδιος»
«Άντε μπράβο! Να δω και με τι μάπα ξυπνάς κάθε πρωί!»
«Καλά Χριστούγεννα...» πήγε να ευχηθεί μα μόλις τότε κατάλαβε πως κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς του, δεν ενδιαφέρθηκε ούτε μια φορά να μάθει το όνομα της.
«Γεωργία... Γεωργία με λένε», τον έβγαλε από τον κόπο.
«Καλά Χριστούγεννα Γεωργία… Γεωργία τι;»
«Γεωργία η τρελή. Καλά Χριστούγεννα Γιαννάκη», είπε και πήγε να τον φιλήσει για το τυπικό αλλά βλέποντας το χάλι, το άφησε για κάποια άλλη στιγμή.
«Μπες τώρα, είσαι μούσκεμα. Αντιβιοτικό με παυσίπονο δε πάει»
Την αποχαιρέτησε και έμεινε να τη χαζεύει καθώς απομακρυνόταν.
Ήξερε πως θα την ξανάβλεπε, ήθελε να την ξαναδεί.
...
Γεμάτος μελανιές, τύψεις και εμπειρίες έφτασε ως την κεντρική πόρτα. Χωρίς κλειδιά αναγκάστηκε να χτυπήσει το κουδούνι παρά την προχωρημένη ώρα.
Έτσι κι αλλιώς, θα προκαλούσε αναστάτωση αν και η γυναίκα του δε έπαυε να ήταν μια σωστή... Τσουτσέκη. Ανέπνεε για τον εαυτό της και γερνούσε από συμφέρον.
Μια σκιά φάνηκε πίσω από την πόρτα και μια άγνωστη γριά υποδέχτηκε τον αξιότιμο κύριο στο σπίτι του.
«Θεέ μου!» ξαφνιάστηκε ταχύτερα από τον ίδιο και άνοιξε διάπλατα να περάσει.
Μη αντέχοντας νέες ερωτήσεις, ο Τσουτσέκης προτίμησε να ηρεμήσει παρά να ικανοποιήσει περαιτέρω την περιέργειά του.
Έλα όμως που όλα ήταν διαφορετικά!
Κοίταξε στο σαλόνι και αντί για τη γνώριμη εικόνα αντίκρισε ένα μεγαλειώδες βλαχομπαρόκ σκηνικό. Κουνιστές πολυθρόνες, εργόχειρα, κρεμαστά ρολόγια και σκονισμένοι πολυέλαιοι.
Τα πάντα είχαν αλλάξει. Εκεί που άφηνε τους φακέλους με τα μάστερπλαν κείτονταν το πρόγραμμα της τηλεόρασης με εξώφυλλο τον Λιάγκα, ενώ οι προθήκες με τα κατορθώματα του είχαν αντικατασταθεί με ταγάρια παντός είδους!
Δεν ήταν ο κόσμος του αυτός! Πουθενά.
«Έχεις χτυπήσει άσχημα! Χρειάζεσαι βοήθεια!» παλάβωσε η γριά.
Στη βιασύνη της σκόνταψε και πεσμένη καλούσε διαρκώς το γιο της.
Θόρυβος και πανικός. Κάποιος κατέβαινε βίαια τις σκάλες.
«Εσύ;;;;;»
Πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή...
Ο τύπος που ξύπνησε απότομα ήταν ο ίδιος που τον γράπωσε στο πάρκο. Εκείνος που ξεκίνησε τούτο το μαρτύριο και φυσικά, μέρα ή νύχτα, εκείνος που δεν έπαιρνε από λόγια!
«Τι ζητάς εδώ ρε ανώμαλε;;;;;» μούγκρισε κάτι που έμοιαζαν με λέξεις.
«Σπίτι μου;;;;»
«Αλήτη!!!!!!!!!» έσκουζε η γιαγιά που άλλαξε τροπάριο στο φτερό.
«Θα σε λιώσω παλιοκερατά. Έχεις λήξει!!!!!» είπε και όρμησε καταπάνω του.
«Έχεις λήξει!!!!!» και η γιαγιά!
Αφημένος στη μοίρα του και αδυνατώντας να προβάλει αντίσταση, ο Τσουτσέκης ήταν συμβιβασμένος για ακόμα έναν γύρο ξύλου μέχρι θανάτου.
Ξέφρενος και υπό τις προτροπές της μάνας, ο αγανακτισμένος τραμπούκος αρπάζει μια καρέκλα και με μανία χτυπούσε τον απρόσκλητο επισκέπτη όπου έβρισκε.
Αλύπητα. Δυστυχώς.
...
Γεννιέσαι Τσουτσέκης. Πεθαίνεις Τσουτσέκης.
Έτσι έγραφε ο παππούς του στον πόλεμο.
Το δωμάτιο όμως έγραφε 404. Και ο αξιότιμος κύριος μπορεί να μην το είχε επισκεφτεί ποτέ, όμως σύντομα διαπίστωσε πως επρόκειτο για τις σουίτες στη νέα πτέρυγα του νοσοκομείου.
Εξάλλου αυτός είχε υπογράψει κάποτε για να περαιωθούν.
Πριν συνειδητοποιήσει πως τα τραύματα και οι μελανιές είχαν χαθεί από το κορμί του, γύρω του εμφανίστηκαν μισή ντουζίνα γνώριμοι υποτακτικοί.
«Συνήλθατε!» είπαν τραγουδιστά με ένα στόμα, μια φωνή.
«Γιατί είστε εδώ; Και γιατί είμαι εγώ εδώ;» προσπάθησε να έλθει σε επαφή.
«Ανησυχήσαμε. Μόλις μάθαμε πως λιποθυμήσατε....» έγλυφαν όσο μπορούσαν.
«Λιποθύμησα;;;» τζάμπα τόσο βρομόξυλο.
«Μάλιστα, χτες το πρωί. Ήσασταν στο κέντρο, προφανώς για τα κάλαντα. Αισθανθήκατε μια αδιαθεσία. Κάποιοι είπαν πως σας είδαν να τρέχετε...»
«Ναι, αυτό θυμάμαι κι εγώ...»
«Χτυπήσατε ελαφρά στο μέτωπο. Επιφανειακές αμυχές που τώρα σχεδόν εξαφανίστηκαν. Ο διευθυντής του νοσοκομείου έμαθε για το περιστατικό και διέταξε να υποβληθείτε σε εξονυχιστικές εξετάσεις πριν το εξιτήριο...»
«Και τι βρήκαν οι γιατροί;»
«Ευτυχώς τίποτα!», έλαμψαν από ικανοποίηση.
«Η οικογένειά μου; Ενημερώθηκε;»
«Αξιότιμε κύριε...» είπαν και κοιτάζονταν μεταξύ τους χωρίς τόλμη.
«Μιλήστε ελεύθερα. Παρακαλώ.»
«Όταν πληροφορήθηκε η σύζυγός σας, πήρε τα παιδιά και έφυγε. Την ψάξαμε όμως εκείνη ζήτησε να μην την ενοχλήσουμε ξανά. Είπε...»
«Πως ήταν μια ευκαιρία να με εγκαταλείψει, σωστά;»
«Κατέθεσε ήδη αίτηση διαζυγίου. Λυπόμαστε πολύ».
«Να μη λυπάστε καθόλου»
«Θα είμαστε έξω εφόσον μας χρειαστείτε...» ενημέρωσαν και μπήκαν στη σειρά.
«Κύριοι...» τους πρόλαβε πριν φύγουν.
«Κύριε διευθυντά...» έμειναν στο standby
«Δε θα σας χρειαστώ... Σας ευχαριστώ... Καλά Χριστούγεννα», είπε με μια φυσικότητα που τους έκανε να ανατριχιάσουν.
Ποτέ ξανά ο αξιότιμος κύριος Τσουτσέκης δε τους μίλησε τόσο ανθρώπινα.
«Επίσης, μπορείτε να μου απευθύνεστε κανονικά. Με το όνομά μου»
Τον κοίταξαν παράξενα, προβληματισμένοι.
«Μάλιστα κύριε Ιωάννη...»
«Γιαννάκης, σκέτο. Φυσικά όταν συνεδριάζουμε, πουθενά αλλού», ξεκαθάρισε
Ευχήθηκαν με τη σειρά τους καλές γιορτές και εξαφανίστηκαν. Διατήρησαν βέβαια επιφυλάξεις, μήπως η ανθρώπινη συμπεριφορά του Τσουτσέκη διαρκούσε όσο και η νοσηλεία του. Πότε δε γίνεται να είσαι απόλυτα σίγουρος.
Το δωμάτιο άδειασε και ο διευθυντής των διευθυντών προσπαθούσε να χωνέψει πως όλες οι έντονες και παράλογες στιγμές δεν ήταν παρά αποτέλεσμα μια ανεπαίσθητης διάσεισης.
Στεναχωρήθηκε για τα παιδιά του και θα άφηνε στους δικηγόρους τη λύση, όχι όμως για τη γυναίκα του. Δεν το ένοιαξε καν πως ένα διαζύγιο θα του έκοβε πόντους στις παρέες των ισχυρών.
Και μεταξύ μας, πρέπει να έπαψε να σκέφτεται την εξουσία με τον ίδιο τρόπο.
Το ήξερε, μα έτσι για αλλαγή, το αισθανόταν κιόλας.
Πως δεν ξύπνησε μετά από μια περιπέτεια, αλλά μετά από μια ολόκληρη ζωή.
Στην νέα του αρχή φαινόταν να ξεκινούσε ακριβώς όπως τέλειωσε η προηγούμενη.
Μόνος.
Γύρισε στο κρεβάτι και άνοιξε την τηλεόραση που είχε προγραμματιστεί στα ντοκιμαντέρ. Του ήταν αδιάφορο πλέον.
Έβαλε ειδήσεις, ήθελε να συνεχίσει τις εξελίξεις χωρίς αυτόν.
Τότε διαπίστωσε πως η πραγματικότητα ταίριαζε περισσότερο με εκείνη των φαντάρων παρά με τη δική του.
«Α ρε γκαζόλια», μονολόγησε.
Προβλήματα, αδιέξοδα, μιζέρια σε ένα δελτίο που ξεκίνησε δίνοντας ευχές.
Πόσες συγκινήσεις να άντεχε πια ο κύριος Τσουτσέκης;
«Άγνωστο», θα ήταν μια ασφαλής απάντηση!
....
Είχε αφεθεί στις άσχημες ειδήσεις. Ήξερε πως αν έμενε εκτεθειμένος στα δελτία, σύντομα θα αποκτούσε παραστάσεις ενός κανονικού ανθρώπου.
Άκουγε την παρουσιάστρια να βαράει στο ψαχνό, περνώντας από το ένα θέμα στο άλλο, όμως δε τον πείραζε ιδιαίτερα.
Φαινόταν πως διασκέδαζε να απαγγέλλει μαύρα μαντάτα για να μπορεί στο τέλος να μοιράζεται τα βαθιά συναισθήματά της. Θλίψη, πόνο, ντροπή και καμιά φορά χαρά, έτσι για να σπάει η μονοτονία. Μάλλον για την τύπισσα πίσω από το γυαλί τα νέα αναδείκνυαν την εκφραστικότητά της, τίποτα περισσότερο!
Καταπληκτική ερμηνεία έδωσε όταν περιέγραφε ένα μαφιόζικο δολοφονικό χτύπημα. Δάκρυ, όνειδος και η ικανοποίηση του σιωπηλού εκδικητή. Ο τόπος και ο τρόπος του εγκλήματος, η στιγμή και οι μάρτυρες, το σκοτεινό παρελθόν του θύματος και η ανικανότητα των υπευθύνων.
Έλεγε, έλεγε, ό,τι θυμόταν το έλεγε.
Ίσως για να γεμίσει χρόνο. Παραμονή Χριστουγέννων δεν υπάρχουν πολλές ειδήσεις.
Στο φινάλε και αφού του είχε πλέξει έναν αξιοζήλευτο επικήδειο, προβάλλεται φωτογραφία του εκλιπόντος, ενόςνονού της νύχτας।
Και ποιος ήταν αυτός;
Ο αγανακτισμένος τραμπούκος!
Που έμενε με τη μάνα του, μούγκρισε σε κάθε του φράση και ως χόμπι είχε να στέλνει τον Τσουτσέκη στον αγύριστο!
«Αν όμως, αυτός που με σκότωσε πέθανε κι εγώ είμαι ζωντανός, τότε...»
Τότε καλέ μου Ιωάννη, μη μιλάς καθόλου, καλές γιορτές, του χρόνου σπίτια μας!
Πριν καταφέρει να χωνέψει τι και πως, μια δεύτερη τραγική είδηση φρόντισε να του εξαφανίσει κάθε λογικό επιχείρημα.
Κάπου στα σύνορα, πάνω στον Έβρο, μια περίπολος γυρνούσε στο φυλάκιο. Όμως οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και η απειρία τους έριξε το τζιπάκι στο ποτάμι. Τρεις νέοι χάθηκαν άδικα.
«Τα φαντάρια! Πάνε...», παραμιλούσε και έκλαιγε.
Είχε χάσει την ψυχραιμία του, αλλά έκανε όση υπομονή μπορούσε.
Έπρεπε να μάθει τι απέγινε η Γεωργία. Η τρελή, ο μοναδικός άνθρωπος που τον βοήθησε ποτέ χωρίς συμφέρον και ανταλλάγματα.
Το δελτίο τέλειωσε και καμία αναφορά δεν έγινε σε κάποια γυναίκα.
Έτρεμε κι αγωνιούσε. Δεν ήθελε να αντιμετωπίσει τέτοια σκληρή μοίρα.
«Πίστεψε!», σα να επαναλάμβανε σιωπηλά.
Ήταν ανήσυχος, πήγαινε πάνω κάτω και δεν ήξερε τι να κάνει.
Ντύθηκε με ό,τι βρήκε και περιπλανιόταν σ’ ένα στολισμένο νοσοκομείο.
Μπρος στο θέαμα του υπέρτατου διευθυντή, όλοι αναστατώθηκαν και ο αξιότιμος κύριος δεν άργησε να βρει ένα επιτελείο παρατρεχάμενων στα λευκά ξωπίσω του.
Εκείνος κοιτούσε, έψαχνε για ένα πρόσωπο και μια απάντηση. Πουθενά....
«Πως μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε;» τον ρωτούσαν.
Τους αγνοούσε και συνέχιζε τη μάταιη αναζήτηση.
«Χρειάζεστε κάτι;» αντιλαλούσε στους διαδρόμους.
Ώσπου κουρασμένος, ο Τσουτσέκης σταμάτησε σε ένα κάθισμα και μαζί του ολόκληρη η λευκή κουστωδία.
«Ψάχνω τη Γεωργία...» τους είπε χωρίς να γίνει κατανοητός.
Έμειναν να τον κοιτάζουν χωρίς να τον καταλαβαίνουν.
«Ψάχνω τη Γεωργία γιατί φοβάμαι πως έπαθε κακό...», επανέλαβε.
Σίγουρα θα υπήρχαν πολλές Γεωργίες σε ένα γεμάτο νοσοκομείο.
«Ψάχνω τη Γεωργία, μια νεαρή γυναίκα, μια τρελή...» ξέσπασε σε λυγμούς.
Στέκονταν παγωμένοι και δεν ήξεραν πως να φερθούν σε κάποιον που υποφέρει.
Ένας γιατρός πήγε να του δώσει ηρεμιστικά αλλά δε τόλμησε.
«Φύγετε σας παρακαλώ» σχεδόν τους διέταξε.
Κανείς όμως δεν υπάκουσε.
Μια νοσηλεύτρια είχε βουρκώσει από το κλάμα του άλλοτε σκληρού. Γύρισε την πλάτη στους συναδέλφους και έκανε σα να αναζητά το όνομα στη λίστα με τους ασθενείς.
«Παρακαλώ συνεχίστε την εργασία σας», τους προέτρεπε κάθε τόσο.
Άδικος κόπος.
Τότε η νοσοκόμα, πετάγεται εκστασιασμένη και αναφωνεί:
«Υπάρχει Γεωργία! Αξιότιμε κύριε, η Γεωργία υπάρχει!»
Οι συνάδελφοί της προσπάθησαν να την μαζέψουν, γιατί νόμιζαν πως με την αυθάδειά της η νοσηλεύτρια σύντομα θα έμπλεκε με την οργή της εξουσίας.
«Αλήθεια; Ζει;» έλαμψε ο Τσουτσέκης και σχεδόν την αγκάλιασε.
Εκείνη απέφυγε να του πει.
«Που είναι;» επέμενε μέχρι να λάβει απάντηση.
«Που είναι η Γεωργία;» την έπιασε από το γιακά ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να τον απομακρύνουν.
«Στη εντατική... Βαριά...»
Του εξήγησαν πως μια εγχείριση ρουτίνας δε πήγε καλά. Η Γεωργία από το πουθενά, βρισκόταν να χαροπαλεύει σε κώμα. Δε λάδωσε τα λαμόγια που χρόνια ο Τσουτσέκης έτρεφε, με αποτέλεσμα να την αφήσουν έρμαιο της τύχης της.
Εκτός εαυτού, εκείνος έβριζε και απειλούσε μα όταν κατάλαβε πως δεν οφελούσε, τους άφησε και έσπευσε να την αντικρίσει.
Πράγματι, η δική του Γεωργία ήταν διασωληνωμένη. Και μόνη.
Έδιωξε την κουστωδία κι έμεινε από πάνω της.
«Έχεις κοιτάξει τα δικά σου μούτρα τελευταία;» της ψιθύριζε.
«Ήθελες και ραντεβού, πανάθεμά σε...» την πείραζε αλλά δε άκουγε τίποτα παρά τον μακάβριο ήχο από τα μηχανήματα υποστήριξης.
Της έπιανε το χέρι μα ήταν παγωμένο.
Ένας Τσουτσέκης δε τα παρατά. Εξάλλου αν δεν εμφανιζόταν η τρελή, ίσως να μην πίστευε ποτέ του. Μέσα του είχε οργή αλλά και απογοήτευση μα προσπαθούσε να διατηρήσει την πίστη που μόλις ανακάλυψε.
Δεν μπορούσε παρά να ελπίζει.
Κατευθύνθηκε στον ενδιάμεσο χώρο της εντατικής. Εκεί παρέμενε διαρκώς η νοσοκόμα που φρόντιζε την τρελή.
«Πείτε μου κάτι...» της τράβηξε την προσοχή.
«Παρακαλώ»
«Μήπως έχετε δει το Αόριστο Ολοκλήρωμα;» της είπε με μια απάθεια που την παραξένεψε.
«Την ταινία με τον Μπαντέρας; Δυστυχώς όχι ακόμα. Εσείς;» είπε δίχως να ξέρει τι ακριβώς έπρεπε να απαντήσει.
«Εγώ καρδιά μου τα έχω δει όλα...» γέλασε έπειτα από πολύ καιρό.
«Πες μου κάτι ακόμα...» συνέχισε.
«Ξέρεις αν υπάρχει φούρνος με το όνομα Κουϊκάρας;»
«Απ’ όσο γνωρίζω, είναι προμηθευτής του νοσοκομείου...»
«Ξέρω θα ακουστεί περίεργο. Γίνεται όμως να παραγγείλεις δυο κούπες μουσταλευριά;», ζήτησε και την έκαψε εντελώς.
Σε λίγο, ένας διανομέας άφησε στον προθάλαμο το χάρτινο κουτί με τα γλυκά.
«Κερασμένα από τον Κουϊκάρα. Είμαστε εντάξει...» είπε βιαστικά και έφυγε.
Ο Τσουτσέκης παρακάλεσε τη νοσοκόμα να τους αφήσει μόνους για πέντε λεπτά.
Έκλεισε την πόρτα και άνοιξε το κουτί.
Με το δάχτυλο, έκλεψε λίγη μουσταλευριά και την άλειψε στα χείλη του.
Έσκυψε πάνω από τη τρελή και απαλά της έδωσε ένα φιλί, κρατώντας ξανά το χέρι της. Έμεινε έτσι κάμποσο και μέσα του ζητούσε επίμονα να ξυπνήσει.
Ήταν τότε που τα μηχανήματα έβγαζαν ήχους φάλτσους και τα μπλιπ γίνηκαν μουσική. Η Γεωργία κούνησε τα δάχτυλά της. Άνοιξε τα μάτια για να συναντήσει τα δικά του.
Εκείνος έκανε πίσω και χαμογέλασε.
«Ρε Γιαννάκη!» ήταν τα πρώτα της λόγια.
«Σου είχα υποσχεθεί μουσταλευριά το πρωί», της είπε
«Ρε Γιαννάκη! Γαμώ το κέρατο μου! Κολλάω ολόκληρη», ναι ήταν η Γεωργία!
«Πες πως είσαι η Τζολί!», την καλωσόρισε
«Θα σου ‘λεγα ποια είμαι τώρα... Πουτάνα όλα ρε Γιαννάκη! Έλεος!»
Μερικοί άνθρωποι δεν εκτιμούν καθόλου την τέχνη!
Η νοσοκόμα άκουσε τις φωνές και εισέβαλε αιφνιδιαστικά.
«Θαύμα!» φώναξε.
«Γάμησε τα, κοπελιά! Φέρε κανά χαρτομάντιλο!» τα δικά της η ασθενής
Ο Τσουτσέκης έφυγε για λίγο. Κανόνισε να μεταφέρουν τη Γεωργία σε σουίτα και περίμενε μέχρι να καλμάρει από το σοκ.
Θα έμενε δίπλα της.
Τηλεφώνησε και η γυναίκα του. Δε το σήκωσε…

Καλά Χριστούγεννα! Σε όλους εσάς!
Τους φίλους, τους γνωστούς και τους άγνωστους.
Σε εκείνους που περάσαμε μαζί τις γιορτές.
Σε εκείνους που δε καταφέραμε να μιλήσουμε στις γιορτές.
Στους ανθρώπους που ήθελα να δωρίσω κάτι αλλά φέτος δε με παίρνει.
Για όλους αυτούς που σε μικρό ή μεγάλο βαθμό,
κρύβουν έναν Τσουτσέκη μέσα τους.
Είναι γιορτή απόψε, χαρείτε όπου κι αν βρίσκεστε, όπως ακριβώς το θέλετε!

Δε έχει τεράστια σημασία αν ήταν καλή ιστορία ή όχι.
Έτσι πιστεύω δηλαδή.
Μου αρκεί που τη δεχτήκατε και ίσως τη διαβάσατε.
Σας ευχαριστώ πολύ, τον καθένα από σας ξεχωριστά.

Το ίδιο και στους 26 φίλους που βοήθησαν, συμμετέχοντας με μια λέξη

Στην Μυρτώ, στον Δήμο, στον Τάσο, στην Στέλλα, στον Χρήστο, στον Γιάννη, στον Δημήτρη, στην Πώλα, στην Φάϊκχαμ, στη Χριστίνα, στη Λυδία, στον Μπεν, στην Στρατούλα, στον Σπύρο, στην Ελευθερία, στην Αγγελική, στη Λιλή, στη Βίβιαν, στην Αναστασία, στον Τσαγκ, στη Βάσω, στη Σταυρούλα, στη Βασιλικούλα, στην Αντιγόνη, στον Μήτσο, στη Φωτεινή

Καλές γιορτές και πάλι!

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Παρ'τον φούρνο και τρέχα

Θυμάμαι έναν τύπο που εμφανιζόταν κάθε τέρμινο.
Δεν ήταν ο μοναδικός, όμως εκείνος είχε εμμονή με το ζήτημα.
Την γυναίκα των ονείρων του.
Στην αρχή νταλαβεριζόταν με μια μικρούλα. Καλή, χρυσή αλλά σε κάθισμα μπαρ δεν έφτανε να καθίσει. Έτσι δηλαδή τη φανταζόμουν από τις περιγραφές του.
Κάποτε την έφερε μαζί του και γνώρισα από κοντά τη Ντίνα.
Καμία σχέση. Βρομόστομα χωρίς τρόπους και εκείνο που την έκανε να ξεχωρίζει από διάφορα οικόσιτα ερπετά ήταν ένα δίπλωμα οδήγησης που επιδείκνυε ως το σημαντικότερο επίτευγμα στη ζωή της.
Αμάξι δεν είχε, πια. Το είχε στουκάρει ώσπου το αχρήστευσε, όμως μικρή σημασία είχε. Εφόσον τα έβρισκαν μεταξύ τους δεν είχα κανένα λόγο και κίνητρο ώστε να μιλήσω αρνητικά.
Έτσι την ανέφερε συνέχεια. Σαν τη γυναίκα της ζωής του.
Μέχρι που ξέχασα πως την έλεγα. Ίσως και εκείνος, γιατί μετά από ένα διάστημα ανακάλυψαν πως δε ταίριαζαν τόσο πολύ και χώρισαν.
Το ενοχλητικό του θέματος ήταν πως έπειτα συνέχιζε να μιλάει για την ίδια χωρίς να κολλήσει σε ασήμαντες λεπτομέρειες, όπως πως είχε να τη δει κοντά ένα χρόνο και τα σχετικά.
Όταν ακούς και δε μιλάς, στρώνεις χαρακτήρα λένε και τους πιστεύω.
Έτσι τον άφηνα να ξεδιπλώνει τον πόνο του δίχως τη παραμικρή σφήνα.
Στο εντωμεταξύ, το αποκρουστικό θηλυκό είχε πλαστεί σε μια δίμετρη καλλονή, με ξεχωριστές καμπύλες, γεμάτη συμπόνια και ανθρωπιά που μόλις αποφοίτησε από το Εμαϊτι, την κάλεσαν να τρέχει στο Ακρόπολις.
Ο έρωτας είναι τυφλός, γι αυτό μερικοί τον φωνάζουν ύπνο βαθύ.
Την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, δυστυχώς με πέτυχε νευριασμένο. Μη διαθέτοντας την απαραίτητη υπομονή πετάχτηκα κάποια στιγμή και ξεστόμισα:
«Δεν υπάρχει η γυναίκα των ονείρων σου. Αν θες να τη ξαναβρείς τόσο πολύ, πέσε και κοιμήσου» ή κάτι παρεμφερές με την ίδια κατάληξη, δε θυμάμαι.
Ακόμη έχω τύψεις, όμως πως μεσ’ τις άκρες εκεί καταλήγω.
Θεωρώ πως λάθος για οποιονδήποτε άνθρωπο να πλάθει ανύπαρκτους χαρακτήρες κι έπειτα να ψάχνει μάταια, απογοητεύοντας κάθε κοντινή ρεαλιστική περίπτωση και κυρίως τον εαυτό του.
Πάνω στην κουβέντα και πριν φύγει, μάλλον οριστικά, πρόλαβα να του εκφράσω τη δική μου εκδοχή. Ότι γυναίκες των ονείρων υπάρχουν για τον καθένα, όμως δεν είναι αυτές που ενδεχομένως νομίζει πως είδε στον ύπνο του.
Είναι εκείνες που θα τον επηρεάσουν τόσο, θα υποβαθμίσουν όποια ελαττώματα κουβαλάνε και θα του επιτρέψουν να ονειρεύεται.
Μια τέτοια ίσως να ήταν η Ντίνα, το σαμιαμίδι του!
Δεν είχε σημασία πλέον, γιατί ήδη τον είχα ξενερώσει σε σημείο παρεξήγησης και του κατέστρεψα κάθε ευχαρίστηση έβρισκε έως τότε.
Αγνοώ αν ο συγκεκριμένος τύπος έπαψε να εκθειάζει την γυναίκα των ονείρων του ή απλά άλλαξε στέκι...
Συχνά όμως σκέφτομαι με πόση αγένεια τον αντιμετώπισα και έχω τύψεις.
Ανούσιες συζητήσεις, που αν δε γίνουν μονόλογοι, συχνά έχουν άδοξο τέλος.
Δε θα έγραφα τίποτα αυτό το αδιάφορο περιστατικό, αν δεν έμπλεκα πριν λίγο καιρό σε μια περίεργη ιστορία που είχε να κάνει με τη δική μου γυναίκα τον ονείρων.
Βέβαια, υπάρχει και τέτοια.
Νύχτα τη γνώρισα, μέρα την έμαθα. Και πριν καταλήξω σαν τον παραπάνω τύπο, την έχασα και σπάνια αναφέρομαι σε αυτήν.
Είχε όλα τα κακά του κόσμου και μυαλό πλυντήριο. Έπαιρνε στροφές μονάχα εφόσον λειτουργούσε στο κατάλληλο πρόγραμμα. Όμως δε με ένοιαζε γιατί, κόψε από εδώ, ράψε από εκεί, είχε καταφέρει να με κερδίσει ώστε κάθε φορά που την έφερνα στο μυαλό, να μπορώ να ονειρεύομαι.
Είναι περίεργη και ίσως αυτή να ήταν η μοναδική μας επαφή. Και όμορφη αρκετά, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Την θυμάμαι με απίθανες αφορμές, όπως τις προάλλες.
Μόλις είχα ξυπνήσει, έπινα καφέ και προσπαθούσα να ακούσω κανένα κομμάτι στο ραδιόφωνο, αν δεν είχε διακόψει για διαφημίσεις.
Τότε πετάγεται μια μαλακισμένη φωνή τηνέητζερ σε ροζ τηλέφωνο και προέτρεπε να πληκτρολογήσω τον μαγικό αριθμό που όπως ισχυριζόταν θα με οδηγούσε στη... γυναίκα των ονείρων μου.
«Πήραμε, δώσαμε, φτάνει», πρέπει να ψέλλισα.
Ευτυχώς δηλαδή που εμφανίστηκε η λεγάμενη στο νου από το πουθενά, γιατί διαφορετικά θα το προχωρούσα στο «έκλεισα ως άντρας» και τα συναφή.
Άτιμο πράγμα τα ραδιόφωνα στις μέρες μας. Μπορεί να σε πετύχουν την πιο ακατάλληλη στιγμή και να σε οδηγήσουν σε περίεργα τριπάκια.
Γι αυτό κι εγώ το έκλεισα.
Δεν έπαψα να τη σκέφτομαι όμως. Το παθαίνω συχνά. Δεν ορκίζομαι πως θα ήθελα να την συναντήσω ξανά, αλλά τη σκέφτομαι. Γιατί η εικόνα της μ’ ευχαριστεί και με κάνει να ξεχνιέμαι.
Επικοινωνούμε ακόμα, όχι όπως παλαιότερα αλλά δε ξεκόψαμε ποτέ. Και έτσι μαθαίνω από την ίδια νέα της, χωρίς να χρειαστεί να συλλογίζομαι διάφορα. Τα βασικά έστω...
Πέρασε καιρός που είχαμε να μιλήσουμε, αλλά επειδή έχουμε και δουλειές να κάνουμε, δε μπήκα στο κόπο να το σκεφτώ έτσι. Γιατί αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε.
Την είχα αφήσει ακόμα μακριά, δυο πτήσεις δρόμο, να ασχολείται με τα εργαστήριά της και να έχει προσωπική ζωή που δε ήταν απαραίτητο να γνωρίζω με λεπτομέρειες.
Αυτές οι δύο πτήσεις με είχαν πληγώσει περισσότερο μιας και η απόσταση είναι επώδυνο πράγμα. Που αν δε το υποψιάζεσαι εξ’ αρχής, θα φανεί μόνο του στην πορεία.
Δε βαριέσαι, περασμένα ναι ξεχασμένα όχι, την είχα αράξει για λίγο. Χωρίς αυταπάτες θυμόμουν γιατί τη αγαπώ και ένοχα φανταζόμουν πως θα ήταν αν με είχε συνδέσει με τη ζωή της και όχι με Κάϊρο...
Για λίγο όμως, γιατί χτύπησε το τηλέφωνο, το πραγματικό, όχι το ροζ. Αυτά παθαίνει όποιος την γυναίκα για τον ύπνο τη βιώνει και στον ξύπνιο.
Άγνωστος αριθμός. Παρόλο που βρίσκομαι σε φάση να ανησυχώ με αριθμούς που δε γνωρίζω, τη δεδομένη στιγμή θα ωφελούσε μια κάποια επαναφορά στον κανονικό κόσμο.
Σίγουρα, μια ιστορία διαβάζετε, όμως ήταν εκείνη!
«Τι κάνεις;» ρώτησε χωρίς να καίγεται για απάντηση.
Πόσο τελειωμένος θα ακουγόμουν αν της έλεγα την αλήθεια...
«Εδώ μωρέ, προβλήματα...», κλάφτηκα.
«Μπορείς να έρθεις για λίγο;» έκανε το σκηνικό ακόμη πιο σουρεαλιστικό.
Ναι, αμέ. Μισό να φορέσω κάτι πάνω μου, να φτιάξω μια βαλίτσα και σε καμιά δεκαριά ωρίτσες, εάν υπάρξει ανταπόκριση θα βρίσκομαι έξω από την πόρτα σου!
«Μα εσύ δε βρίσκεσαι στη...», ξεκίνησα κάτι ανούσια μήπως λάβω τίποτε ουσιαστικό.
«Γύρισα...», είπε κοφτά και με γλίτωσε από τον κόπο της φλυαρίας.
Ήξερα πως θα γινόμουν φορτικός ζητώντας οτιδήποτε διευκρινιστικό και δε σταύρωσα λέξη περιμένοντας.
«Θα περάσεις λοιπόν;», επέμεινε.
Πόσες φορές κάναμε το ίδιο ανόητο παιχνίδι όσο βρισκόταν μακριά. Και πόσες φορές το αναβάλαμε όσο βρισκόταν δίπλα. Κανονίζαμε ραντεβού για ποτό όταν η απόσταση ήταν τεράστια, ενώ ματαιώναμε κάθε πρόθεση να βρεθούμε όταν μας χώριζαν πέντε λεπτά με τα πόδια.
Η αναποδιά επίσης, ακόμη ένα κοινό χαρακτηριστικό.
Δεν είχα ιδέα γιατί εξελισσόταν τούτη η αναπάντεχη φάρσα, όμως γνώριζα από πρώτο χέρι τους κανόνες.
«Φυσικά, σε πόση ώρα;» την συνέχισα.
«Και τώρα αν γίνεται...», φάνηκε να επείγεται.
«Εντάξει, έρχομαι από εκεί», της είπα και έκλεισα.
Δε γίνεται να ξέρεις κάθε στιγμή σε τι κατάσταση βρίσκεται ο απέναντι. Όπως επίσης δε φάνηκε να μη την παλεύει. Ίσως να ήταν μια ενέργεια της στιγμής, επομένως αισθανόμουν περήφανος που διάλεξε εμένα και όχι κάποιον άλλο.
Σηκώθηκα μήπως κάνω καμιά δουλειά και συνέχισα στη πραγματικότητα.
Έτσι σκόπευα δηλαδή, πριν ξαναχτυπήσει το τηλέφωνο και φανεί ο ίδιος αριθμός.
«Ξέχασα να σου πω που μένω», ακούστηκε να σοβαρολογεί.
Εκεί σταμάτησε το παιχνίδι ρόλων και υποψιάστηκα για πρώτη φορά πως δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη φάρσα.
«Βρίσκεσαι όντως εδώ;», ξαφνιάστηκα.
«Α ναι! Άκουσε τώρα...», συνέχισε δίνοντας οδηγίες.
Μάλιστα, αυτό το μέρος δε το είχα ψειρίσει πολύ, Σχεδόν καθόλου.
Γνώριζα πως κάποτε θα βρισκόμασταν αντικριστά. Το είχα αφήσει στην τύχη που το διαχειρίστηκε γρηγορότερα απ’ όσο υπολόγιζα.
Σε ελάχιστο χρόνο πληροφορήθηκα πως η γυναίκα των ονείρων μου δε μένει πια εκεί αλλά δυο τετράγωνα παραπέρα. Και η ανάγκη να συναντηθούμε δεν ήταν ένας διακαής πόθος αλλά επιτακτική ανάγκη!
Της είχα πει κάποτε, δίχως υποσχέσεις, πως εφόσον με χρειαστεί και δε μένει στη διαόλου μητρός θα μπορούσα να βρίσκομαι δίπλα της. Εκτός που δε με χαλούσε κιόλας, έπρεπε να φανώ συνεπής.
Αμέσως σχεδόν, περπατούσα ανάποδα ένα δρόμο που διέσχιζα καθημερινά και γρήγορα έφτασα εκεί που μου υπέδειξε. Μια αδιάφορη παλιά πολυκατοικία που δεν είχα διαβεί παλαιότερα, μερικές σκάλες και ένα κουδούνι στολισμένο με το όνομά της.
Τότε μόνο εξαλείφτηκε το ενδεχόμενο φάρσας. Κυριολεκτούσε. Ήταν εδώ.
Πρωτού το πατήσω, είχε ανοίξει
Να πως τα φέρνει ο χρόνος και πως ανακατεύει το ριζικό.
Όλα ήταν ξαφνικά, όπως άνοιξε διάπλατα την πόρτα.
Το όμορφο χαμόγελο με καλωσόρισε πριν καταφέρω να πω κάτι έξυπνο.
Μεγάλη απάτη καθώς θα μπορούσα να χαθώ σε αυτό επ’ αόριστο και να μπλέξουμε πάλι, για αυτό δε είπα λέξη. Εκτός ίσως από ένα «γεια σας».
«Γεια σας», αποκρίθηκε και εκείνη.
Ναι, άμα μας πιάσει η αμηχανία πάει έτσι για ώρα, δε χρειάζεται κοινό.
«Πέρασε...», έκανε χώρο για να φανεί μια άνετη γκαρσονιέρα.
«Πέρασε» όπως πέρασε η μπόρα, πέρασε; Θα φαινόταν...
«Πέρασε» όπως πέρασε τόσος καιρός και μια αγκαλιά ήταν επιτακτική;
Υπό διαφορετικές συνθήκες θα λέγαμε περισσότερα, όμως μήνες χωριστά καταλήξαμε να γίνουμε ανέκδοτο στο prime time!
Τέλος πάντων και αγκαλιά της έκανα και ένα φιλί έσκασε και αφού μου κόπηκε η μιλιά, άφησα το σακάκι και μπαστακώθηκα στον καναπέ.
Όλα ωραία και καλά, φαινόταν σα να είχε μετακομίσει πρόσφατα και σα να μη ξοδεύτηκε δευτερόλεπτο από την τελευταία μας συνάντηση.
«Καλώς ήρθες πίσω», τόσος κόπος για το τίποτα.
«Σ’ αρέσει; Χτες ήρθα», καυχήθηκε.
Ναι μ’ άρεσε. Εκείνο που με προβλημάτισε ήταν πως στο πλευρό της κουζίνας το τραπέζι ήταν γεμάτο φαγητά ζεστά που μοσχομύριζαν σα να είχαν φτιαχτεί τότε. Πιάτα δύσκολα που απαιτούσαν χρόνο και ήταν μόλις δέκα το πρωί!
«Έτσι σου ‘μάθαν να παίρνεις πρωινό εκεί στα ξένα;», σχολίασα.
«Πες το κι έτσι... θέλεις να σου βάλω ή θα σερβιριστείς μόνος;» προσφέρθηκε να μου ετοιμάσει ένα πιάτο, ίσως και για να πάψω να την κοιτάζω επίμονα.
Αυτό ακριβώς, όπως το είπε. Και εμένα η γιαγιά μου ξυπνούσε κάθε μέρα, έξι το πρωϊ για να τυλίξει ντολμαδάκια! Για να βουτά ο παππούς με τον καφέ του!
Πάνω που νόμιζα πως είχαν εξαφανιστεί οι σωστές νοικοκυρές...
Εντάξει, ήταν σίγουρα προκομμένη, αυτό ήταν παλιό δεδομένο. Όμως αν τη γνώριζες έστω λίγο, καταλάβαινες πως κάτι δε πήγαινε καλά.
Δεν ήταν καλά, μα δε ήθελα να με πάρει πρέφα.
Όποτε γινόταν υπερδραστήρια κάτι την απασχολούσε. Εξαρτάται πως σηκωνόταν κάθε πρωί. Θα μπορούσε να πάρει ανάποδες στροφές πριν πνιγεί σε ανόητες σκέψεις και να βραχυκυκλώσει ή αυτό...
Να κάνει παπάδες και να μας αφήσει όλους εμβρόντητους.
«Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα;» έκανα πως δε καταλάβαινα.
«Ναι... περίπου...», συνέχισε να σερβίρει.
«Σήμερα ο πρωί;», εδώ χρειαζόμουν ειλικρίνεια για να ζυγίσω κατάσταση.
«Αμέ...», είπε και μου παρέδωσε το πιάτο.
Πάρε να ‘χεις για να καταλάβεις...
Καλαμάρια τηγανητά, ντολμαδάκια, λαζάνια σουφλέ από κρέας κεφτέδες με δυο σαλατικά για συνοδεία.
Τίποτα μωρέ... ένα τυπικό μπρέκφαστ με τη γυναίκα που λατρεύω!
Μπουκιά δε πήγαινε κάτω όμως δοκίμασα από όλα και ήταν τέλεια.
Όσο μασουλούσα μου εξηγούσε πως γύρισε πίσω. Όλα λογικά και όπως υπολόγιζα να μου πει κάποτε. Δεν περίμενα να είμαι ο πρώτος που θα τα ακούσει και κυρίως πως τα άκουγα γιατί με χρειαζόταν για κάτι που ακόμα να μου αποκαλύψει.
Καθώς άφηνα το πιάτο πίσω στην κουζίνα, βρέθηκα μπρος στο μεγαλύτερο σοκ.
Το θηρίο, ένας θεός ξέρει αν είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ είχε ετοιμάσει μενού εστιατορίου με ένα φουρνάκι μια σταλιά. Από εκείνα που συναντά κάποιος σε φοιτητικά δωμάτια. Και μάλιστα φαινόταν παμπάλαιο.
«Μ’ αυτό το πράγμα ετοίμασες το σοφλέ;», απορία μεγάλη.
«Τα πάντα... Τρωγόταν;», στον ίδιο απαθέστατο σκοπό.
«Τρωγόταν... ναι... νοστιμότατο...» και εγώ ο καραγκιόζης σιγοντάριζα.
Όχι για πολύ. Κάθε λέξη με φούντωνε.
«Τι έχεις; Τι στον π... παίζει;», τα πήρα.
«Να μιλάς καλύτερα...ααα...», ένα θεματάκι με τις παλιοκουβέντες το είχε.
«Συγνώμη. Χρειάζεται ρεζουμέ ή καταλαβαίνεις πως όλα αυτά, από το τηλεφώνημα ως τους κεφτέδες ΔΕ ΣΤΕΚΟΥΝ;;;»
Aϊ Λοβ, αϊ αντόρ γιου αλλά αϊ...
Είπαμε κορώνα στο κεφάλι μου, δημοκρατία έχουμε...
Δεν ήταν μαθημένη να ακούει φωνές. Ενώ περίμενα να στραβώσει ή να βαρέσει ψιλές στον ίδιο σκοπό, με εξέπληξε ακόμη μια φορά.
«Χαλάρωσε λίγο, οκ;», σα να είχε δίκιο.
Άνοιξα το παράθυρο και άναψα ένα τσιγάρο, μήπως δώσω λογική στο πανηγύρι που επικρατούσε. Ή έστω, αν τα κατάφερνε από μόνο του...
Πήγε στην κουζίνα της και έκανε πως τακτοποιούσε.
«Έχω μια ιστορία... σε τρία μέρη... ένα κανονικό... ένα αδιάφορο... και ένα τρελό... είσαι διατεθειμένος να ακούσεις και τα τρία μαζί;», ξηγήθηκε.
«Εννοείται!» της είπα φυσώντας μιας και ήθελα να αποκτήσει επιτέλους νόημα η επίσκεψη.
«Κάποτε θα επέστρεφα, θα έπιανα ένα σπίτι και θα έκανα μια καινούρια αρχή», επανέλαβε πράγματα που λίγο πολύ γνώριζα και της έγνεψα καταφατικά για να μην την ταλαιπωρώ.
«Κουβάλησα αρκετά πράγματα από τα ξένα, ενώ φρόντισα να βρω εκείνα που χρειαζόμουν τις πρώτες μέρες εδώ», ακουγόταν ολοένα και πιο λογική.
«Μια θεία μου είχε ας πούμε, καταχωνιασμένο τούτο τον μικρό φούρνο. Τυχαία τον θυμήθηκε, αραχνιασμένο στη αποθήκη. Όμως μου γυάλισε και ήξερα πως αν τον έφτιαχνά θα ταίριαζε στο νέο σπίτι», έλεγε τρεμάμενα καθώς έκλεινε ντουλάπια.
«Κουτί σου έκατσε, όντως...», πρόσθεσα για να την ενθαρρύνω να συνεχίσει.
Πλησίασε προς το μέρος μου, αλλά επικεντρώθηκε πάλι στον φούρνο.
«Τον πήγα στο μαγαζί με τα ηλεκτρικά στη γωνία και την επόμενη μέρα τον είχαν φτιάξει», σα να έβγαινε εκτός θέματος.
Όσες γωνίες θυμόμουν εκεί κοντά, ήταν χωρίς ηλεκτρικά. Δεν ήταν απαραίτητο να πετάξω καμιά εξυπνάδα γιατί το πιθανότερο ήταν να κόψει τη κουβέντα και θα κατέληγα να αναρωτιέμαι πίσω στο σπίτι. Βέβαια, όλα είναι ρευστά στις μέρες μας και δεν αποκλείεται να μην είχα προσέξει κάποια πρόσφατη αλλαγή στη γειτονιά.
«Μετά ήταν όλα έτοιμα και χτες τα μετέφεραν στη θέση που τα βρήκες»
Οι περισσότεροι αναστατώνονται όταν αλλάζουν ξαφνικά περιβάλλον και ίσως να φέρονται περίεργα. Αυτό ίσως να έπαθε η καημενούλα, άσκοπα τα άκουσε πάλι.
«Ξύπνησα νωρίς και έφτιαξα πρόγραμμα...», το είχε αυτό.
«Αφού τακτοποίησα ρούχα, έφτιαξα κουρτίνες και έστρωσα χαλί...»
Ευτυχώς που δε τη φαντασιωνόμουν, γιατί η γυναίκα των ονείρων μου θα είχε μεταμορφωθεί σε εφιαλτική νοικοκυρά! Και μετά; Και μετά;
«Προσπάθησα να συνδέσω τα ηλεκτρικά. Όμως δε έφτασα ως εκεί...»
«Μα φυσικά, αφού σου καρφώθηκε να ταΐσεις ολόκληρη την πολυκατοικία με τόσο φαγητό...», είπα να το συντομεύσω λίγο.
«Ωχ, περίμενε βρε. Αμέσως με τη κουβέντα έτοιμη!», νευρίασε.
«Ονειρευόμουν καιρό αυτή τη στιγμή. Κάθε φορά που ζοριζόμουν, έπιανα μια γωνιά και έγραφα τα πάντα κανονικότατα. Σκεφτόμουν πως θα ήταν η πρώτη μέρα στο επόμενο ξεκίνημα, έφτιαχνα εικόνες και ηρεμούσα...»
Κι εγώ, μαζί σου! Εγώ εσένα κι εσύ τον φούρνο! Δε πειράζει, η ομορφιά είναι σχετική και όπως μπορεί καθένας! Έδειξα να την καταλαβαίνω απόλυτα.
«Έβαλα τον φούρνο εκεί που τον βρήκες. Ξεχάστηκα, για λίγο. Ασυναίσθητα σκέφτηκα τι θα έφτιαχνα πρώτη φορά το μεσημέρι. Μη με παρεξηγείς και μου καταλογίσεις διάφορα. Απλά, ήταν άδειο το ψυγείο και θα πήγαινα αγορά...»
«Μα, πότε πρόλαβες;» κοιτούσα ακόμα το παστωμένο τραπέζι.
«Δε πρόλαβα! Δε πήγα καν!», έκανε με υστερία.
«Έλα! Μπράβο! Καρλ Χάινζ Ρουμενίγκε!», μαζί κι εγώ!
«Τι λες;;;;» ξαφνιάστηκε.
«Εσύ! Τι λες;;;», πάνω που πίστευα πως ήταν αποκλειστικό προνόμιο να καίω κόσμο.
«Αυτό σου λέω. Αν μ’ αφήσεις δηλαδή...» επέμεινε.
«Δηλάδή; Τι;», κόλλησα μα έπειτα έβγαλα το σκασμό.
«Στάθηκα μπροστά στον φούρνο. Δευτερόλεπτα σκέφτηκα πως είχα διάθεση να τυλίξω ντολμαδάκια και δοκίμασα τα κουμπιά... να τσεκάρω αν λειτουργούν»
Έτσι απλά....
«Και καθώς γυρνούσα τους διακόπτες, ακούστηκαν κάποια περίεργοι ήχοι. Έμοιαζαν με σταγόνες σε χαλασμένη βρύση... ή κάπως έτσι...»
Δώσε...
«Ανοίγω το πορτάκι, να δω τι πήγε λάθος και....», δε ήξερε πως να το πλασάρει.
«Και βρήκες ντολμαδάκια!», της λέω με το στόμα ορθάνοιχτο.
Μετά ξεράθηκα στο γέλιο. Είχε ξενέρωτα διαστήματα, όμως όταν ήθελε να σε διασκεδάσει, το έκανε με τρόπο απερίγραπτο!
«Ω ναι!!! Ντολμαδάκια!!!», επιβεβαίωσε και λύθηκε.
Μόλις συνήλθαμε κάπως και οι δύο, γιατί ακολούθησε ένα σημείο που απλά κοιταζόμασταν και συνεχίζαμε να γελάμε, κατάφερα να αρθρώσω μια φράση.
«Να υποθέσω πως μετά ξαναδοκίμασες με ό,τι βλέπω σερβιρισμένο...»
«Καλά κορόιδευε... Σε χρειάζομαι λέμε!!», στόλισε ένα ακόμα παράσημο.
Τι να με κάνεις μάτια μου;
Που όποτε τύχαινα τέτοιες αμερικανιές, άλλαζα κανάλι. Εμένα διάλεξες;
«Ναι; Πως κι έτσι;»
«Απ’ όσους παρανοϊκούς γνώρισα μέχρι σήμερα, μονάχα εσύ θα μπορούσες να δώσεις μια κάποια εξήγηση και να με πείσεις πριν αποκάμω τελείως», πάρε να ‘χεις, άλλη φορά να προσέχεις τι ρωτάς!
«Σ’ ευχαριστώ πολύ» της είπα και μάλλον το εννοούσα.
Και τότε το όνειρο έγινε διπλό.
Γιατί εκτός από τη γυναίκα, απολάμβανα και τον φούρνο των ονείρων μου. Ή καλύτερα, το μαγικό κουτί που θα ήθελε κάθε άνθρωπος στην κατοχή του.
«Πες μου τι ώρα ξυπνάω, για να χορτάσω ύπνο...» της κάνω.
«Ακόμη να με πιστέψεις, ε;;; Περίμενε, μισό...» λέει και κατεβάζει τον γενικό.
Πάει μπρος στο φούρνο και με καλεί δίπλα της.
«Στα όνειρα, κατεβάζουν γενικό;;;» ειρωνεύτηκε.
«Ξέρω γω, απλός υπάλληλος είμαι...» εξακολουθούσα να ήμουν χαμένος.
«Άκουσε, αν είναι να τρελαθώ, τουλάχιστο ας έχω παρέα», ήταν μια άποψη.
Δε ξέρω σε ποια διάσταση περάσαμε, αρκούσε που την είχα στο πλευρό μου.
«Ορίστε... δοκίμασε κι εσύ...» πρότεινε και με άφησε μόνο απέναντι στον σατανικό πολυμάγειρα...
«Χωρίς ρεύμα;;; Θα πάρει μπρος;;;», προσπάθησα να το αποφύγω.
«Αμέ! Είναι και οικολογικό...», ήταν ανένδοτη.
«Πως;»
«Βάλε στο νου σου ένα φαγητό. Όπως το έχεις δοκιμάσει. Παίξε με τα κουμπιά και τους διακόπτες, πάτα και γύρνα μερικά τυχαία. Και θα συμβεί...» μίλησε η εμπειρία.
Πράγματι!
Έλα όμως που είχε χορτάσει και δεν είχα λιγούρα. Σκέφτηκα το μέλλον και τους φίλους μου. Έτσι ευχήθηκα για τρία πιτόγυρα, απ’ όλα, το ένα χωρίς κρεμμύδι γιατί ένας δικός μου ήταν αλλεργικός.
Όχι οποιαδήποτε πιτόγυρα, αλλά από ένα σουβλατζίδικο που είχε κλείσει χρόνια και συνηθίζαμε να πηγαίνουμε μικροί. Αν ήταν να κάνει ψυχικό, ας το έκανε ολόκληρο.
Και να σου...
Αφήνω τον διακόπτη. Ακούστηκαν τρία «τσουπ» σα σταγόνες. Άντε να ήταν τέσσερα γιατί είχα μείνει να τη κοιτάω μα αγωνία.
Μόλις σταμάτησαν, εκείνη ανοίγει το πορτάκι και σκάει μπροστά μας μια σακούλα...
«Σουβλάκια, μωρέ μαλάκα;» αυτό βρήκε να πει!
«Ναι μωρέ, θα τα πάρω σπίτι! Για τα παιδιά...» δικαιολογήθηκα.
Ξεχνώ τους παραλογισμούς και ψάχνω στη σακούλα. Ξετυλίγω τα πιτόγυρα και ναι, πράγματι το ένα ήταν χωρίς κρεμμύδι!
Καταπλητικό!
«Έχει και απόδειξη...», παρατήρησε.
«Μάλιστα. Ψητοπωλείο ο Κυρ-Αντώνης...», μουρμούρισα.
«Ο Κυρ-Αντώνης; Που είναι αυτό; Καινούριο;»
«Ο Κυρ-Αντώνης, κορίτσι μου, πέθανε... παραπονεμένος...» εξήγησα.
«Δηλαδή...», αυτό της έμεινε.
«Δούλευε για χρόνια στο λιμάνι, κάποτε πήρε σύνταξη, ήσουν ακόμη μικρή και δε το θυμάσαι. Μετά έμαθε πως τον έκλεβε ο λογιστής και έφυγε πάμφτωχος...»
«Κρίμα ο Κυρ-Αντώνης...»
«Αυτό είναι το θέμα μας; Ο φουκαράς ή το μαραφέτι;» την επανέφερα.
«Έλα ντε. Και τι θα κάνουμε;»
«Νομίζω τίποτα! Είσαι τυχερή που δε θα μαγειρέψεις ποτέ ξανά.»
«Είσαι σοβαρός; Πιστεύεις πως θα μπορέσω να κλείσω μάτι με τούτο το διαβολικό κατασκεύασμα στην άλλη άκρη του δωματίου; Κάνε κάτι!»
«Τι να κάνω; Τώρα σε έπιασαν οι φοβίες; Εσύ δε κυκλοφορούσες ένα διάστημα μεσ’ τα μαύρα και τρόμαζαν οι γριές στη γειτονιά; Που θυμιάτιζαν όποτε σε βλέπανε;»
«Άλλο αυτό... Τώρα... Τώρα τι γίνεται;»
«Ξεκόλλα», συμβούλεψα μήπως το πιστέψω κι εγώ.
«Γλυκά άραγε φτιάχνει...» το γύρισε στη πλάκα καθότι δεν ήθελε να σκέφτεται.
«Δε δοκίμασες;»
«Μπα, τα είχα κόψει γιατί φαίνεται πως πήρα κιλά», παραπονέθηκε.
Ενώ, 700 φαγητά στον πάγκο δε παχαίνουν καθόλου! Μια χαρά της βρήκα, από κιλά τουλάχιστο. Όμως με τόσο φαί, δε ορκιζόμουν για την επόμενη φορά.
«Άφησε, θα το τεστάρω αμέσως», προσφέρθηκα και φαντάστηκα δυο κρέπες.
Πάλι τα ίδια... «τσουπ» και περιμέναμε να σταματήσουν.
Ανοίγουμε το πορτάκι και αντί για το γλυκό, εμφανίζεται ένα άδειο, λαδωμένο ταψί μιας χρήσης.
«Αυτό ήταν, χάλασε!”, συμπέρανε βιαστικά.
Πήρα να ξεφορτωθώ το ταψί, μα πριν το ρίξω στο κάδο, πρόσεξα να έχουν σχηματιστεί λέξεις. ΄Έγραφε «δε φτιάχνω γλυκά». Το «γλυκά» με έψιλον γιώτα...
«Αμάν!», άντε τώρα να την ταράξω περισσότερο.
«Τι; Τι;», πετάχτηκε σα να τη χτύπησε ρεύμα υψηλής τάσης.
Εδώ που φτάσαμε, όφειλε να γνωρίζει...
«Ο φούρνος... μας μιλάει...» της εξηγώ όσο πιο απλά μπορούσα.
«Το πνεύμα... του Κυρ-Αντώνη... πως τον είπες...» λέει και αλλάζει δέκα χρώματα.
«Αποκλείεται, αποκλείεται ο Κυρ-Αντώνης», έδειξα απόλυτος.
Ναι, γιατί ο κυρ-Αντώνης είχε τελειώσει ανωτάτη εμπορική, την παλιά ΑΣΟΕ, αλλά δεν ήθελε μπλεξίματα και την έβρισκε με το σουβλατζίδικο και όλους εμάς. Του πούστη, ένα «γλυκά» ήξερε να το γράψει σωστά...
Κάτι άλλο εξελισσόταν. Τώρα το διαβάζετε χαλαροί και με την πολυτέλεια ενός καθαρού μυαλού. Τότε όμως;
Μας είχε σηκωθεί η τρίχα και όσο μιλούσαμε γινόμασταν χειρότερα.
Θριλεράκι η ατμόσφαιρα, έμεναν και τα φώτα σβηστά.
Μείναμε σιωπηλοί στον καναπέ. Δεν επωφελήθηκα ακριβώς από την κατάσταση, αλλά το χέρι μου τυλίχτηκε γύρω από τον ώμο της. Πριν καν συνειδητοποιήσω τι έκανα ή το γιατί, μπλέξαμε σε μια αγκαλιά και αρχίσαμε τα φιλιά.
Με μια λαβή από το σβέρκο, μας έριξε χύμα στο πάτωμα με μια σαβούρα ερωτική, όσο ερωτισμό δηλαδή εκπέμπει μια σαβούρα.
Εξερευνώντας στα σκοτάδια ένα κορμί με γνώριμες καμπύλες, ξύπνησε ακόμη ένας λόγος που λατρεύω αυτή τη γυναίκα.
Εξαφανίστηκαν τα όνειρα, ο φούρνοι, οι Κυρ-Αντώνηδης και οι αναστολές. Μαζί και η ένταση, τα περισσότερα ρούχα και οι αναστολές. Όταν βρίσκεσαι ένα κουβάρι με την ουσία, ξεχνάς οτιδήποτε και με την κατάλληλη ανταπόκριση κινδυνεύεις να καταλήψεις μόνιμα εξαρτημένος.
Αλλά δε φτούρησε...
Όσο απρόσμενα ξεκίνησε, τόσο άδοξα τελείωσε.
«Δε μπορώ...» είπε κοφτά και σηκώθηκε με το μαλλί στους πέντε ανέμους.
Την έβλεπα με το φως από τη σχισμή που άφηνε η κουρτίνα να παίζει πάνω της, επομένως δεν υπήρχε διάθεση να το αναλύσω. Βρέθηκα όρθιος αυτή τη φορά και προσπάθησα ξανά.
«Όχι, ξέχνα το...» συνέχισε ανένδοτη και με έσπρωξε δυνατά πίσω στο καναπέ.
«Εντάξει...», το πήρα απόφαση, game over που λέει ένας γνωστός.
«Όχι με αυτό το πράγμα, δε μπορώ να λειτουργήσω», επανήλθε.
Δε την κατηγορώ, είχε ελαφρυντικά. Με το πνεύμα στο δωμάτιο, ίσως κι εγώ το ίδιο θα έλεγα. Πάντως, αν ήταν ο Κυρ-Αντώνης, δε θα με χαλούσε ιδιαίτερα...
«Φεύγω μια βόλτα...», είπε καθώς ντυνόταν.
«Έρχομαι κι εγώ». Της είπα καθώς επανέφερα τα φώτα.
«Να μείνεις εδώ εσύ. Βρες μια λύση.. Κάτι να στέκει...»
«Καλά... καλά...» απαντούσα χωρίς να πάρω τη ματιά μου στιγμή από πάνω της.
«Γίνεται να μη με κοιτάζεις έτσι;» παραπονέθηκε μόλις με πήρε πρέφα.
«Χλωμό...» και πράγματι ,έτσι ήταν.
«Τι καταλαβαίνεις;» ενοχλήθηκε ακόμη περισσότερο.
«Συλλέγω αναμνήσεις για τα βαθιά γεράματα...» είπα για να παρεξηγηθεί τελείως.
«Μια χαρά, φρόντισε να τις βάλεις σε άλμπουμ. Μόνο ξεκόλλα...»
«Ας έχω ένα λόγο παραπάνω να θυμάμαι γιατί θα βρίσκομαι ακόμη δίπλα σου»
«Ωραία, αν και μέχρι τότε θα υπάρχουν πιπίνια να μπανίζεις, αγέννητα ακόμα»
Με τη κουβέντα έτοιμη. Σα να είχε δίκιο.
Μια καθημερινότητα γεμάτη γκρίνιες και άσκοπους καυγάδες, όμως πάλι θα προσπαθούσα να βρίσκομαι εκεί κοντά, με την ελπίδα να προκύψουν εκείνες ο μικρές στιγμές που θα με βοηθήσουν να υπάρχουν ακόμα.
Έστω και ως κωλόγερος, ίσως διατηρούσα θέληση για ζωή!
Δε χρειάστηκε να της πω τίποτα. Αρκούσε που την έβλεπα αναψοκοκκινισμένη, διαρκώς θυμωμένη και σε μια γνώριμη συνήθεια. Έφευγε...
«Άντε προσπάθησε και θα σου φέρω γλυκά που έψαχνες...» υποσχέθηκε και γεια σας
Είχα πεισθεί πως η ίδια κατάσταση θα συνεχιζόταν επ’ αόριστο.
Μόνος να τη σκέφτομαι και αυτή εξαφανισμένη.
Δε βαριέσαι, με ένα γρήγορο γνωστό συμβιβασμό η ζωή κυλάει στο ρελαντί.
Τι έμεινε; Μα φυσικά, ο φούρνος!
Όσο έλειπε το φιλοσόφησα.
Εφόσον πίστευε πως μπορούσε να συνθέσω από το παράλογο λογική, αρκούσε να δοκιμάσω ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα.
Υπήρχε ένας τύπος που γούσταρε να πετάει τσιτάτα και να πετάει γενικότερα. Χαρακτηριστικά επέμενε πως ο ένας, μοναδικός και δοκιμασμένος τρόπος ώστε να μην έχει προβλήματα είναι να τα βαφτίζεις λύσεις. Αλήθεια, δεν έχω ιδέα που κατέληξε όμως η φράση του εξυπηρετούσε κάμποσο στη δεδομένη περίπτωση.
Στοιχειωμένος ή μη, ο φούρνος έλυνε χέρια.
Συγκεκριμένα η κατάρα μια γκαρσονιέρας ήταν δυνατό να γίνει η ευχή για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μονάχα σκέψου, να υπήρχε κάποιος που θα την πατεντάριζε και τη μοίραζε παντού.
Εκτός που θα τα κονομούσε παντοτινά, ένας τέτοιος φούρνος σε κάθε σπιτικό θα έλυνε μια κι έξω το ζήτημα της πείνας, είτε είχε να κάνει με ανθρώπους φτωχούς, είτε με ανθρώπους άχρηστους.
Ανεξάρτητα τι κουβαλούσε κανείς, ένα πιάτο φαΐ θα του βρισκόταν. Και ίσως ένας κόσμος χορτάτος λειτουργούσε κομματάκι διαφορετικά.
Ίσως και όχι, γιατί από την απληστία και την αδηφαγία που επικρατεί μπορεί να εξαφανιζόταν από επιδημία παχυσαρκία.
Ας υπάρχει όμως καμιά μπριζόλα στο πλάι και ό,τι έμελλε να συμβεί, θα συνέβαινε.
Θα περίμενα να γυρίσει και πάνω στο γλυκό θα της ανέλυα το σκεπτικό.
Εντάξει, ο Μαντέλα και η Τερέζα χάσανε άλλο ένα κρεβάτι, αλλά αν τα συμφωνούσαν θα έμεναν στην ιστορία.
Όχι σαν το τέλειο ζευγάρι αλλά σαν οι δύο που άλλαξαν τον κόσμο.
Βρε καλά το έλεγα εξ’ αρχής, αν σηκώνεις άγνωστα τηλέφωνα μπορεί να μπλέξεις άσχημα. Άντε μετά να εξηγήσεις πως ολημερίς τον έπαιζες για τη παγκόσμια ειρήνη και δεν έκανες το παραμικρό...
Όσο αργούσε να επιστρέψει, σχεδίαζα πως θα της το έφερνα καλύτερα.
Δεν ήταν σίγουρο βέβαια πως θα γυρνούσε! Αν έπαιρνε στροφές στο δρόμο, ίσως άλλαζε γνώμη και έκανε μέρες, μέχρι να το πάρω απόφαση και ξεκουμπιστώ.
Ούτε ήμουν σίγουρος πως ήθελα να το ρισκάρω.
Πήρε πρωτοβουλίες και έδωσα αφορμές να κακοχαρακτηρίσουν.
Ας το μάθαινε αργότερα... αν πετύχαινε...
Την απασχολούσε η ηρεμία και πως θα ξεφορτωνόταν τα πνεύματα, αυτό ακριβώς θα της έδινε για την ώρα. Μετά, αναλόγως.
Κοίταξα μη τυχών πλησίαζε και αφού σφήνωσα την πόρτα για να μη κλειδωθώ έξω, κατεβαίνω και σταματώ ένα ταξί. Πλήρωσα και παρήγγειλα να αφήσει το φουρνάκι σπίτι μου και γύρισα πίσω στον καναπέ.
Να μη καρφωθώ και να λήξει η ιστορία.
Τελικά δεν άργησε πολύ. Χτυπήσαμε κάτι πάστες, της έδωσα μια ηλίθια εξήγηση πως με καινούρια διαδοχικά «τσουπ» ο φούρνος εξαφανίστηκε υποσχόμενος να μην την ξαναενοχλήσει και μη θέλοντας να δώσει συνέχεια, κατάπιε άλλο ένα ρεσιτάλ ανοησίας και ησύχασε.
Φυσικά και δε πίστεψε λέξη, όμως δεν την ένοιαζε. Ήθελε μόνο να ηρεμήσει, να απαλλαχτεί από τις όποιες εμμονές, πιθανότατα και από την παρουσία μου και να επιστρέψει στο ξεκίνημά της, που με τα πολλά είχε αφήσει στα μισά.
Αποχαιρετηθήκαμε, μαζί με τις αυταπάτες. Ήξερα πως την αγαπούσα, μα πριν γίνω ενοχλητικός, την παρέδωσα εκεί απ’ όπου την είχα πάρει, στην τύχη.
Εξάλλου, δυο βήματα απόσταση μας χώριζαν πλέον. Κάποτε θα ξαναβρισκόμασταν.
Κόντευε μεσημέρι μια ήδη γεμάτης μέρας και περπατούσα πίσω στο σπίτι.
Σφύριζα και δε με απασχολούσε πια, ούτε εκείνει, ούτε το φουρνάκι.
Είχα έννοια αν με κρέμασε ο ταρίφας...
Ξηγήθηκε και δε τα μπέρδεψε, ο φούρνος-φάντασμα ήταν αφημένος στο χαλί έξω από την πόρτα.
Σχεδόν συνωμοτικά, τον έμπασα μέσα, έκλεισα τα παράθυρα και αφού έκανα χώρο τον τοποθέτησα στη δική μου κουζίνα.
Αν ήμουν άθλιος ή όχι ας το κρίνει η ιστορία. Πρώτα όμως, είχα το προνόμιο να τη διαμορφώσω!
Εξέταζα κάθε γωνία, άπειρες φορές. Αναρωτιόμουν αν θα μπορούσε να τον κοπιάρει κάποιος και να πραγματοποιήσει το όραμά μου. Και αν μπορούσε, έπρεπε να καταστρώσω ένα σχέδιο για να μη με πουλήσει και τελικά με βγάλει από το παιχνίδι. Μετά όλα φάνταζαν παιχνιδάκι...
Ήξερα πως λειτουργούσε, παρόλα αυτά δοκίμασα ξανά για να πεισθώ.
Βρίσκω ένα φιλαράκι στο κινητό και μου ήρθε να του κάνω πλάκα...
«Θυμάσαι ρε ένα βράδυ που πεινούσαμε, όταν δοκίμασες να μαγειρέψεις φασολάκια αφού είχες καταφέρει ένα μπουκάλι τεκίλα;» τον πήγα αρκετά χρόνια πίσω.
«Αφού το θυμάσαι εσύ, το ίδιο μου κάνει», γέλασε.
«Άμα στα φτιάξω ακριβώς όπως τότε... μέχρι που φτάνεις;», είχα περιέργεια
«Να δοκιμάσω πρώτα και αν πετύχεις μια τόσο χαμένη συνταγή, τα κατεβάζω επί τόπου εδώ στη εταιρία και φωνάζω ό,τι μου πεις...» δήλωσε, μάλλον όχι επειδή του ήταν αδιανόητα, αλλά επειδή έψαχνε κίνητρα για να το πραγματοποιήσει.
«Καλά μπούρδες. Τουλάχιστο, κερνάς καφέ;» τον προσγείωσα.
«Ναι ρε, έτσι κι αλλιώς.. Πέρασε σε καμιά ωρίτσα που λασκάρω...» είπε κι έκλεισε.
Τέτοια φασόλια, δύσκολο να φτιάξεις, καθώς δεν υπήρχε καν συνταγή. Ήταν πάντως ό,τι πιο αηδιαστικό είχα δοκιμάσει ποτέ. Ποιος ξεχνά άραγε πως μετά την πρώτη κουταλιά, τα είχαμε πετάξει στον πιο απομακρυσμένο κάδο, με την κατσαρόλα.
Αυτή κι αν ήταν πρόκληση για τον στοιχειωμένο φούρνο.
Σβήνω τα φώτα και εκτελώ το τελετουργικό.
Ακούγονται τα χαρακτηριστικά «τσουπ» και με τη μύτη καλυμμένη με μια πεσέτα περίμενα το απερίγραπτο αποτέλεσμα.
Τέτοια αηδία, ούτε καν τα πνεύματα....
Αντί για μια βρομερή κατσαρόλα, εμφανίζεται... μια χαρτοπετσέτα.
Πάλι ανορθόγραφη, δυσκολεύτηκα κάμποσο ώσπου να βγάλω τα γράμματα.
«Παρακαλό ησάγετε το πην»
Τη ρουφιάνα!!! Είχε προλάβει να τον κλειδώσει!!!!
Άντε μετά από τόσα γλυκόλογα και αποχαιρετισμούς να την πάρω στο κινητό για να το μάθω. Και τι να της έλεγα ακριβώς; Πως της έκλεψα τον φούρνο;
Γίνηκα ρόμπα και στο φίλο...
Επικαλέστηκα μια ξαφνική δουλειά και ευτυχώς γλίτωσα τα χειρότερα.
Απέμεινα μόνος με έναν άχρηστο παμπάλαιο φούρνο.
Ο κύκλος για τη σωτηρία της ανθρωπότητας έληξε άδοξα, έλειπε το pin.
Τα παράτησα και το έριξα στο ίντερνετ.
Δοκίμασα ένα φόρουμ με όλους αυτούς τους βαρεμένους που καταπιάνονται με τα μεταφυσικά, τις χαρτομαντείες, τις καφεμαντείες, τα πνεύματα και τα οινοπνεύματα.
Τουλάχιστο εκεί δεν υπήρχε ο φόβος να με παρεξηγήσουν.
Και βρε αδερφέ, αφού τους έφτιαχνα, δεν είχα τίποτα να χάσω...
Νύχτωσε και κάτω από τη δημοσίευση έλαβα δεκάδες, μη πω εκατοντάδες απαντήσεις, τόσες που δε προλάβαινα να τις διαβάσω.
Βρέθηκαν ορισμένοι που έδωσαν βάση και οι περισσότεροι κατέληγαν στην ίδια ερώτηση:
«Προσπάθησες να επικοινωνήσεις ξανά μαζί του;»
Μερικοί πιο προοδευτικοί ρωτούσαν γιατί δε το ελευθέρωσα, ενώ ένας πρακτικός εκλιπαρούσα να του τον ανταλλάξω με ένα ολοκαίνουριο Ντελόνγκι!
Δοκίμασα μια φορά, ναι να του μιλήσω. Φάνηκε τόσο γελοίο που τα παράτησα αμέσως, ντρέπομαι και μόνο που το γράφω.
Κόντευε να ξημερώσει και είχαν περισσέψει νύστα κι απογοήτευση.
Ίσως δεν ήμουν φτιαγμένος για τέτοια κόλπα. Ίσως να μην ήμουν φτιαγμένος για τίποτα. Ετοιμαζόμουν να την πέσω και πέρασα να ρίξω μια τελευταία ματιά στον καταραμένο πλέον φούρνο.
Τότε πως έφαγα φλας και κατάλαβα πως τόση ώρα προσπαθούσα λάθος, δε ξέρω!
Αντί να λέω μπούρδες, πλησιάζω, αγγίζω τα κουμπιά και γυρνώ τους διακόπτες.
Ήταν μια λέξη, μοναχά «ελευθερία»...
Πήρε μπρος ο φούρνος και κλώτσησε. Τελικά δε ξέρω τι λένε τα κομπιούτερ κι οι αριθμοί, αλλά μερικές αξίες περνάνε σε όλες τις διαστάσεις.
Ξαφνικά ηχούν και πάλι τα «τσουπ» και ξεφουρνίζεται ένα ταψί.
Όχι, δε φανταζόμουν κάποιο φαγητό, απλά έταζα στο πνεύμα πως θα το βγάλω από εκεί μέσα και του ζητούσα λιγάκι υπομονή μέχρι να μάθω τον τρόπο.
Πάνω στο ταψί, κόκκοι ρυζιού έδεναν στον εφιάλτη του συντακτικού.
Έπειτα από μερικά ξεφουρνίσματα, το πνεύμα εξηγούσε πως ούτε κι αυτό κατάλαβε πως παγιδεύτηκε στον φούρνο. Οδηγούσε λέει ένα αμάξι γιατί το προηγούμενο έμεινε με τις λαμαρίνες. Εκεί που γκάζωνε στον ανοικτό δρόμο γιατί έψαχνε μοντέλο με υψηλές επιδόσεις, γύρω του όλα σκοτείνιασαν και μεταφέρθηκε σε άλλη διάσταση!
Μόλις συνήλθε και κατάλαβε που βρισκόταν, δοκίμασε τα πάντα για να τραβήξει την προσοχή του έξω κόσμου. Γι’ αυτό και ξεσκίστηκε να μαγειρεύει!
Κάτι μου θύμιζε η ιστορία, αλλά δυσκολευόμουν να το προσδιορίσω.
Ελαφρώς ανακουφισμένος, γιατί η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, είδατε τι μπορεί να πάθει κανείς έκανα έναν ωραίο, βαθύ ύπνο, δίχως γυναίκες ή φούρνους στα όνειρά μου.
Τήρησα την υπόσχεσή που είχα δώσει στο πνεύμα και προσπάθησα να θυμηθώ.
Πήρα ένα αλάνι γνωστό και ρώτησα αν έγινε κάποιο βαρβάτο ατύχημα ή περίεργο σκηνικό με αμάξι.
Τίποτα ιδιαίτερο δεν είχε συμβεί. Εκτός ίσως από ένα ατύχημα στο αεροδρόμιο. Μια βλαμμένη ζήτησε test drive μια ακριβή κούρσα. Μετά πήγε και το συνθλίψει σε μια κολώνα φωτισμού!
Ολοσχερής ζημιά και το χειρότερο για την αντιπροσωπεία ήταν πως η βλαμμένη δεν έπαθε, παρά εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω ένα δυσθεόρατο λογαριασμό!
Ώχου!
Το πνεύμα που προσπαθούσα να μιλήσω, με τα άσχημα ανορθόγραφα γράμματα, που τόσο μας είχε ταλαιπωρήσει δεν ήταν άλλη από τη Ντίνα, το σαμιαμίδι!
Καταπληκτική μαγείρισσα, δε λέω, όμως δε ξέρουμε πως θα τα είχε καταφέρει κάποιος άλλος στην ίδια διάσταση με εκείνη.
Μιλήσαμε μια τελευταία φορά γιατί ήθελα να μάθω πως της ήρθε να ζητήσει pin. Είπε λέει πως της συνέβαινε κάθε φορά που πήγαινε να τραβήξει χρήματα από την τράπεζα. Και από χιούμορ το Ντινάκι, γάμησέ τα...
Κλείνω φούρνους και ιντρερνέτ, ψάχνω να βρω τον τύπο που τη θεωρούσε γυναίκα της ζωής του. Είχε κλειστά τηλέφωνα και είχε ρίξει πλερέζες μόλις έμαθε για την αγαπημένη του.
Γύρισα παντού κι όμως τον βρήκα να της ανάβει καντήλι στον τόπο του ατυχήματος. Δύσκολοι καιροί για να ζητάω «συγνώμη». Δοκίμασα να τον παρηγορήσω και με το μαλακό του έφερα μια σύντομη τροποποιημένη εκδοχή απ όσα γνώριζα.
Τρελάθηκε! Αγκάλιαζε, δάκρυζε, έπεφτε στα πόδια μου.
Σιγά μωρέ... φυσικά θα του έδινα το φουρνάκι.
Την ίδια μάλιστα στιγμή, ήρθε, το μάζεψε και ξεκουμπίστηκε μια και καλή.
Κρίμα μόνο που δε σώθηκε η ανθρωπότητα. Για φαντάσου σε κάποιο εργαστήριο να πετύχαιναν δισεκατομμύρια κλώνους της... Ντίνας.
Αυτό δε θα ήταν λύτρωση αλλά το Alien!
Δε βαριέσαι. Τα παιδιά αγαπιούνται, από τη μια πλευρά έστω.
Αν τα καταφέρει και τη βγάλει, γούστο και καπέλο του.
Φαίνεται αποφασισμένος και ίσως πετύχει. Δε μασάει, παρά την προειδοποίηση πως ο αγιάτρευτός του έρωτας έχει αφήσει διακόσια χιλιάρικα φέσι στο αμάξι και δε θα πάψουν να την ψάχνουν ποτέ...
Οψόμεθα.
Έτσι τα άφησα. Είμαστε μάλλον και οι δυο ικανοποιημένοι που γνωρίζουμε επακριβώς που βρίσκονται οι γυναίκες των ονείρων μας και δε θα χρειαστεί να ψάχνουμε άδικά.
Η δική μου είναι παραδομένη στην τύχη της και η άλλη σ’ έναν φούρνο...
Τρέμω πως κάποτε η Ντίνα θα γυρίσει στον πραγματικό κόσμο.
Γιατί υποσχέθηκα στο παλικάρι πως τότε θα βγούμε διπλό ραντεβού και πάλι θα πρέπει να κυνηγώ το ριζικό μου...
Να προσέχεις, σε εσένα το γράφω.
Αν ποτέ υποψιαστείς πως μέσα σε κάποιο φούρνο ενδέχεται να κρύβεται ο άνθρωπος των ονείρων σου, όπως κι αν το αντιλαμβάνεσαι, παρ’ τον φούρνο και τρέχα..
Αν όμως, πέσεις έξω, δοκίμασε να τον δώσεις εκεί που θα πιάσει τόπο.
Με μίξερ δε γίνεται. Μικροκύματα μπορεί.
Αυτά...
Καλή όρεξη

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Μια μπύρα για τον πολεμιστή νάνο Όλαφ (μέρος πρώτο: η δέσμευση του γερο-Φάμπεργκας)

Υπήρχε ένας άγραφος κανόνας, πέρα εκεί, στον τόπο που ονόμαζαν Μέση Γη.
«Δε ποτίζουμε ποτέ νάνους πολεμιστές»
Οποιοσδήποτε καθώς πρέπει πανδοχέας το ήξερε και φρόντιζε να το τηρεί με διάφορα τεχνάσματα ανάλογα με την περίπτωση.
Αμέτρητες ιστορίες είχαν να διηγηθούν οι ταξιδευτές. Για νάνους που μέθυσαν και προκάλεσαν φθορές ή ακόμα χειρότερα, υπό την επήρεια κριθαρένιας μπύρας τραυμάτισαν κάποιον ανυποψίαστο θαμώνα.
Μα πόσο κακό μπορούσε να απλωθεί από ένα αθώο, δροσερό εκχύλισμα βύνης;
Η απορία έφτασε κάποτε σε μια συντροφιά σοφών με άσπρα χιτώνια.
Εκείνοι συνεδρίασαν απόμερα και επέστρεψαν με μια ξεκάθαρη αιτιολόγηση.
«Μα δεν είναι δυνατόν από μόνο του να ωθεί τους νάνους σε τόσο αποτρόπαιες συμπεριφορές. Δε χάνουν τα λογικά τους επειδή πίνουν λίγη μπύρα. Είναι το μέτρο που έχουν χάσει πρωτού ξεκινήσουν να πίνουν...»
Πράγματι, μέχρι και ο τρελός κάθε χωριού, είχε ακουστά πως οι νάνοι δεν έχουν μέτρο όταν γλεντούν.
Έλεγαν παλιότερα, πριν την απαγόρευση πως, άξεστοι όπως ήταν, οι νάνοι έπιναν από το κράνος τους. Πήγαιναν στα καπηλεία και το αναποδογύριζαν μπρος τον ταβερνιάρη, ζητώντας ποτό.
Όταν εκείνος καταλάβαινε πως οι πελάτες του άρχιζαν να ξεφεύγουν, λίγα μπορούσε να κάνει. Είτε τους έκρυβε το κράνος με τα κέρατα, είτε σταματούσε να τους σερβίρει μέσα σε αυτό, οι νάνοι εκνευρίζονταν και ξεκινούσαν τον σαματά.
Πριν τη μάχη με το Κακό, άκομψα και προκλητικά τους πετούσαν έξω από κάθε σημείο με οινοπνευματώδη. Αργότερα, οι νάνοι ήταν ήρωες πολέμου και επιτρεπόταν να κυκλοφορούν ελεύθερα παντού.
Μάλιστα, κυκλοφορεί μια ανεπιβεβαίωτη φήμη πως τότε, για να πειστούν οι βραχύσωμοι μαχητές να σταθούν με το πλευρό των συμμάχων, τους έταξαν πως θα μπορούν να πίνουν όταν και όσο θέλουν.
Δύσκολα συμπεριφέρεσαι με ασέβεια απέναντι σε κάποιον που μάτωσε για να συνεχίζεις να κοιμάσαι και να ξυπνάς αδούλωτος.
Έτσι, κανείς δε σηκωνόταν όποτε αντιλαμβανόταν την παρουσία ενός νάνου στα καπηλειά. Παρακολουθούσαν διακριτικά και άφηναν στους ταβερνιάρηδες να βρουν δικαιολογίες ώστε να μην ακολουθήσει μακελειό.
Οι περισσότεροι επικαλούνταν όριο ύψους, έστηναν έναν πήχη δίπλα στον πάγκο και κάθε φορά έστηναν τους διψασμένους νάνους, πριν τους αρνηθούν ευγενικά.
Γρήγορα σχετικά, οι νάνοι διαμαρτυρήθηκαν, γιατί μπορεί να ήταν άξεστοι, όμως χαζούς δε τους έλεγες με τίποτα.
«Γιατί να πίνουν οι μισοριξιές τα Χόμπιτ και όχι εμείς;»
Αυτό ήταν το δικαιολογημένο παράπονό τους....
Έλα που όμως τα Χόμπιτ ήταν οι ιδανικοί πελάτες. Τακτικοί, ήσυχοι και καλοπληρωτές, ήταν αδύνατο να χαθούν από τα καπηλειά.
Γι’ αυτό, οι ταβερνιάρηδες παραμέρισαν το όριο ύψους και ανάλογα με κάθε περίπτωση, αυτοσχεδίαζαν.
Κάπως έτσι συνέβαινε και στο χάνι του Φάμπεργκας, στους πρόποδες του Λόφου με τις Βατομουριές, λίγο πριν διασχίσουν τα καραβάνια το επικίνδυνο Φαράγγι με τις Πυγολαμπίδες.
Σωστό χρυσωρυχείο για το παλαίμαχο ξωτικό τοξότη. Ήξερε πως πρόκειται για μοναδικό σημείο ξεκούρασης και ανασύνταξης πριν τη δύσκολη διάβαση.
Όταν επιδεινώθηκε η όρασή του και έχασε κάμποσα από τα μακριά, ξανθά του μαλλιά, ο Φάμπεργκας αποστρατεύτηκε και με πενιχρές οικονομίες εγκαταστάθηκε εκεί, κερδίζοντας ανυπολόγιστη φήμη.
Μπορεί στο διάβα του να είχε ξεκοιλιάσει ορδές από λυσσασμένα Ορκ με τα αιχμηρά του βέλη, στις Κακοτοπιάς τα έλη και να μη τον γνώριζε κανείς. Μόλις έβγαλε την φαρέτρα και πρόβαρε την ποδιά, ανακάλυψε πως ο κόσμος σε γουστάρει περισσότερο αν σερβίρεις μισόλιτρα ποτήρια και ξεροψημένα γεύματα, παρά θάνατο.
Οι πάντες γνώριζαν για το πανδοχείο του γερο-Φάμπεργκας. Άμα τους ζητούσες λεπτομέρειες, εύκολα σε κατατόπιζαν προς τα εκεί. Εξάλλου ήταν ο μοναδικός δρόμος προς το Φαράγγι, ήταν αδύνατο να χαθείς.
...
Ποιος να φανταζόταν πως στον ταπεινό εκείνο σταθμό, έμελλε να τερματιστεί μια προκατάληψη αιώνων.
Στην περιοχή δε ζούσαν νάνοι πολεμιστές, ούτε καν περνούσαν από κοντά. Παραείχε υγρασία για τα γούστα τους, επομένως αν δε συνέτρεχε λόγος εξαιρετικός και σπάνιος, σιγά μη πετύχαινες τέτοιο προς τα μέρη εκείνα.
Οι πρώτοι που παλιά διάβηκαν το πέρασμα μιλούσαν πως κάπου χαμένη στον Λόφο με τις Βατομουριές, περιπλανιόταν της βροχής η νύμφη. Σκέψεις λένε, έννοιες βαρβάτες γυρνούσαν στο μυαλό της, σύννεφα σχηματίζονταν και ψηλά στον ουρανό ανέβαιναν.
Έμπλεκαν τα σύννεφα μεταξύ τους και πριν καταφέρουν απ’ τον αέρα να σκορπίσουν, στάλες μεγάλες γίνονταν και έπεφταν πάλι στη γη. Μούσκευαν το δέρμα της βασανισμένης νύμφης και να διαφύγει δε μπορούσε.
Υπήρχαν μέρες που η νύμφη ξεχνιόταν λιγάκι και έστω για μια στιγμή ο ουρανός καθάριζε, για να δουν οι οδοιπόροι πως πάνω από τα σύννεφα, ο ήλιος βασιλεύει. Λαχταρούσαν δε όλοι αυτοί, το κέφι της να βρει των Λόφων το στοιχειό, ώστε το διάβα τους, τόξο ουράνιο να φωτίσει...
Παρότι μόνιμα σκοτεινό το τοπίο, πάνω από το χάνι του Φάμπεργκας, ελάχιστοι πίστεψαν σε εκείνο τον τραβηγμένο μύθο, ακόμη και τις σπάνια πρωινά που ξεπρόβαλε ο ήλιος.
«Αυτά είναι παραμύθια για νάνους αφελείς», έλεγαν και χασκογελούσαν.
Ας μην υπήρχε ο παραγκωνισμός των νάνων από τέτοια μέρη και θα σου έλεγα με κάθε λεπτομέρεια τι είδους συνέχεια θα επακολουθούσε. Όσο έλειπαν από τις κουβέντες, δε μπορούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους από πληθώρα κακεντρεχειών.
Δίχως αντίλογο, με τα χρόνια οι νάνοι πολεμιστές κουβαλούσαν μια φήμη άσχημη, που ουδόλως σχετίζονταν με την πραγματικότητα. Έλεγε καθένας το μακρύ και το κοντό του ατιμώρητος, τα λόγια ταξίδευαν όσο τα καραβάνια σε τόπους που νάνος δεν τα είδε και γρήγορα το ψέμα συνείδηση γινόταν.
Αλήθεια υπήρχε κρυμμένη στη φράση των πανδοχείων. Όποιος σε νάνο έλεγε πως ήταν αφελής, με τσεκουριά θα ξέφευγε ή τσακισμένα πόδια. Αν όμως περιοριζόταν στο ότι οι πολεμιστές με τα κέρατα στο κράνος τους μύθους και τις δοξασίες με ευλάβεια ακολουθούν, τίποτα κακό δε θα τους έβρισκε.
Πράγματι, μέρος της ιδιοσυγκρασίας τους και της παιδικής ψυχής που όσο λίγοι κουβαλάνε, οι νάνοι δίνουν παραπάνω σημασία σε ιστορίες που τον κόσμο ερμηνεύουν. Ζουν με αυτές, προχωρούν και ονειρεύονται. Πιστεύουν, όχι τόσο στο περιεχόμενο των ιστοριών αλλά πως ίσως, κάποτε θα μπορέσουν να τις αλλάξουν.
Και μαζί με εκείνες, τον κόσμο ολόκληρο...
Ποτέ δε καυγάδισε στο χάνι ο γέρο-Φάμπεργκας, είχε δώσει ήδη αρκετές στη ζωή του. Πράος χαρακτήρας, αντιμετώπιζε τους τακτικούς και περαστικούς πελάτες με αξιοσημείωτη ηρεμία, ακόμα και όταν είχαν άδικο πολύ.
Όπως τότε που βρεγμένος, την πόρτα άνοιξε ο Όλαφ. Νάνος γκρινιάρης και αλανιάρης, μισούσε τις ψιχάλες όσο και το περπάτημα.
Ήταν στον πόλεμο που μια άρπυια, εκείνο το πτηνό με τα γαμψά νύχια, ξέφυγε από το τσεκούρι και του ξέσκισε το πλευρό. Τα σημάδια έμειναν πιο αργά από τον πόνο και με αυτά τα σημάδια ο Όλαφ παρουσιάστηκε απέναντι από τον Βασιλιά, ζητώντας βοήθεια για το ανεπούλωτο τραύμα.
Λίρες χρυσές δεν έλαβε, ούτε μια θέση στο παλάτι. Μονάχα έναν γάιδαρο μικρό του χάρισαν, κάποιοι είπαν μουλάρι. Έτσι το τσεκούρι πούλησε και αγόρασε σαμάρι, το ζωντανό καβάλησε και έφυγε...
Μέρη μακρινά συνάντησε, μα πουθενά δε ένιωσε πως έπρεπε να μείνει. Και έτσι συνέχιζε για μέρη πιο μακρινά, μήπως την τύχη του γνωρίσει. Σιγά μη περίμενε πως κάποτε θα την έβρισκε, ελάχιστα πριν το Φαράγγι με τις Πυγολαμπίδες.
Μπήκε στο χάνι και δε μίλησε. Πλησίασε την φωτιά και έμεινε για ώρα σιωπηλός ώσπου να στεγνώσει. Ύστερα έφτασε μέχρι τον ταβερνιάρη και αναποδογύρισε το κράνος.
Κοίταξε αριστερά και δεξιά, περίμενε να δει το πήχη πριν ακούσει για ακόμη μια φορά τη γνωστή δικαιολογία για το ύψος. Μα πριν προλάβει ο Φάμπεργκας να απαντήσει, ο Όλαφ είχε παραγγείλει δείχνοντας αυτό που κρατούσε.
«Γέμισέ το, με νέκταρ τέτοιο, που σε ταλαίπωρο περαστικό δύναμη θα του φέρει. Καθώς περνά το δύσβατο στενό, τη γλύκα να έχει στα χείλη του, κουράγιο να του δίνει.»
Χαμογέλασε ο ταβερνιάρης, δε συνήθιζε να ακούει όμοιες παραγγελιές. Ούτε με τέτοια φωνή, μιας και ο Όλαφ ήταν τσεβδός. Κρατήθηκε ώστε να μην τον προσβάλει και λυπήθηκε όταν του είπε πως το ποτό ου έψαχνε, είχε πριν καιρό εξαντληθεί.
«Δεν πειράζει, πιάσε μια Χάϊνεκεν», δήλωσε αποφασισμένος να πιει ο νάνος.
Γνώριζαν και οι δυο που θα κατέληγε η κουβέντα . Ο Φάμπεργκας θα προφασιζόταν κάτι και ο Όλαφ θα έφευγε άπρακτος.
Ο ταβερνιάρης είχε ρόλο άχαρο και δε του πήγαινε η καρδιά να απογοητεύσει τον νάνο, που σε αντίθεση με άλλους που συνάντησε παλαιότερα, έδειχνε να διαθέτει προσωπικότητα και τρόπους.
Βγήκε από τον πάγκο του, στάθηκε δίπλα και ακούμπησε απαλά το μουλιασμένο του ρούχο, οδηγώντας τον προς το παράθυρο.
«Τόπους αμέτρητους τα μάτια σου θα έχουν δει. Γι’ αυτό κοίταξε και εδώ έξω. Την βροχή. Ξέρεις πως δε γίνεται να πιεις. Ούτε απόψε, ούτε κάποια άλλη μέρα. Όχι εδώ, πουθενά.»
Περίεργο τον έκοψε ο Όλαφ, τούτο τον ταβερνιάρη. Σαν κάτι αλλοπρόσαλλους στις στρατιές που πλευρίζανε τους νάνους, ζητώντας θελήματα. Αν ήταν να μην ξεδιψάσει με μπύρα, ας έμενε ως εκεί μιας και ήδη είχε περάσει αρκετές κακουχίες.
«Άκουσε γέροντα, ακριβώς επειδή έχω δει πολλά, πες απλά πως δε σερβίρεις στους ομοίους μου, να καταλάβω πως σαν τους άλλους είσαι...»
Μια ευκαιρία δινόταν στον Φάμπεργκας για να πείσει τον νάνο για το αντίθετο. Και επειδή τον είχε συμπαθήσει, τον παραμύθιασε με μια δόση ειλικρίνειας.
«Κοίταξε την βροχή και θυμήσου την υπόσχεσή μου. Ψέματα δε θα σου πω, μα μόνος σου πρέπει να μάθεις που βρίσκεται η αλήθεια. Θα έρθει μέρα όμοια, με εκείνη που θα ακούσεις, όταν εδώ μπροστά θα βγει ουράνιο τόξο. Τότε ξανά, τη πόρτα θα διαβείς και μαζί θα κατεβάσουμε ολόκληρο βαρέλι. Αρκεί να ξέρω από πριν πως έντιμα εμφανίστηκε. Σύμφωνοι;»
Λόγια λόγια, σκέφτηκε ο Όλαφ. Μυριζόταν πως ακόμη και στη σπάνια περίπτωση όπου θα εμφανιζόταν ουράνιο τόξο, ο γέρος θα προφασιζόταν μη εντιμότητα από την πλευρά του και θα συνέχιζε να είναι αρνητικός.
Όμως, πουθενά αλλού δε του άφησαν έστω μια μικρή ευκαιρία. Το έλαβε ως σημάδι, πως ίσως άξιζε να ριζώσει στο χάνι εκείνο. Έστω και αν η υγρασία στο τραύμα τον γερνούσε γρηγορότερα.
Έμεινε μόνιμα στο πέρασμα. Μόνος του έστησε μια ξύλινη καλύβα και κάθε μέρα κυνηγούσε στο δάσος πριν δυναμώσει η βροχή. Πήγαινε το κρέας στο χάνι και ως αντάλλαγμα έπαιρνε ένα ζεστό πιάτο φαγητό, τις ιστορίες των περαστικών και μια υπενθύμιση για την δέσμευση του Φάμπεργκας.
...

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Ξεφεύγω

Ζήτημα αξιοπιστίας.
Τέτοιο προκύπτει όποτε δεν είμαι καλά।
Βλέπεις, κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη να ξεφύγει.
Θεωρείται η πλέον αποτελεσματική συνταγή ώστε να ισορροπήσει από εκείνα που τον απασχολούν και του κλέβουν ύπνο.
Αρκετοί καταφεύγουν στη ψυχανάλυση ή στο διαλογισμό. Και μη το λάβετε με τη στενή έννοια με το ντιβάνι ή τη γιόγκα. Ψυχανάλυση αποτελεί και μια σύναξη, ενώ διαλογισμός μπορεί να θεωρηθεί ένα απόγευμα με ψάρεμα, πλέξιμο, βιντεοπαιχνίδια και οτιδήποτε είναι σε θέση να απομονώσει κάποιον.
Κι όμως, το να ξεφύγεις δεν εξαρτάται απαραίτητα από το πόσο είσαι διατεθειμένος να μοιραστείς ή να βυθιστείς στο πρόβλημα μέχρι να το ξεπεράσεις. Πάντοτε η λύση σχετίζεται με το άτομο αλλά και τις καταστάσεις.
Άλλοτε ωφελεί να μιλάς, σε μικρά ή μεγάλα ακροατήρια και να μαζεύεις γνώμες, που αν καταφέρεις να τις συνθέσεις, τότε ίσως βρεις την άκρη. Όμως, ακόμα και αν δε φτάσεις ως εκεί, θα έχεις ακούσει ένα σωρό διαφορετικά πράγματα και θα έχεις αναλώσει τόσο χρόνο, που στο τέλος δεν θα θυμάσαι τίποτα.
Η ίδια μέθοδος σε λάθος χαρακτήρα ενδεχομένως να οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Όταν δηλαδή αναφέρεσαι διαρκώς σε εκείνο που σε απασχολεί, το ανακυκλώνεις και δηλητηριάζεσαι. Έπειτα από σειρά επαναλήψεων, το μόνο που θα πετύχεις είναι να γιγαντώσεις κάτι που υπό διαφορετικές συνθήκες θα είχες ήδη ξεφορτωθεί.
Εξαρτάται κάθε φορά.
Το «ξεφεύγω» δεν η λύση αλλά μέρος αυτής. Δεν είναι κάτι συγκεκριμένο όμως λειτουργεί εξίσου ευεργετικά. Όπως επίσης δεν είναι πάντοτε σταθερό σε μια δεδομένη ιδιοσυγκρασία.
Καθένας πολεμά με ό,τι έχει και όπως αισθάνεται τη στιγμή εκείνη.
Θυμάμαι κάποτε, είχα μια έννοια σοβαρή. Όχι τρελά πράγματα, αλλά όπως και να είχε τότε, διαρκώς παραμόνευε και επέστρεφε στη πρώτη ευκαιρία.
Μέχρι που ένα βράδυ, ελαφρώς πιωμένος, έπαιζα με τις λέξεις και βγήκε κάτι που στους περισσότερους έκανε για ποίημα. Αστείες καταστάσεις. Μια φίλη μου, εντελώς ανορθόδοξα το πήρε για στίχους.
Λίγες ώρες αργότερα, εκείνο το παιχνίδι απέκτησε δική του υπόσταση σε ξένα χέρια και κυκλοφορούσε μεταξύ μας ως τραγούδι, με ήχο και φωνή. Πριν από το συγκεκριμένο, υπήρξαν παρόμοιες προσπάθειες με διαβαθμίσεις ως προς την επιτυχία ή την αποδοχή.
Απλά τότε προέκυψε αναπάντεχα και βοήθησε. Μόλις το άκουσα πρώτη φορά ένιωσα παράξενα. Ψωνίστηκα για λίγο, άσχετο με την αναδρομή και για μεγάλο διάστημα το άκουγα διαρκώς. Δεν είχε να κάνει τόσο με το αν μου άρεσε. Ήταν μια στιγμή της ζωής μου που παγιδεύτηκε στον χρόνο, σε μερικά λεπτά μουσικής.
Έπαιζε επαναλαμβανόμενα, το έβλεπα γραμμένο, ώσπου μια μέρα το άκουσα σε μια φοιτητική συναυλία Και κάποτε το βαρέθηκα, με κούρασε και ενδεχομένως να το σιχάθηκα. Έφυγε, μαζί με αυτό και η έννοια.
Όσοι με γνωρίζουν κάπως παραπάνω, συνήθως λένε πως ξεφεύγω με το γράψιμο. Οι ίδιοι πιθανόν να πουν ότι το μοναδικό ίσως προτέρημα που διαθέτω είναι η φαντασία. Χρησιμοποιώντας την ανά περίσταση μπορώ να απαλλαχτώ με ευκολία από τον πραγματικό κόσμο, διαμορφώνοντας ποικίλους παράλληλους.
Μισές αλήθειες, καθώς το ίδιο παρατηρείται και σε ανύποπτο χρόνο, προσδίδοντας έτσι αρκετά στο παράλογο του χαρακτήρα όπως και στις επαφές με τους οικείους μου.
Θέμα συνήθειας όλα.
Το κομμάτι που δεν αποδέχομαι είναι η συσχέτιση φαντασίας και γραψίματος. Να τοποθετείς λέξεις σε μια θελκτική σειρά δε σημαίνει πως έχεις φαντασία. Ενώ αν ακόμα διαθέτεις, δεν είναι σίγουρο πως θα το μεταδώσεις, αν τελικά γράψεις.
Αφού σημειώσω πως η σύνθεση διαφορετικών εικόνων δε νοείται συχνά ως φαντασία και πως οι προσωπικά διαμορφωμένες διαστάσεις δε σώζουν απαραίτητα από μια άσχημη πραγματικότητα, μάλλον θα διαφωνήσω.
Αφιερώνοντας χρόνο και σκέψεις σε κάποιο γραπτό, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, θα ξεχαστείς για όσο διαρκέσει η διαδικασία. Για να ξεφύγεις όμως, χρειάζεται κάτι ισχυρότερο και μη προκαθορισμένο.
Πέρσι πριν το καλοκαίρι αισθανόμουν πάλι χάλια. Τα προβλήματα ολοένα και θέριευαν ενώ οι χαρές εξαφανίζονταν δίχως να επιστρέψουν. Όταν μια νύχτα σηκώθηκα απρόσμενα στο μέσο ενός ύπνου και γυρίζοντας σαν τη κατάρα πριν το ξημέρωμα κατάλαβα πως δεν οφειλόταν στην αλλαγή του καιρού, έπρεπε να το αντιμετωπίσω.
Θα πείτε, μερικοί μετράνε προβατάκια. Για να σας ρωτήσω αν γνωρίζετε έστω έναν από αυτούς, τον οποίο και θα ήθελα να ψυχολογήσω κάποτε.
Παρόμοιες στιγμές ανησυχίας έχουν στιγματίσει τη ζωή μου, όχι πάντοτε με τον καλύτερο τρόπο. Απλά με ωθούν στο να επιλέγω πράγματα που κανείς δε θα πόνταρε έως τότε. Και είναι πάρα πολλά, σχεδόν όλα...
Τότε δεν έπρεπε να επινοήσω, αλλά να καταλήξω σε κάτι που θα μου έφτιαχνε τη διάθεση και θα με κρατούσε έτσι. Καθόλου εύκολο, άνοιξα τον υπολογιστή και έψαχνα παντού.
Γι’ αυτό είναι εύλογο να γράφεις διάφορα, ακόμα και όταν περιαυτολογείς. Γιατί στην ανάγκη μπορείς να ανατρέξεις και ανάλογα με τα ίχνη που έχεις αφήσει πίσω, ίσως καταφέρεις να ανακαλύψεις μέρος του εαυτού σου.
Ξόδεψα ώρες. Κείμενα, μουσικές, σχόλια ανούσια στο προφίλ του facebook, οπουδήποτε. Περνούσα από παντού και χάζευα, νομίζω τον εαυτό μου!
Όταν ολοκληρώθηκε η αναζήτηση, δεν είχα καταλήξει πουθενά. Εντάξει, ποιος δε θα ήθελε να ζει στη Νήσο του Πάσχα και να δουλεύει σε σουβλατζήδικο. Πέρα από μια πάγια ουτοπία που έχω εξαντλήσει ενδελεχώς, δε υπήρχε κάτι άλλο.
Εκτός ίσως, από ένα πρόσφατο τότε όνειρο, το kitesurfing!
Τους είχα δει τυχαία, κάτι τύπους που κρατούσαν ένα πανί και έπλεαν στη θάλασσα με τον αέρα. Σκεφτόμουν πως θα τους έντυνε ο Καββαδίας ας πούμε, αν υπήρχαν στην εποχή του, ή πόσο καλός θα ήταν ο Χέμινγουέη, πρώτα στο kite και έπειτα στο χαρτί.
Πολύ κρίμα που δε το πρόλαβαν και άδικο που μέχρι σήμερα δεν έχει κυκλοφορήσει κάτι που να αποτυπώνει τη ποίηση που κρύβει αυτό το εφετζήδικο σπορ. Σαφώς και δε με ένοιαζε να περιγράψω κάτι που δε γνώριζα από πρώτο χέρι. Μεταξύ μας, θα ήθελα να δοκιμάσω. Αγύμναστος και ολημερίς σε μια καρέκλα, δεν ήταν το πλέον εύκολο πράγμα.
«Το φοράω και πετάω», παραλλαγή παλιάς διαφήμισης σερβιέτας.
Έτσι πείραζα έναν γνωστό όποτε τον πετύχαινα με τον εξοπλισμό φορτωμένο στο αμάξι. Την επόμενη της άσχημης βραδιάς ήθελα να το βρω ώστε να ξεκινήσουμε μαθήματα!
Ήταν κάπως υποκριτικό να τον παρακαλώ για κάτι που προηγουμένως ειρωνευόμουν. Ήθελα να δοκιμάσω όμως και το γεγονός αυτό εκτόπιζε όλα τα υπόλοιπα.
Για την ιστορία, κώλωσα. Ντρεπόμουν να του το ζητήσω, άσε που δεν το έβρισκα τακτικά. Βρέθηκε τελικά κάποιος άλλος, στο άσχετο. Ξένος στο νησί και χωρίς παρέα, έψαχνε άτομο γιατί δε γίνεται να πηγαίνεις μόνος σε αυτά. Εγώ αναζητούσα δάσκαλο οπότε, τα βρήκαμε στη μέση. Όποτε φυσούσε , περίμενα τηλέφωνο προς το μεσημέρι και μόλις σχολούσα, ήξερα πως θα βρισκόμασταν κάπου μακριά.
Στην αρχή έκανα τη χαμαλοδουλειά και απλά κοιτούσα. Σταδιακά μου έλεγε μερικά πράγματα και έπειτα μου το έδινε και δοκίμαζα.
Ιστιοπλοΐα όρθιος, εκεί κατέληξα. Χρειαζόταν τεχνική παρά φυσική κατάσταση ενώ απλούστευε περιορισμούς της ιστιοσανίδας. Ενθουσιάστηκα, ξανά και ξανά, όλο και πιο απαιτητικά πράγματα. Ξέφυγα από άσχημες σκέψεις ενώ περίμενα την επόμενη φορά και κάπως έτσι κύλησαν μήνες.
Ήταν περίεργο αλλά όσο και να τσακιζόμουν, τόσο χαιρόμουν. Σα σκυλί κλεισμένο σε δωμάτιο, που το βγάζεις σπάνια βόλτα και χαλάει τον κόσμο. Έτσι ακριβώς.
Το δυσκολότερο μέρος αυτής της περιπέτειας, ήταν οι γύρω μου!
Και εγώ το ίδιο θα έλεγα. Όταν τους ανακοίνωνα πως μάθαινα kite, τα γέλια ήταν η πιο αναίμακτη εξέλιξη. Ελεεινά σχόλια και μια διαρκής αμφισβήτηση. Αφού έριχναν μια καλή ματιά, όπως όταν κοιτάς κάποιον κακομοίρη που σου λέει πως διαπρέπει στις πολεμικές τέχνες, ξεκινούσε η ειρωνεία.
Στην αρχή με είχε ενοχλήσει λίγο, καθώς όσοι δε γούσταραν τις εξιστορήσεις, ζητούσαν αποδείξεις, σε σημείο να σκέφτομαι να παρακαλέσω τον μάστερ, μήπως και τραβήξει κανένα πλάνο με το κινητό και κλείσουν στόματα.
Έπειτα το προχώρησα παραπέρα. Ακόμη και αν έφτανα ως εκεί, το μόνο που θα πετύχαινα ήταν να κλείσω ίσως καναδυό στόματα. Θα περιφερόμουν με ένα βιντεάκι και άντε ίσως να επιχειρηματολογώ αν αυτός με τη σανίδα πρόκειται για εμένα ή όχι.
Δεν το έκανα.
Ολόκληρο καλοκαίρι, η ίδια κουβέντα σε πάγιο ύφος. Είχε χτιστεί ο κόσμος που ήθελα και με κρατούσε μακριά από τις έννοιες, βρέθηκε ασχολία.
Και όχι μόνο. Είχε τόση διάρκεια, ώστε τέλος καλοκαιριού είχαν πια πειστεί πως μιλούσα σοβαρά. Μόνο που όποια εικόνα είχαν ήταν στη δικιά τους φαντασία και σίγουρα όχι στη δική μου!
Ενώ προσπαθούσα να σταθώ όρθιος και να διανύσω μια απόσταση, στοιχηματίζω πως εκείνοι θεωρούσαν πως έκανα τούμπες και ακροβατικά. Επίσης όταν τους εξηγούσα πως πετάω με ένα κίτρινο πανί, έκτοτε έβλεπαν εμένα κάθε φορά που διέκριναν το συγκεκριμένο χρώμα στη θάλασσα.
Υπήρξαν μέρες όπου πλέον τα σχόλια δεν είχαν να κάνουν με το αν πετάω ή όχι, αλλά που βρισκόμουν το προηγούμενο μεσημέρι. Έτσι μια μέρα που κοιμόμουν σπίτι, μπορεί να είχα «εντοπιστεί» σε πάνω από δυο διαφορετικές παραλίες του νησιού!
Ήταν μια μορφή δικαίωσης, έστω τραβηγμένη από τα μαλλιά!
Μα πάνω απ’ όλα μια σωτηρία από τις άσχημες σκέψεις.
Μετά ο μάστερ την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια, με αποτέλεσμα να μου μείνει μονάχα η ανάμνηση και μια εμμονή να χαζεύω ακροβατικά στο ίντερνετ.
(έχει ακόμη ένα κομμάτι, αργότερα)

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

25% (πρώτο μέρος)

οικονομικοπολιτικoδιαστημικό θρίλερ μυστηρίου σε μερικές συνέχειες

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Δε πέθανε, ανόητε... απλά κοιμάται

Δε το θυμάμαι. Για να είμαι ακριβής, δε το γνώριζα καν.
Το ανάρτησε ένα καλός φίλος και από τους πιο ενθουσιώδεις αναγνώστες του, λίγες ώρες νωρίτερα. Σαν σήμερα, 9 Μαρτίου 1994 απεβίωσε ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας, ο Κάρολος Μπουκόφσκι.
Απεχθάνομαι τα μνημόσυνα και δη τα ηλεκτρονικά.
Πέρα από αυτό, μου ακούγεται κάπως αφύσικο να θρηνείς κάποιον που έχεις εκτιμήσει μέσα από τα γραπτά του. Για τον πολύ απλό λόγο πως εκείνα είναι το μέσο που τον γνώρισες και τα οποία μένουν ανέπαφα από τη βιολογική φθορά.
Εξάλλου, δεν υπήρξε φανατικότερος θιασώτης της παραπάνω λογικής από τον ίδιο τον Μπουκόφσκι. Αρκετοί πιστεύουν πως ένας συγγραφέας-δημιουργός οφείλει να διατηρεί δυο ξεχωριστές ταυτότητες. Εκείνη που τον περιγράφει στους γύρω του και εκείνη που τον φέρνει αντικριστά με το κοινό του.
«Ο συγγραφέας δεν οφείλει τίποτα περισσότερο στον αναγνώστη του πέρα από τις σελίδες που εκείνος θα διαβάσει».
Κάποιοι ίσως το θεωρήσουν ως απαξίωση και αχαριστία, ενώ μερικοί που έχουν εντρυφήσει κάπως στη δουλειά του συγκεκριμένου, ίσως το εκλάβουν ως δείγμα κυνισμού ή μετριοφροσύνης.
Όμως, η αλήθεια πίσω από τις λέξεις είναι διαφορετική.
Πρόκειται για μια ιστορία που διαρκεί όσο ο ίδιος ο εκλιπών.
Ο Κάρολος Χάϊνριχ (μετέπειτα Χάρυ) Μπουκόφσκι γεννήθηκε στη Γερμανία το ’20,μετά το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, όμως σύντομα βρέθηκε με την οικογένειά του στις ΗΠΑ και κυρίως στην Καλιφόρνια.
Μεγάλωσε μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, τόσο εντός του προβληματικού και γεμάτο καυγάδες σπιτιού, όσο και στον κοινωνικό περίγυρό εξαιτίας της καταγωγής του. Αυτά μαζί με άλλα, τον έκαναν έναν ιδιαίτερα μοναχικό και περιθωριακό τύπο, που από νεαρή ηλικία αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού.
Ολιγαρκής και χωρίς μεγαλόπνοες φιλοδοξίες, άλλαζε τόπους κατοικίας ακριβώς όπως μεταπηδούσε σε χαμαλοδουλειές. Ζούσε πρόχειρα, βουτηγμένος στις καταχρήσεις και την ασωτία. Μία μη αποδεκτή εργένικη ζωή, ικανή να τον διατηρήσει στο περιθώριο και να τον αφήνει σε μια διαρκή κίνηση, λιώμα από το ποτό στις αλέες ενός μπαρ ή στο δωμάτιο μιας φτηνής βίζιτας.
Παράλληλα με τον ταραχώδη βίο, ο Μπουκόφσκι είχε ένα τεράστιο χάρισμα που σπάνια εκτιμούσε, ακόμη και όταν είχε αναγνωριστεί το έργο του.
Την αμεσότητα μέσω της απλότητας του γραψίματός του. Ακόμη και με την αφέλεια κάπου κουλτουριάρη μεταφραστή, τα λεγόμενα του, εντυπωσιακά ή μη περνούσαν σε οποιονδήποτε αναγνώστη με τον τρόπο που ο ίδιος ο δημιουργός επιθυμούσε.
Χωρίς να είναι απαραίτητα ρεαλιστής, εναλλάσσοντας κομμάτια της ζωής του με αποσπάσματα της μέθης του και συνθέτοντας τυχαία δράματα της παιδικής του ηλικίας με περίσσεια δόση χιούμορ, κατάφερε μέσα από τα άρθρα και πολύ αργότερα τα βιβλία του να παρουσιάσει ένα μοναδικό είδος.
Έως σχεδόν τα 50 του, δεν είχε δοκιμάσει κάτι απαιτητικό, ούτε είχε φιλοδοξίες για κάτι τέτοιο. Στις λιγοστές στιγμές διαύγειας αφοσιωνόταν στη μοναδική του αγάπη, την ποίηση ενώ συχνά πυκνά έστελνε άρθρα σε διάφορα μικρά λογοτεχνικά περιοδικά, σε μη τακτική βάση. Αν και εφόσον έβγαζε ένα μικρό χαρτζηλίκι από τα γραπτά του, σε σύντομο χρόνο κατέληγαν στο ουίσκι και τις γυναίκες.
Δεν είχε φανατικό κοινό και δε ζούσε ούτε κατά διάνοια από το ταλέντο του. Άξεστος ακόμη και για πενηντάρης, παρόλο που έκοψε τις μποέμ περιοδείες και μετρίασε κάπως το ποτό, βρισκόταν στην πλέον σταθερή δουλειά που είχε ποτέ, υπάλληλος ταχυδρομείου κάπου στο Λος Άντζελες.
Τότε του ήρθε μια πρόταση, σχεδόν από το πουθενά. Μια προκαταβολή από το Μαύρο Σπουργίτι ώστε να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο. Παρόλο που προς απογοήτευσή του, δεν του δόθηκε η ευκαιρία να αναδειχτεί μέσω της ποίησης την οποία λάτρευε, ο Μπουκόφσκι, σε ελάχιστο χρόνο έπρεπε να πάρει μια σημαντική ακόμη και για την αφεντιά του απόφαση.
Να συνεχίσει την ξένη για τα δεδομένα του μικροαστική ζωή στο ταχυδρομείο, που όπως υποστήριζε θα τον τρέλαινε στην τελική, ή να τα αφήσει όλα πίσω και να δοκιμάσει στα γεράματα ως επαγγελματίας συγγραφέας, όπου το πιθανότερο ήταν να πεθάνει στη ψάθα.
Εκείνος προτίμησε το «δε γαμιέται» που μόνιμα καθόριζε τη φιλοσοφία του και μέσα στο 1971 κυκλοφόρησε το παρθενικό του μυθιστόρημα, με τον διόλου ευφάνταστο τίτλο…»Ταχυδρομείο»!
Άγνωστος και πρωτοεμφανιζόμενος, κατάφερε να τραβήξει μέρος του αναγνωστικού κοινού, να αποκτήσει δική του σχολή και φανατικούς οπαδούς. Έστω στα γεράματα και όντας πλέον αδιάφορος, ο Μπουκόσφκι ανακάλυψε τις λέξεις «επιτυχία» και «αναγνώριση».
Συνειδητοποίησε με χαρά πως ο κόσμος, στρεφόταν στην ως τότε χωρίς διακρίσεις ποίηση του. Οι βραδιές ανάγνωσης των κομματιών του σε ολόκληρη την Αμερική και λιγάκι παραέξω, μια παράλληλη ενασχόλησή του όλα τα προηγούμενα χρόνια, συγκέντρωναν ολοένα και περισσότερους ακροατές.
Ενώ παλαιότερα του καταλόγιζαν απουσία λυρισμού στις στροφές των ποιημάτων του, γεγονός που τον πείσμωνε κάθε φορά, «εκδικήθηκε» τους επικριτές του με το ίδιο νόμισμα, μιας για όμοιο λυρισμό διακρίθηκε ο πεζός του λόγος.
Συνολικά 6 νουβέλες έχτισαν τον σημερινό μύθο του Μπουκόφσκι, μαζί το «Άνθρωπος για όλες τις δουλειές» (Factotum) που ολοκληρώθηκε λίγο πριν πεθάνει για να εκδοθεί αμέσως μετά.
Στο ενδιάμεσο των εκδόσεων αυτών, όλες από τον ίδιο μικρό εκδοτικό οίκο που ουσιαστικά τον ανακάλυψε, κυκλοφορούσαν συλλογές μικρών ιστοριών και άρθρων του, παλιών ή νέων, εξίσου πετυχημένες εμπορικά.
Και φυσικά, οι ποιητικές συλλογές…
Περίπου 60 βιβλία, όλων των ειδών υπάρχουν σήμερα από αυτόν τον σπουδαίο δημιουργό. Δύσκολο να προσδιοριστεί ποιο απ’ όλα ήταν σημαντικότερο καθώς, ακόμα και στα χρόνια της δόξας του με τις εξωπραγματικές πωλήσεις εντός και εκτός συνόρων, εξαιτίας του περιθωριακού ύφους των κειμένων/ποιημάτων, ο Μπουκόφσκι δε συγκίνησε τους «σοβαρούς» λογοτεχνικούς κύκλους και δεν έλαβε το παραμικρό βραβείο. Με κάθε επιφύλαξη, το «Τοστ Ζαμπον» (Ham on Rye) να ήταν εκείνο που πούλησε παραπάνω, χωρίς απαραίτητα να είναι το πιο αντιπροσωπευτικό.
Ψιλά γράμματα όμως, τόσο για τον ίδιο όσο και για το πολυπληθές κοινό του.
Παρότι δε κατάφερε να σπουδάσει, κυρίως λόγω της απόμακρης προσωπικότητας, ο Μπουκόφσκι διάβαζε μανιωδώς και είχε επηρεαστεί από αρκετούς μεγάλους λογοτέχνες, μα περισσότερο από τον Γάλλο Σελίν, που επέλεξε να μνημονεύσει ως ήρωα στο τελευταίο του βιβλίο.
Όχι, το έργο του δεν ήταν εντελώς αυθεντικό. Σε αρκετές περιπτώσεις είχε σαφείς ομοιότητες με άλλα γνωστά έργα. Ήταν ο μοναδικός τρόπος που τα μετέφερε και τα προσάρμοζε για να δεχτούν προσωπικές αναφορές. Ήταν επίσης η τεχνική του ικανότητα να μην αφήνει ένα διήγημα να αποκτήσει «κοιλιά», να κουράσει, ανεξάρτητα από το μέγεθός που είχε. Σελίδες ολόκληρες χωρίς τη παραμικρή εξέλιξη, όμως δεν έπαυαν να κυλούν ευχάριστα, τηρουμένων των αναλογιών.
Φτάνοντας στο σήμερα, δεκαέξι χρόνια συμπληρωμένα από το θάνατό του, επακόλουθο χρόνιας λευχαιμίας και όχι αποτέλεσμα των καταχρήσεων, ο Κάρολος ή Χάρυ Μπουκόφσκι αποδήμησε πλούσιος, ευτυχισμένος παρά τη μόνιμη μαυρίλα του και σίγουρα ως θρύλος.
Οτιδήποτε ακυκλοφόρητο δημοσιεύτηκε, ιδιαίτερα σπάνιο.
Κατά καιρούς τον στόλισαν με διάφορους χαρακτηρισμούς, τιμητικούς ή μη. Του κρέμασαν τη ταμπέλα του βλάσφημου ενώ στην ουσία, πέρα από το φτηνό γέλιο κάποιας αναδυόμενης εφηβείας, ο Μπουκόφσκι χρησιμοποιούσε ενοχλητικές λέξεις μονάχα ως αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του, χωρίς να προκαλεί.
Δεν έπιασε ποτέ σε «ποιοτικούς» αναγνώστες γιατί επέμεναν να τον κατατάσσουν στους απλοϊκούς, ενώ με μια πιο προσεκτική ματιά, το μόνο που έκανε ήταν να προσαρμόζει σύνθετες σκέψεις σε απλή, κατανοητή γλώσσα και όχι το αντίθετο.
Σε εμπορικό επίπεδο, είχε κατηγορηθεί για ευτελή εντυπωσιασμό και προβολή καταδικασμένων προτύπων, αλλά μάλλον η ιστορία απέδειξε κάτι διαφορετικό.
Ότι δηλαδή, βρίσκονται διαχρονικές αξίες ακόμη και σε λανθασμένα πρότυπα, ας είναι και για αποφυγή.
Το στυλ υπάρχει παντού, μέχρι τον πάτο και ο Μπουκόφσκι είναι ένα αξιόλογο παράδειγμα. Επομένως, το όχι και τόσο πετυχημένο «υμνητής της κατάντιας» που έχω συναντήσει κατά καιρούς, ίσως ταιριάζει για την περίσταση.
Ο Μπι είναι στην καρδιά μου, μπορεί και στη δική σας.
Ή έστω, μπορεί να μπει ανά πάσα στιγμή, γιατί η συγγραφική του οντότητα δε κηδεύτηκε ποτέ. Όπως και όλων εκείνων που φροντίζουν να αφήσουν κάτι πίσω.
Και ας μη γίνεται αποδεκτό άμεσα.
Για την ιστορία και μόνο, εκτίμησα τον Μπουκόφσκι με ανορθόδοξο τρόπο, διαβάζοντας τον από το τέλος της πορείας του.
Ήταν το «Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών» (άλλη μια αποτυχημένη μετάφραση του The Captain Is Out to Lunch and the Sailors Have Taken Over the Ship, αλλά δε βαριέσαι…)
Ουσιαστικά ένα ημερολόγιο του ίδιου, την εποχή που ο εκδοτικός του οίκος τον πίεζε για νέο υλικό. Εμπορικό τρικ που δε συγκρίνεται με το αυθόρμητο έργο του, όμως μέσα από τις σκόρπιες αναφορές, ο Μπουκόφσκι γίνεται ειλικρινής.
Θα έγραφα παραπάνω, όμως πόσα να χωρέσουν σε δέκα λεπτά υπόθεση.
Άγνωστο αν θα πρέπει να κρατήσετε κάτι. Εκτός ίσως από το εφήμερο πως ακόμη και αν πιάσεις πάτο, αν το κάνεις με στυλ, θα εξακολουθούν να σε θυμούνται.
Πάλι όμως, για να σε θυμούνται, δεν είναι απαραίτητο να πιάσεις πάτο!
Εκεί θα κατέληγε και ο ίδιος ο Μπι, γιατί εκτός από οπαδούς, δεν έψαχνε ούτε μιμητές.
Απλά το διασκέδαζε και καρπωνόταν τις ριψοκίνδυνες επιλογές του, όπως περίπου ταΐζε τα άλογα στον κοντινό ιππόδρομο, με την προκαταβολή του τελευταίου του βιβλίου. Πίνοντας στα κρυφά από το φλασκί και γράφοντας ρύμες στο πίσω μέρος από τα χαμένα κουπόνια, στο μεσοδιάστημα πριν την επόμενη κούρσα, αναπολώντας ερωτικές στιγμές με κάποια μούσα από το παρελθόν.
Ο βρωμόγερος…