Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Don't do it Dylan MacKey!

Μπέβερλι Χιλς, ο τελειωτικός κύκλος επεισοδίων.

Ο Μπράντον αφιερώθηκε στην πολιτική.
Επειδή ήταν καλό παιδί και δε χάλαγε χατίρι σε κανέναν, πάντοτε πήγαινε με αυτούς που κυβερνούσαν. Από ρετάλι των Ρεπουμπλικάνων σε δελφίνο των Δημοκρατικών μια κατάσταση.
Ο Ντύλαν, αφού πέρασε από σαράντα κύματα, εντάχτηκε στο σύστημα. Έπεσε τηλέφωνο από Ουάσιγκτον και τον προσέλαβαν χαριστικά ανταποκριτή των NY Times.
Όμως, ο αυτοκαταστροφικός του χαρακτήρας τον οδήγησε σε σπατάλες, δάνεια και εσφαλμένες χρηματιστηριακές κινήσεις. Όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, εκβίαζε τον πολιτευτή φίλο του με ένα ροζ dvd, ικανό να του καταστρέψει τη σταδιοδρομία.
Παγιδευμένος και προδομένος από τον παραλίγο γαμπρό του, ο Μπράντον τηλεφώνησε στον φαλακρό Στηβ μήπως και μεσολαβούσε.
Ο Στηβ είχε παντρευτεί την Κέλλυ που δε βλέπεται και έφτασε τα 120 κιλά, είναι μεροκαματιάρης βιοπαλαιστής με δυο δουλειές. Με την πρώτη ταΐζε τα 3 τους παιδιά που περιέργως δεν έμοιαζαν μεταξύ τους. Με την δεύτερη πλήρωνε τις κρέμες, τα spa και τον διαιτολόγο της Κέλλυς.
Είχε ήδη πολλά στο μυαλό του για να βοηθήσει…
Απογοητευμένος από τη στάση του άτριχου κολλητού του, ο Μπράντον κράτησε τα τελευταία λόγια της κουβέντας τους:
«Αδελφή; Δεν έχεις;»
Έλα ντε! Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε που οι γονείς Γουόλς έδιωξαν οριστικά το τσόλι από την ένδοξη οικογένεια. Η μαμά Λώρα ήταν αποφασισμένη να μη συγχωρήσει την κόρη της.
Εκείνη, μόνιμα μπερδεμένη, έψαχνε για 156ή φορά τον Ντύλαν με σκοπό να τα ξαναβρούν. Η Μπρέντα έφτασε μέχρι το Μεξικό αλλά δε τα κατάφερε.
Μόνη, εγκαταλελειμμένη και απελπισμένη, καψουρεύτηκε ένα σωστό παλικάρι και αγωνίστηκαν για τα δικαιώματα των Ζαπατίστα.
Κάποτε πήραν απόφαση για νέο ξεκίνημα πίσω στη Μινεσότα. Δεν είχε χαρτιά, έτσι τον έβαλε στο βρακί της και τον πέρασε παράνομα στην Αμερική. Με τη τελευταία πιστωτική της κάρτα αγόρασε ένα μικρό ράντσο και ζούσαν ευτυχισμένοι.
Τα πράγματα κυλούσαν ομαλά, παρά τις ανελέητες εφόδους του αλλοδαπών για να απελάσουν τον μετανάστη σύζυγο. Όταν όμως ο Ομπάμας έριξε τις τιμές του μεταλλαγμένου σπορέλαιου, η Μπρέντα κατέβηκε στα αγροτικά μπλόκα του Αίνταχο.
Σε κάποια ζωντανή μετάδοση από τις κινητοποιήσεις, δυσκολεύτηκε αλλά την αναγνώρισε. Τότε, ο πολιτικάντης Μπράντον έσπευσε να επανενωθεί με την χαμένη χίπισσα.
Παντρεμένη και με τερηδόνα , εκείνη δε μπορούσε να προσεγγίσει ξανά τον Ντύλαν.
«Δε γαμιέται», σκέφτηκε.
Αφού την βρήκε, όλα καλά. Βέβαια, άρχισε να απογοητεύεται γιατί στένευαν τα χρονικά περιθώρια και ήταν αναγκασμένος να αποκρούσει τον εκβιασμό…
Ο Μπράντον επιχορήγησε την αδερφή του και έφυγε για το LA.
Θα συναντούσε τον βουδιστή πνευματικό του σε ένα μοναστήρι, έξω από τη Σάντα Μόνικα. Ναι, είχε ασπαστεί τον βουδισμό.
Καθώς περίμενε για τις αποσκευές του στο αεροδρόμιο, άλλη μια έκπληξη τον βρήκε. Το όνομα αυτής: Άντρια Ζούκερμαν!
Το εφηβικό του χτυποκάρδι ήταν η πρώτη που παντρεύτηκε, νοικοκυρεύτηκε και ξέκοψε από την παρακμιακή παρέα. Οι σιωνιστές θείοι της, την είχαν διορίσει στο Υπ.Εργασίας και ήταν μόνιμη δημόσιος υπάλληλος.
Εντάξει, τα έξυνε κάθε μέρα, πενθήμερο μέχρι το μεσημέρι, αλλά η Άντρια ήταν πονεμένη ιστορία.
Ο μεγάλος της γιος είχε πάει φαντάρος. Τον έστειλαν στο Αφγανιστάν και τον γύρισαν φυτό. Είχε τα δικά της, δε μπορούσε ούτε εκείνη να βοηθήσει. Κράτησε όμως το τηλέφωνό του γιατί τον χρειαζόταν για ένα ρουσφετάκι, κάτι χαμένα ένσημα στη μισθοδοσία.
Λίγο πριν χωρίσουν, είπε στον Μπράντον πως πετύχαινε συστηματικά τον Ντέϊβιντ.
«Κρίμα από τον Θεό», την έπιασαν τα κλάματα.
Το ξεπεσμένο ποπ είδωλο τραγουδιστής, βουτηγμένος στη κόκα και τα πιπίνια, κάποτε έσπασε, δεν άντεξε.
Είδε την καριέρα του να κατρακυλά, έχασα όσα του είχαν μείνει και ζούσε σαν ζητιάνος. Η Άντρια του πλήρωνε το επίδομα ανεργίας και έμενε στο εγκαταλελειμμένο οδοντιατρείο του μακαρίτη του πατέρα του.
Χωρίς νερό, φως και playstation
Ο Μπράντον όφειλε να συναντήσει τον Ντέιβιντ, όχι τόσο από λησμονιά. Περισσότερο επειδή του την έλεγε από παλιά και είχε φτάσει η ώρα της δικαίωσης!
Κρίση ξε-κρίση, βιαστικός και απελπισμένος, γούσταρε να βρει το πρεζόνι.
Τον εντόπισε κάτω από ένα πύργο του Baywatch, την ώρα που ζητιάνευε για την δόση του. Τυπικός όπως πάντα, ο Μπράντον του μοίρασε καρτούλα ΟΚΑΝΑ και αφού τον έκραξε για ακόμα μια φορά, του διηγήθηκε το δικό του δράμα…
Ήταν η στιγμή που γέλασε το χειλάκι του ξεπεσμένου R’n’Bίστα, όμως ο Ντεϊβιντ δεν τον πλήγωσε. Παρά τον προσωπικό του κατήφορο, αναζητούσε λύσεις.
Θυμήθηκε την περίπτωση της Βάλερι Μότορς. Η κραγμένη σπιούνα που εξοστρακίστηκε γρήγορα από την παρέα, είχε ακολουθήσει τον δικό της δρόμο.
Ντροπιασμένη, αναζήτησε ελευθεριότητα σε ένα γκρουπ οικολόγων πράσινων ακτιβιστών. Ενώ διαδήλωναν έξω από μια φάμπρικα στο Ντιτρόιτ, γνώρισε το έρωτα της ζωής της και αφέθηκε ακαριαία.
Μεγαλύτερος κατά 38,5 χρόνια, ο Τζένεραλ Μότορς ήταν βιομήχανος. Τα αντικριστά στρατόπεδα δε στάθηκαν εμπόδιο στον παθιασμένο δεσμό τους.
Κάπως έτσι, η Βάλερι έγινε κοσμική celebrity, με ξώβυζα εξώφυλλα και σύντομα, χήρα αυτοκινητοβιομήχανου.
Όπως παντού, η κρίση άγγιξε και την Βάλερι. Πονηρή και διορατική όμως, κατάφερε να βάλει λουκέτο στην πολυεθνική πριν απολέσει την αμύθητη κληρονομιά.
Με λόγια ή με χρήματα, φάνταζε ως η μόνη που μπορούσε ουσιαστικά να σώσει τον Μπράντον…
Εκείνος άργησε αλλά το κατάλαβε. Η μυστηριώδης Βάλερι Μότορς ήταν εκείνη που χρηματοδοτούσε νωρίτερα την εκστρατεία Ομπάμα. Και αυτό γιατί δεν έπαψε ποτέ να νιώθει για τον άχρωμο λομπίστα της Ουάσιγκτον.
Εξαφανισμένη από τα κοσμικά, η αειθαλής Βάλερι βρισκόταν στην έπαυλή της στο Ντουμπάι. Δυστυχώς, εξαιτίας μιας παλιάς κομπίνας με ακίνητα, ο Μπράντον δε μπορούσε να την επισκεφτεί στα αφιλόξενα αραβικά εδάφη.
Ήταν ανεπιθύμητος, κινδύνευε να συλληφθεί και να του κόψουν το δεξί χέρι, αυτό που χρησιμοποιούσε για χαιρετούρες. Μονάχα μία, μάλλον ακόμη μία ξεχασμένη φιγούρα μπορούσε να τους φέρει πάλι σε επαφή.
Η Ντόνα δεν ήταν ακριβώς πονεμένη ιστορία. Όπως το έβλεπε κανείς…
Η χρόνια συνειδητή αποχή από το σεξ, της είχε προξενήσει παρενέργειες. Σε ανύποπτη στιγμή επήλθε το μοιραίο και η τρανή παρθενία έπαψε να υφίσταται. Ήταν τότε που η Ντόνα μπέρδεψε τη βούρτσα με άλλα πράγματα. Σύντομα κυλίστηκε σε ένα κόσμο οργίων και αδυσώπητων ερωτικών συντρόφων.
Ήταν νυμφομανής αλλά άργησε να το αντιληφθεί. Όσο κράτησε ο ορμονικός παροξυσμός, αναθεώρησε αρκετά... Δούλευε ως αντιπρόσωπος οίκου μόδας και ταξίδευε τον κόσμο, αλλάζοντας παρτενέρ σε κάθε πόλη.
Κάποτε έφτασε στο Ντουμπάι και τότε κατάλαβε πως ήταν bi.
Ήταν η μοναδική της παρέας που δεν είχε πάρει η Βάλερι παλιά, με αποτέλεσμα να της είχε μείνει αποθυμένο. Η Ντόνα, η τελευταία ευκαιρία.
Έπεσε τηλεφώνημα στο καπάκι:
«Που χάθηκες εσύ ρε μαλάκα άντρα;» αναφώνησε η πρώην παρθένα.
Μίλησαν για ώρες και αναπόλησαν τα σχολικά τους χρόνια. Ο Μπράντον εξήγησε πως ακριβώς είχε η κατάσταση, σχεδόν εκλιπαρούσε για βοήθεια.
Η ατροφική φιλενάδα τον καθησύχασε, ήταν απλούστερο απ’ όσο υπολόγιζε. Εκείνη την εποχή, η Ντόνα τα είχε με την μικρή αδερφή του Ντύλαν, τελειωμένο μοντέλο του ίδιου οίκου μόδας.
Την πρόσταξε να προλάβει τους δυο άντρες στο καθοριστικό ραντεβού τους έξω από τον Λευκό Οίκο. Η μικρή, τυφλωμένη από το πάθος, υπάκουσε, Παρακάλεσε τον ετεροθαλή στυγνό αδερφό της να μην καταστρέψει τον γραφειοκράτη φλώρο… και επήλθε διακανονισμός!
Ο Μπράντον πήρε στα χέρια του το dvd που τον έκαιγε. Με πουστιά διαγράφηκαν τα χρέη του Ντύλαν, κάπου στη φούσκα της Έμρον και την κατάρευση της Λήμαν Μπράδερς.
Συμφώνησαν επίσης να μη συναντήσουν ποτέ ξανά ο ένας τον άλλο. Μια μέρα λοιπόν, ένα καινούριο εκβιαστικό μέμο έφτασε στο οβάλ γραφείο…
Με ατράνταχτες αποδείξεις, ενέπλεκε τον πρόεδρο Ομπάμα σε σχέσεις με την Κουκλουξκλάν. Το θέμα αποσιωπήθηκε γρήγορα και το καθίκι Ντύλαν διορίστηκε ισόβιος πρέσβης στην Ελλάδα.
Ούτε ο πρώτος ήταν , ούτε ο τελευταίος.
Ο Μπράντον γύρισε στη βάση του. Συνέχισε τις αδιάκοπες ραδιουργίες και αφοσιώθηκε στη γυναικούλα, κόρη του παλιού του πρύτανη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνων που, όσο είναι μικρά έχουν γούστο, άμα μεγαλώσουν είναι εντελώς αδιάφορα…
Η παρέα δε ξαναβρέθηκε έκτοτε.
Βυθίστηκε ξανά στη μίζερη καθημερινότητά της.
Εδώ έχει μπει η generation X στο δημόσιο, σιγά μη τη γλίτωνε το Beverly Hills!

ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Παιδί του πολέμου

Χειμώνιαζε και φορούσα ακόμα στολή.
Λένε πως στη θητεία στρώνεις χαρακτήρα. Παπάρια. Σίγουρα, υπήρχαν διαφορετικές νοοτροπίες, συμπεριφορές και αντιλήψεις. Ψωμοτύρι για κάποιον που πιστεύει πως όσες περισσότερες συναντήσει στη ζωή του, τόσο περισσότερο θα βοηθήσει ώστε να την καταλάβει.
Λίγο νωρίτερα, εξαιτίας της απερισκεψίας μου, κόντεψα να γίνω κηδειόχαρτο, αφού από σπόντα τη σκαπούλαρα από ένα άγριο τροχαίο. Τις μέρες που πέρασα σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, ευτυχώς όχι πολλές, εκτίμησα λεπτομέρειες που ούτε καν υπολόγιζα πριν. Άλλαξα φιλοσοφία, στόχους και ποιότητα ζωής. Δοκίμασα καινούρια πράγματα, άλλα μου βγήκαν στη πορεία και άλλα όχι. Παρήγορο αρκετά, από το σημείο εκείνο και έπειτα έπαψα να μετανιώνω, τίποτα δε με τρόμαζε και σπάνια θεωρούσα πως μια δεδομένη κατάσταση θα διαρκούσε για πάντα.
Ακριβώς για τον ίδιο λόγο, κόλλησα μια ασθένεια, μάλλον ενδονοσοκομειακή, που ένας σύγχρονος κοινωνιολόγος θα ονόμαζε «σταρχιδισμό». Όπως κάθε άνθρωπος, έμαθα με τον καιρό να συμβιώνω μαζί του.
Καθώς λοιπόν προσπαθούσα να συνηθίσω τον νέο μου εαυτό, είχα επανέλθει σε φυσιολογικούς για την εποχή ρυθμούς. Βρέθηκα σε υπηρεσία και περιμέναμε ένα αρματαγωγό πλοίο, εκείνα τα μεγάλα φορτηγά που μεταφέρουν τανκ. Σε σχέση με τα υπόλοιπα πολεμικά πλοία, ήταν μανίκι επειδή δυσκολευόταν στους ελιγμούς και είχε κάβους ζόρικους να χειριστείς.
Ναι, η ηρωική μας αποστολή ήταν να το δέσουμε στο λιμάνι! Παραγγείλαμε στη βάρδια να μας ξυπνήσει μόλις έπιανε το καράβι να ανεβαίνει από την Κράτηγο. Δε μας κρέμασε, σηκωθήκαμε πεντέξι μέσα στην άγρια νύχτα και σύντομα βρισκόμασταν στο σημείο που θα έδενε, στο βάθος του λιμανιού, εκεί που συνήθως σταθμεύουν οι νταλίκες.
Είχε κρύο αλλά καλή θάλασσα, χωρίς αέρα, οπότε σε περίπου ένα τέταρτο υπολογίζαμε να ξεμπερδέψουμε και να γυρίσουμε πριν ξημερώσει. Ήταν εντελώς ρουτίνα, μονάχα που το αρματαγωγό έπαθε βλάβη στα ανοικτά και περιμέναμε επ’ αόριστο να πλησιάσει.
Μία ατέλειωτη αναμονή χωρίς να γνωρίζεις το γιατί, να μια περιεκτική περιγραφή του Πολεμικού Ναυτικού. Δε μας χαλούσε καθόλου, ειδικά όταν χαζεύαμε από μακριά τους ατσαλάκωτους φαντάρους να στέκονται επί ώρα προσοχή, για να παραλάβουν το βαρύ φορτίο. Στήσαμε ένα πηγαδάκι και βρισκόμασταν σε διαρκή κίνηση για να μη ξυλιάσουμε, ενώ είχαμε στείλει κάποιον να φέρει καφέδες.
Προηγήθηκε άσχημο ξύπνημα και κανείς μας δεν είχε διάθεση για κουβέντα. Από τον ορίζοντα πλησίαζε ένα σκάφος. Ήταν η περίπολος του λιμενικού που επέστρεφε. Πίσω της ρυμουλκούσε μια μεγάλη φουσκωτή βάρκα γεμάτη μετανάστες.
Τότε δεν ήταν σπάνιο. Φυσικά ίσχυε η επαναπροώθηση. Όμως, οι λιμενικοί δεν είναι τόσο ζώα όσο θεωρούν μερικοί. Αν συνδυαστεί με το γεγονός πως τέλειωνε η βάρδια, λίγο το δημόσιο, λίγο η ανθρωπιά, αντί να τους γυρίσουν στις τουρκικές ακτές για να επαναλάβουν τη διαδικασία, τους έκαναν χάρη και τους γλίτωσαν από την ταλαιπωρία.
Στη βάρκα επέβαιναν γύρω στα τριάντα άτομα, Αφγανοί και Αφρικανοί, μάλλον Σομαλοί, γυναίκες και κάμποσα μικρά παιδιά. Οποιοσδήποτε στη θέση τους, θα έπραττε όμοια, ανεξάρτητα από την ιδεολογία που κουβαλούσε. Έπιασαν σε ένα μόλο κοντά μας και με τη συμβολή ενός συνεργείου από τη ξηρά, ξεφόρτωσαν τους φουκαράδες και περίμεναν το υγειονομικό, συνηθισμένη διαδικασία. Για να μη τύχουν σε κανένα κολλημένο αξιωματικό στον ασύρματο, δήλωσαν το περιστατικό αφότου έπιασαν λιμάνι με αποτέλεσμα να καθίσουν τους ανθρώπους στην άσφαλτο μέχρι να έρθουν να τους μαζέψουν.
Η ώρα περνούσε, τόσο το αρματαγωγό όσο και το υγειονομικό ήταν άφαντα. Τελειώσαμε τον καφέ, ανάψαμε τσιγάρο και λυπόμασταν τις τρομαγμένες ψυχές, που με τη σειρά τους έβλεπαν τόσες στολές δίπλα και ένας θεός ξέρει τι φαντάζονταν.
Για μια στιγμή καρφώθηκα σε ένα πιτσιρικά γύρω στα οκτώ, παραπάνω δεν τον έκοβες. Ενώ οι υπόλοιποι είχαν ένα φοβισμένο ύφος, εκείνος έδειχνε απαθής, σαν το άγνωστο να μην ήταν αρκετό για να τον ταρακουνήσει. Ένιωσα πολύ αμήχανα όταν συναντήθηκαν οι ματιές μας.
Κάποιος είχε αδειάσει ένα αναψυκτικό. Τον απάλλαξα από το πλαστικό μπουκάλι και το πέταξα κοντά στους μετανάστες. Ένας φίλος φωνάζει «μπάλα!» και τον ακολούθησα. Μας κοιτούσαν όλοι να αλλάζουμε πάσες, σαν να ήμασταν δημοτικό πριν το κουδούνι. Ακόμη και αν στράβωναν οι καραβανάδες, είχαμε τρόπο και κατανόηση για να τα μπαλώσουμε αργότερα.
Οι λιμενικοί μας γνώριζαν, όποια εντύπωση και να είχαν, προυπήρχε. Κράτησε αρκετά, ώσπου μια στραβοκλωτσιά πήγε το μπουκάλι σε ένα Αφγανάκι που βρισκόταν κατάχαμα. Τότε μόλις συνειδητοποιήσαμε πως η μαλακία που μας έπιασε για να καταπολεμήσουμε το κρύο και τη μουντάδα στο χάραμα, είχε επηρεάσει τα πρόσωπα των μικρών. Και μαζί με αυτά, μαλάκωσαν και οι ανήσυχοι ενήλικες, αφού κατάλαβαν πως τα πράγματα δεν ήταν τόσο σοβαρά όσο έδειχναν.
Ήταν ξεκάθαρο. Το Αφγανάκι μιλούσε την οικουμενική διάλεκτο του παιχνιδιού. Κρατούσε το μπουκάλι, έτοιμο να μας το επιστρέψει όμως ήταν σα να φώναζε «θέλω κι εγώ, βάλε με μέσα».
Πλησιάσαμε περισσότερο προς το μέρος τους. Παρακαλέσαμε τους λιμενικούς, μας κοίταξαν παράξενα αλλά τον άφησαν αφού μας είπαν να μείνουμε εκεί. Προέτρεψαν μάλιστα και τα υπόλοιπα πιτσιρίκια να πλησιάσουν, μπήκε και ένας δικός τους στο κύκλο. Τα παιδία παίζει, πέντε και κάτι το πρωί, όλοι μαζί ανταλλάζαμε πάσες μέχρι καθένας να τραβήξει το δρόμο του!
Είχαν σηκωθεί όλα, εκτός από το μαυράκι. Τα υπόλοιπα χαίρονταν, γελούσαν και άκουγες φωνές να εναλλάσσονται από όλους μας. Σε κάθε ανοησία, διασκέδαζε και εκείνο αλλά όποτε του κάναμε νεύμα να έρθει, έριχνε τα μούτρα του, οπότε δεν υπήρχε λόγος να το ζορίζουμε. Σημασία είχε πως ένοιωθε οικεία.
Κάπως έτσι θα ολοκληρωνόταν το σκηνικό, αν ξαφνικά δε μας διέκοπτε ένα ουρλιαχτό. Τόσο δυνατό που πάγωσε τους πάντες. Ταυτόχρονα κοιτάξαμε προς το απόμακρο πιτσιρίκι και έναν λιμενικό από πάνω. Γνωστός, καλό παιδί, λιγάκι αγαθός, ο ίδιος που νωρίτερα μας άφησε να πάρουμε τα παιδιά.
Μέχρι και οι καραβανάδες έτρεξαν προς το περιστατικό. Προς στιγμή, υποθέσαμε πως με κάποιο τρόπο χτύπησε το μικρό που συνέχιζε να σπαράζει. Αγριέψαμε, λογικό ήταν, αλλά γρήγορα εξήγησε στους δικούς του πως δε τον πείραξε.
Απλά, είχε γνέψει του πιτσιρικά να σηκωθεί αλλά εκείνος έπιασε τη γάμπα του σα να έλεγε πως πονούσε. Από ενδιαφέρον, είχε πιάσει τη βρώμικη φόρμα για να ακολουθήσει η κραυγή.
Ο πατέρας του παρακολουθούσε και προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Μόλις ηρέμησε, του σήκωσε τη φόρμα για να δουν άφωνοι ένα άσχημο τραύμα που έφτανε σχεδόν ως τον μηρό. Σφαίρα, είπαν οι καραβανάδες, μη ζητάτε πολλά, ό,τι ξέρω από τα έργα είναι. Χαλαστήκαμε. Επιστρέψαμε άπαντες στις θέσεις μας και η συνέχεια ήταν εξαιρετικά σιωπηλή.
Πρώτα έφτασε το υγειονομικό με τις μάσκες, θαρρείς και εξέταζαν το E.T. Τους ενημέρωσαν για τον μικρό Σομαλό, και με την κλούβα τους πήγαν στο λιμεναρχείο για καταγραφή και έπειτα στη Παγανή, τα τυπικά.
Δέσαμε κι εμείς το βάσανο το αρματαγωγό αργότερα, οι μαυροσκούφηδες μάζεψαν τα τανκ και σε λίγο ο χώρος του λιμανιού ήταν άδειος όπως πριν.
Πρωτόγνωρο σκηνικό, όχι τόσο ανατριχιαστικό. Ήδη είχα προλάβει να δω διάφορα, πολύ χειρότερα που γυρνάν μερικές φορές σαν εφιάλτες. Αυτά μάλλον με άλλαξαν τότε, όχι η στούκα στο οδόστρωμα.
Το πιτσιρίκι ήταν ανώδυνη ανάμνηση, όμως όταν αργότερα έμαθα ολόκληρη την ιστορία, δε τον ξέχασα ποτέ. Ίσως επειδή ήταν η πρώτη φορά που γνώριζα ένα λεγόμενο «παιδί του πολέμου».
Συγνώμη που δε βάζω ονόματα, δε θυμάμαι αλλά δεν έχει σημασία.
Ήταν όντως, εκεί γύρω στα οκτώ. Μόλις έμαθε να περπατά, έμαθε και να στοχεύει. Με ένα τουφέκι, στρατιωτάκι σε μια πλευρά του εμφυλίου. Ο μικρός που ζήλευε το παιχνίδι των συνομηλίκων του εκείνη τη μέρα, είχε ήδη πυροβολήσει, ενδεχομένως να είχε σκοτώσει.
Ποιος; Αυτό το σκατό…
Ωραία τα ζοριλίκια, οι εκρήξεις, τα αίματα. Απέναντι από ένα γυαλί, τα πάντα χωνεύονται. Μονάχα όταν αντιληφθείς τη πραγματική του διάσταση, τότε ίσως γευτείς μέρος μιας παράλληλης πραγματικότητας.
Ο πατέρας του δεν ήταν ο βιολογικός. Ένας συγχωριανός του ήταν, συμπολεμιστής. Είπαν μετά από το κέντρο πως, όταν σε μια εναλλαγή θέσεων, ο στρατός του μικρού κέρδισε εκ νέου το χωριό τους, οι αντίπαλοι το είχαν κάψει και σκοτώσει όσους βρήκαν εκεί.
Δεν του είχε μείνει τίποτα πίσω. Έτσι κουβάλησε τον μικρό που ήδη είχε δεχτεί σφαίρα και έφυγαν προς τις ακτές. Από εκεί λαθραία στη Σαουδική Αραβία και με ενδιάμεσους σταθμούς βρέθηκαν στη Σμύρνη πριν τη Μυτιλήνη.
Δούλευαν σε μια αποθήκη έφτιαχναν διάφορα. Όμοια με αυτά που αγοράζουν πάμφθηνα από τα παζάρια κάθε Πέμπτη οι Έλληνες. Εκεί του αφαίρεσαν τη σφαίρα, πρόχειρα. Είχε πράγματι Άγιο που δεν έχασε το πόδι του από μόλυνση.
Συμβούλεψαν τον ενήλικα, να δηλώσει τον μικρό ως γιό του, θα ήταν ευκολότερο να συνεχίσουν το ταξίδι δίχως το κίνδυνο να χωριστούν σε κάποιο σημείο. Όσο εκείνος έμενε κλεισμένος σε κάποιο «δωμάτιο» της Παγανής, ο μικρός ήταν στο Βοστάνειο όπου εν τέλει έσωσαν το πόδι, φροντίζοντας τη πληγή.
Λογικά, αργότερα οι δυο πρόσφυγες θα πήραν το χαρτί και θα συνέχισαν το ταξίδι μακριά από τον πόλεμο, άγνωστο ως που αλλά σίγουρα ως νέα οικογένεια.
Σταδιακά μου ερχόταν η ιστορία, γι’ αυτό ίσως να μη με είχε σοκάρει τόσο. Δεν έτυχε να τους ξαναδώ. Δυστυχώς έκτοτε, συνάντησα και άλλα τέτοια παιδιά του πολέμου.
Αυτά, δεν έχει παραπάνω.
Ζούμε εποχές που παρόμοια περιστατικά γίνονται επίκαιρα.
Καθένας μπορεί να βγάλει συμπέρασμα, να διαμορφώσει γνώμη και να τοποθετηθεί. Όταν όμως μιλάει θεωρητικά, χωρίς τη παραμικρή εικόνα ή επαφή, τότε το παρόν κομμάτι, ολοκληρώνεται με μια φράση που συναντήσατε στην αρχή του.
Παπάρια…

σημείωση:
Μέχρι τότε, δεν επιχειρούσε η Frontex στην περιοχή, ήρθε περίπου ένα χρόνο μετά.
Δεν υπήρχε κέντρο ασυνόδευτων ανηλίκων στην Αγιάσσο, δημιουργήθηκε αρκετά αργότερα. Όλοι πήγαιναν στην Παγανή, που ήταν όπως έγινε γνωστή το καλοκαίρι του '09, με ελαφρά χειρότερες συνθήκες αλλά με πολύ λιγότερο κόσμο συνωστισμένο στα κλουβιά.