Μπέβερλι Χιλς, ο τελειωτικός κύκλος επεισοδίων.Ο Μπράντον αφιερώθηκε στην πολιτική.
Επειδή ήταν καλό παιδί και δε χάλαγε χατίρι σε κανέναν, πάντοτε πήγαινε με αυτούς που κυβερνούσαν. Από ρετάλι των Ρεπουμπλικάνων σε δελφίνο των Δημοκρατικών μια κατάσταση.
Ο Ντύλαν, αφού πέρασε από σαράντα κύματα, εντάχτηκε στο σύστημα. Έπεσε τηλέφωνο από Ουάσιγκτον και τον προσέλαβαν χαριστικά ανταποκριτή των NY Times.
Όμως, ο αυτοκαταστροφικός του χαρακτήρας τον οδήγησε σε σπατάλες, δάνεια και εσφαλμένες χρηματιστηριακές κινήσεις. Όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, εκβίαζε τον πολιτευτή φίλο του με ένα ροζ dvd, ικανό να του καταστρέψει τη σταδιοδρομία.
Παγιδευμένος και προδομένος από τον παραλίγο γαμπρό του, ο Μπράντον τηλεφώνησε στον φαλακρό Στηβ μήπως και μεσολαβούσε.
Ο Στηβ είχε παντρευτεί την Κέλλυ που δε βλέπεται και έφτασε τα 120 κιλά, είναι μεροκαματιάρης βιοπαλαιστής με δυο δουλειές. Με την πρώτη ταΐζε τα 3 τους παιδιά που περιέργως δεν έμοιαζαν μεταξύ τους. Με την δεύτερη πλήρωνε τις κρέμες, τα spa και τον διαιτολόγο της Κέλλυς.
Είχε ήδη πολλά στο μυαλό του για να βοηθήσει…
Απογοητευμένος από τη στάση του άτριχου κολλητού του, ο Μπράντον κράτησε τα τελευταία λόγια της κουβέντας τους:
«Αδελφή; Δεν έχεις;»
Έλα ντε! Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε που οι γονείς Γουόλς έδιωξαν οριστικά το τσόλι από την ένδοξη οικογένεια. Η μαμά Λώρα ήταν αποφασισμένη να μη συγχωρήσει την κόρη της.
Εκείνη, μόνιμα μπερδεμένη, έψαχνε για 156ή φορά τον Ντύλαν με σκοπό να τα ξαναβρούν. Η Μπρέντα έφτασε μέχρι το Μεξικό αλλά δε τα κατάφερε.
Μόνη, εγκαταλελειμμένη και απελπισμένη, καψουρεύτηκε ένα σωστό παλικάρι και αγωνίστηκαν για τα δικαιώματα των Ζαπατίστα.
Κάποτε πήραν απόφαση για νέο ξεκίνημα πίσω στη Μινεσότα. Δεν είχε χαρτιά, έτσι τον έβαλε στο βρακί της και τον πέρασε παράνομα στην Αμερική. Με τη τελευταία πιστωτική της κάρτα αγόρασε ένα μικρό ράντσο και ζούσαν ευτυχισμένοι.
Τα πράγματα κυλούσαν ομαλά, παρά τις ανελέητες εφόδους του αλλοδαπών για να απελάσουν τον μετανάστη σύζυγο. Όταν όμως ο Ομπάμας έριξε τις τιμές του μεταλλαγμένου σπορέλαιου, η Μπρέντα κατέβηκε στα αγροτικά μπλόκα του Αίνταχο.
Σε κάποια ζωντανή μετάδοση από τις κινητοποιήσεις, δυσκολεύτηκε αλλά την αναγνώρισε. Τότε, ο πολιτικάντης Μπράντον έσπευσε να επανενωθεί με την χαμένη χίπισσα.
Παντρεμένη και με τερηδόνα , εκείνη δε μπορούσε να προσεγγίσει ξανά τον Ντύλαν.
«Δε γαμιέται», σκέφτηκε.
Αφού την βρήκε, όλα καλά. Βέβαια, άρχισε να απογοητεύεται γιατί στένευαν τα χρονικά περιθώρια και ήταν αναγκασμένος να αποκρούσει τον εκβιασμό…
Ο Μπράντον επιχορήγησε την αδερφή του και έφυγε για το LA.
Θα συναντούσε τον βουδιστή πνευματικό του σε ένα μοναστήρι, έξω από τη Σάντα Μόνικα. Ναι, είχε ασπαστεί τον βουδισμό.
Καθώς περίμενε για τις αποσκευές του στο αεροδρόμιο, άλλη μια έκπληξη τον βρήκε. Το όνομα αυτής: Άντρια Ζούκερμαν!
Το εφηβικό του χτυποκάρδι ήταν η πρώτη που παντρεύτηκε, νοικοκυρεύτηκε και ξέκοψε από την παρακμιακή παρέα. Οι σιωνιστές θείοι της, την είχαν διορίσει στο Υπ.Εργασίας και ήταν μόνιμη δημόσιος υπάλληλος.
Εντάξει, τα έξυνε κάθε μέρα, πενθήμερο μέχρι το μεσημέρι, αλλά η Άντρια ήταν πονεμένη ιστορία.
Ο μεγάλος της γιος είχε πάει φαντάρος. Τον έστειλαν στο Αφγανιστάν και τον γύρισαν φυτό. Είχε τα δικά της, δε μπορούσε ούτε εκείνη να βοηθήσει. Κράτησε όμως το τηλέφωνό του γιατί τον χρειαζόταν για ένα ρουσφετάκι, κάτι χαμένα ένσημα στη μισθοδοσία.
Λίγο πριν χωρίσουν, είπε στον Μπράντον πως πετύχαινε συστηματικά τον Ντέϊβιντ.
«Κρίμα από τον Θεό», την έπιασαν τα κλάματα.
Το ξεπεσμένο ποπ είδωλο τραγουδιστής, βουτηγμένος στη κόκα και τα πιπίνια, κάποτε έσπασε, δεν άντεξε.
Είδε την καριέρα του να κατρακυλά, έχασα όσα του είχαν μείνει και ζούσε σαν ζητιάνος. Η Άντρια του πλήρωνε το επίδομα ανεργίας και έμενε στο εγκαταλελειμμένο οδοντιατρείο του μακαρίτη του πατέρα του.
Χωρίς νερό, φως και playstation
Ο Μπράντον όφειλε να συναντήσει τον Ντέιβιντ, όχι τόσο από λησμονιά. Περισσότερο επειδή του την έλεγε από παλιά και είχε φτάσει η ώρα της δικαίωσης!
Κρίση ξε-κρίση, βιαστικός και απελπισμένος, γούσταρε να βρει το πρεζόνι.
Τον εντόπισε κάτω από ένα πύργο του Baywatch, την ώρα που ζητιάνευε για την δόση του. Τυπικός όπως πάντα, ο Μπράντον του μοίρασε καρτούλα ΟΚΑΝΑ και αφού τον έκραξε για ακόμα μια φορά, του διηγήθηκε το δικό του δράμα…
Ήταν η στιγμή που γέλασε το χειλάκι του ξεπεσμένου R’n’Bίστα, όμως ο Ντεϊβιντ δεν τον πλήγωσε. Παρά τον προσωπικό του κατήφορο, αναζητούσε λύσεις.
Θυμήθηκε την περίπτωση της Βάλερι Μότορς. Η κραγμένη σπιούνα που εξοστρακίστηκε γρήγορα από την παρέα, είχε ακολουθήσει τον δικό της δρόμο.
Ντροπιασμένη, αναζήτησε ελευθεριότητα σε ένα γκρουπ οικολόγων πράσινων ακτιβιστών. Ενώ διαδήλωναν έξω από μια φάμπρικα στο Ντιτρόιτ, γνώρισε το έρωτα της ζωής της και αφέθηκε ακαριαία.
Μεγαλύτερος κατά 38,5 χρόνια, ο Τζένεραλ Μότορς ήταν βιομήχανος. Τα αντικριστά στρατόπεδα δε στάθηκαν εμπόδιο στον παθιασμένο δεσμό τους.
Κάπως έτσι, η Βάλερι έγινε κοσμική celebrity, με ξώβυζα εξώφυλλα και σύντομα, χήρα αυτοκινητοβιομήχανου.
Όπως παντού, η κρίση άγγιξε και την Βάλερι. Πονηρή και διορατική όμως, κατάφερε να βάλει λουκέτο στην πολυεθνική πριν απολέσει την αμύθητη κληρονομιά.
Με λόγια ή με χρήματα, φάνταζε ως η μόνη που μπορούσε ουσιαστικά να σώσει τον Μπράντον…
Εκείνος άργησε αλλά το κατάλαβε. Η μυστηριώδης Βάλερι Μότορς ήταν εκείνη που χρηματοδοτούσε νωρίτερα την εκστρατεία Ομπάμα. Και αυτό γιατί δεν έπαψε ποτέ να νιώθει για τον άχρωμο λομπίστα της Ουάσιγκτον.
Εξαφανισμένη από τα κοσμικά, η αειθαλής Βάλερι βρισκόταν στην έπαυλή της στο Ντουμπάι. Δυστυχώς, εξαιτίας μιας παλιάς κομπίνας με ακίνητα, ο Μπράντον δε μπορούσε να την επισκεφτεί στα αφιλόξενα αραβικά εδάφη.
Ήταν ανεπιθύμητος, κινδύνευε να συλληφθεί και να του κόψουν το δεξί χέρι, αυτό που χρησιμοποιούσε για χαιρετούρες. Μονάχα μία, μάλλον ακόμη μία ξεχασμένη φιγούρα μπορούσε να τους φέρει πάλι σε επαφή.
Η Ντόνα δεν ήταν ακριβώς πονεμένη ιστορία. Όπως το έβλεπε κανείς…
Η χρόνια συνειδητή αποχή από το σεξ, της είχε προξενήσει παρενέργειες. Σε ανύποπτη στιγμή επήλθε το μοιραίο και η τρανή παρθενία έπαψε να υφίσταται. Ήταν τότε που η Ντόνα μπέρδεψε τη βούρτσα με άλλα πράγματα. Σύντομα κυλίστηκε σε ένα κόσμο οργίων και αδυσώπητων ερωτικών συντρόφων.
Ήταν νυμφομανής αλλά άργησε να το αντιληφθεί. Όσο κράτησε ο ορμονικός παροξυσμός, αναθεώρησε αρκετά... Δούλευε ως αντιπρόσωπος οίκου μόδας και ταξίδευε τον κόσμο, αλλάζοντας παρτενέρ σε κάθε πόλη.
Κάποτε έφτασε στο Ντουμπάι και τότε κατάλαβε πως ήταν bi.
Ήταν η μοναδική της παρέας που δεν είχε πάρει η Βάλερι παλιά, με αποτέλεσμα να της είχε μείνει αποθυμένο. Η Ντόνα, η τελευταία ευκαιρία.
Έπεσε τηλεφώνημα στο καπάκι:
«Που χάθηκες εσύ ρε μαλάκα άντρα;» αναφώνησε η πρώην παρθένα.
Μίλησαν για ώρες και αναπόλησαν τα σχολικά τους χρόνια. Ο Μπράντον εξήγησε πως ακριβώς είχε η κατάσταση, σχεδόν εκλιπαρούσε για βοήθεια.
Η ατροφική φιλενάδα τον καθησύχασε, ήταν απλούστερο απ’ όσο υπολόγιζε. Εκείνη την εποχή, η Ντόνα τα είχε με την μικρή αδερφή του Ντύλαν, τελειωμένο μοντέλο του ίδιου οίκου μόδας.
Την πρόσταξε να προλάβει τους δυο άντρες στο καθοριστικό ραντεβού τους έξω από τον Λευκό Οίκο. Η μικρή, τυφλωμένη από το πάθος, υπάκουσε, Παρακάλεσε τον ετεροθαλή στυγνό αδερφό της να μην καταστρέψει τον γραφειοκράτη φλώρο… και επήλθε διακανονισμός!
Ο Μπράντον πήρε στα χέρια του το dvd που τον έκαιγε. Με πουστιά διαγράφηκαν τα χρέη του Ντύλαν, κάπου στη φούσκα της Έμρον και την κατάρευση της Λήμαν Μπράδερς.
Συμφώνησαν επίσης να μη συναντήσουν ποτέ ξανά ο ένας τον άλλο. Μια μέρα λοιπόν, ένα καινούριο εκβιαστικό μέμο έφτασε στο οβάλ γραφείο…
Με ατράνταχτες αποδείξεις, ενέπλεκε τον πρόεδρο Ομπάμα σε σχέσεις με την Κουκλουξκλάν. Το θέμα αποσιωπήθηκε γρήγορα και το καθίκι Ντύλαν διορίστηκε ισόβιος πρέσβης στην Ελλάδα.
Ούτε ο πρώτος ήταν , ούτε ο τελευταίος.
Ο Μπράντον γύρισε στη βάση του. Συνέχισε τις αδιάκοπες ραδιουργίες και αφοσιώθηκε στη γυναικούλα, κόρη του παλιού του πρύτανη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνων που, όσο είναι μικρά έχουν γούστο, άμα μεγαλώσουν είναι εντελώς αδιάφορα…
Η παρέα δε ξαναβρέθηκε έκτοτε.
Βυθίστηκε ξανά στη μίζερη καθημερινότητά της.
Εδώ έχει μπει η generation X στο δημόσιο, σιγά μη τη γλίτωνε το Beverly Hills!
ΤΕΛΟΣ