Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Ο Σάββας και η Πράσινη Μύξα



Ένα πράγμα θέλω, γίνεται;
Να ξυπνώ, να πηγαίνω στη δουλειά και να κάνω ό,τι μου αναλογεί. Μετά να σχολάω και να απολαμβάνω τα υπόλοιπα
Τόσο απλά.
Έχω βρεθεί σε διάφορες δουλειές μέχρι τώρα και δεν αποκλείω να καταλήξω κάποτε σε άλλες τόσες ή περισσότερες. Για την ώρα είμαι λογιστής σε μια τράπεζα. Και ντιτζέϊ είμαι μια φορά την εβδομάδα, αλλά ας περιοριστούμε στα πρωινά.
Σηκώνομαι νωρίς, γυρνώ αργά και στο ενδιάμεσο δουλεύω με νούμερα.
Κάθε είδους, σιγά το δύσκολο.
«Σάββα αυτό» και «Σάββα, το άλλο», περνάει η ώρα, ζεις αργότερα.
Εξάλλου, αν το φιλοσοφήσεις κάπως, όλοι με νούμερα δουλεύουν.
Τουλάχιστον εδώ δεν υπάρχουν προσχήματα, το γνωρίζεις εξ αρχής.
Είμαι ο Σάββας και δουλεύω σε τράπεζα λοιπόν. Ένας υπαρκτός χαρακτήρας σε αυτή τη φανταστική ιστορία, ή αν προτιμάτε αλλιώς, ένας φανταστικός χαρακτήρας στην πραγματικότητα. Διαλέγετε και παίρνετε, πρόβλημά σας.
Και δε θα σας τα έλεγα τόσο χαριτωμένα αν τα έγραφα ο ίδιος.
Σιγά μην έμπαινα σε τέτοια διαδικασία.
Το ρεμάλι ο αδερφός μου, αυτός βάζει λόγια!
«Για τα γενέθλια σου», είπε κι εξαφανίστηκε. Πάντα τέτοια κάνει…

Κανονικά γενέθλια: Είναι αυτά που σε βρίσκουν  από το κρεβάτι  ως το σούρουπο να ευχαριστείς στο τηλέφωνο και ν’ απαντάς μηνύματα. Ενώ όταν ξεμπερδέψεις, μαζεύεστε με φίλους κάπου και αδειάζετε κάβες παρέα.
Κάπως έτσι πέρασαν και τα φετινά. Κανονικότατα.
Αν εξαιρέσει κανείς πως ήταν Δευτέρα και στη δουλειά είχαμε τρεχάματα…

29 Απρίλη, τέλειωνε ο μήνας και Πρωτομαγιά αργία, όλοι μας είχαμε να προλάβουμε ένα σωρό πράγματα και τους περισσότερους μας είχε καταβάλει το άγχος με το καλημέρα.
Κάθισα χωρίς χάσιμο στο γραφείο. Από τη μία είχα μια στοίβα κωλολογιστόχαρτα για έλεγχο, ψηλή ίσα με το μπόϊ μου. Από την άλλη δεν είχα τίποτα μέχρι που ήρθε και μπαστακώθηκε ο Βαγγέλας.
Πάντα έχει όρεξη, ειδικά όταν πνίγονται οι υπόλοιποι γύρω του, το διασκεδάζει!
«Σαββέλ, άκου τι διάβασα το σαββατοκύριακο», ξεκίνησε τις ιστορίες και μπήκε στο αυτόματο…
Ποτέ δε τον διακόπτω, σε τέτοιες συνθήκες τον βρίσκω ιδιαίτερα καταπραϋντικό κι ας παίζει με το πόνο των άλλων. Ο Βαγγέλας είναι βάλσαμο, είναι το ραδιόφωνο που δε μας άφησαν ποτέ να ανοίξουμε σε ώρα εργασίας, είναι ο Μιγιάκι στο Καράτε Κιντ, είναι το πιο γλυκό τραπεζικό κομμάτι της ζωής μου.
Τέλος πάντων, κάπως έτσι έγινε. Άνοιξα τον υπολογιστή, άρχισα να κοιτάζω φύλλα και να πληκτρολογώ διάφορα ενώ ο Βαγγέλας μου έλεγε τα σοφά του.

Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος είχε κληρονομήσει τον Μακεδονικό Θρόνο ήταν πιτσιρικάς κι άβγαλτος. Παρόλο που είχε πάρει βασίλειο στρωμένο κι ετοιμοπόλεμο, ελάχιστοι τον έπαιρναν στα σοβαρά. Αυτό φάνηκε όταν ο Αλέξανδρος τα είχε βάλει με τα βόρεια βασίλεια.
Βρισκόταν στη Ιλλυρία, περίπου τη σημερινή Αλβανία και καθώς φαινόταν πως είχε καθαρίσει, μαθαίνει πως τον είχαν προδώσει αιφνιδιαστικά οι Βοιωτοί στα νότια. Ήταν τότε που θυμωμένος διανύει μια τεράστια απόσταση προς τη Θήβα για να τους τιμωρήσει. Σφαγή κανονική, ισοπέδωσε την πόλη, θανάτωσε χιλιάδες για παραδειγματισμό και πούλησε σκλάβους όσους περίσσεψαν. Αγρίεψε το μάτι του, σε σημείο να τρομάξει ακόμη κι ο ίδιος, να αλλάξει νοοτροπία.
Επισκέφτηκε μαντεία, ζητώντας συγχώρεση και σταμάτησε να πηγαίνει μονάχα όταν καταστάλαξε ότι έπρεπε να είναι δίκαιος πάνω απ’ όλα. Πρώτα με τον λαό του κι έπειτα προς τους αντιπάλους του.
Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Όμως εκείνο που είχε κάνει εντύπωση του Βαγγέλα από όσα διάβασε ήταν μια άγνωστη κατάρα που έριξε πριν φύγει να αντιμετωπίσει τους Πέρσες…
«Ε, θα πεις για την κατάρα;» τον πρίζωσα παραπάνω γιατί ακουγόταν σα να είχε βαρεθεί. Όχι τίποτα, δεν έβγαινε τόση δουλειά χωρίς ράδιο!

Ο κόσμος ξέρει πως όταν έφυγε για εκστρατεία, ο Αλέξανδρος άφησε τοποτηρητή τον Αντίπατρο. Αν και δε τον εμπιστευόταν απόλυτα, είχε τους ανθρώπους του να παραφυλάνε και να εμποδίσουν κάποια προσπάθεια ανατροπής.
Όμως εκείνο που δεν ήταν γνωστό ως σήμερα είναι πως ο Αλέξανδρος, μετά τα μαντεία, ανησυχούσε περισσότερο για τον λαό του. Παρότι αισιόδοξος, δεν ήξερε τι έκβαση θα είχαν οι μάχες με τους Πέρσες, ούτε αν θα κατάφερνε να επιστρέψει κάποτε πίσω στην Πέλλα. Ήθελε μια ανεξάρτητη δύναμη να προστατεύει τους Μακεδόνες από πιθανή αδικία εις βάρος τους στο μέλλον.
Δίχως να μοιραστεί τις προθέσεις με τους οικείους του και λίγο πριν τη εκστρατεία, ο χαρισματικός ηγέτης ταξίδεψε κρυφά πίσω στην Ιλλυρία.
Μίλησε με τον Πραξιτέλη Επιτηδεύματος , σεβάσμιο σαμάνο ιερέα. Του ζήτησε να παραφυλάει στη Μακεδονία και να τιμωρήσει οποιονδήποτε παραβεί τις πάγιες εντολές του. Δηλαδή κανένας ηγεμόνας να μην  φορολογήσει ποτέ πάνω από το ένα τέταρτο του εισοδήματος.

«Σώπα ρε, ένα τέταρτο σε φυσικά πρόσωπα», μου έκανε εντύπωση
«Με σημερινά δεδομένα, αναγωγή στο ΦΠΑ πάει, πάνω από 25% κατάρα!», ξεκαθάρισε ο Βαγγέλας που απ’ ότι φάνηκε, πιστεύει σε κάτι τέτοια.

Μα είχαμε πάνω από 25% ΦΠΑ, σκέφτηκα όσο μου επέτρεψε το χαρτομάνι. Μετά τη χρεοκοπία επί Τρικούπη οι φόροι ήταν αστρονομικοί.

«Δίκιο έχεις, πιθανό να είναι έτσι τα πράγματα», ξενέρωσε ο Βαγγέλας.
Αλλιώς, αν είχε δίκιο με το 23% που έχουμε σήμερα, θα βρισκόμασταν ελάχιστα πριν ζωντανέψει η κατάρα.
«Και τι κατάρα ήταν αυτή;» ρώτησα μιας που το είχαμε φτάσει μέχρι εκεί.
«Άγνωστο κυρ-Σάββα, δεν έγραφε. Μιλούσε αόριστα…»

Ένας ντελιβεράς διέκοψε τη κουβέντα μας που έτσι κι αλλιώς είχε φτάσει σε τέλμα. Η φίλη μου θυμήθηκε πρώτη τα γενέθλιά μου και φρόντισε να στείλει ένα φαντασμαγορικό κουτί γεμάτο προφιτερόλ.
«Φάε και θα την ακούσεις. Χρόνια σου πολλά. Τα λέμε το βράδυ. Φιλάκια, Ντάλια»
Τότε έπεσε συναγερμός στην τράπεζα. Σα να μας λήστευαν ένα πράγμα.
Πήραν τα αρπακτικά χαμπάρι τα γλυκά, σηκωθήκαν αλαφιασμένοι από τις καρέκλες και μου έκρυψαν τον ήλιο γύρω από το γραφείο!
Αγκαλιές, φιλιά, χειραψίες!!!
Σα να είχε μπει αλογάς καταθέτης να μας γλιτώσει από έλλειμμα!
«Πουτάνες στα κρεβάτια σας», θα τους έλεγα αν δεν ήταν αντισυναδελφικό
(σημείωση του ήρωα: Μήτσο ελεεινέ, σοβαρέψου λίγο. Άσε να τα πω όπως θέλω)
        
Μέχρι και κουτάλια πρόλαβαν να κουβαλήσουν, ένας θεός ξέρει που τα βρήκαν. Όμως ήταν νωρίς και θα μου έκαναν το χαρτομάνι χάλια. Κατάφερα να κλείσω αστραπιαία το κουτί κι εξαφανίστηκαν όλοι πριν καν δικαιολογηθώ.

«Εσένα θα σε κεράσω μετά», έκανα νόημα του Βαγγέλα που για να μη καρφώνεται, επέστρεψε στο πόστο του.

Η ώρα περνούσε και η στοίβα χαμήλωνε.
Κόντευα να τελειώσω απερίσπαστος. Και θα τέλειωνα αν δε με διέκοπτε εκείνο το μεθυστικό, έντονο άρωμα ροδάκινο. Κοντοζύγωνε η Λάουρα.
Αχ Λάουρα, φωτιά και Λάουρα!
Ορκωτή λογίστρια, μισή Βραζιλιάνα καλλονή και μισή αδίστακτη βασανιστής μου. Περπατούσε ανάλαφρα και κρατούσε έναν τεράστιο όγκο παραστατικών. Το σφριγηλό κορμάκι της, έτοιμο να εκραγεί και να απαλλαχτεί από το αυστηρό της ντύσιμο.
«Έλα Λάουρα, κόπιασε από τα μέρη μας» σκεφτόμουν ενώ της χαμογελούσα όσο με έπαιρνε. Κι αυτή πλησίαζε.
Στάθηκε μπροστά μου και ευχήθηκε.
«Να ζήσεις Σαββούλη γλυκέ μου!» είπε και νομίζω σα να έγειρε για ασπασμό.
«Να ζήσω, ναι! Βοήθα λίγο!» παρακαλούσα μέσα μου.
Αλλά τζίφος…
Είχε γύρει για να ξεφορτωθεί τα χαρτιά.
«Πάρε, σκάσε, δούλευε» έβγαλε γλώσσα, μ’ έχωσε άγρια και την κοπάνησε.
Μα τι ήταν όλα αυτά τα καινούρια; Με μια βιαστική ματιά που έριξα, τα είχα ήδη ξεμπερδέψει μήνες πριν.
«Τι να τα κάνω μάτια μου; Αυτά είναι παλιά», πρόλαβα να της φωνάξω.
«Να τα κάνεις κορνίζα αγάπη μου! Θα τα ξανακάνεις, αλλάζει ο ΦΠΑ σήμερα», άκουσα πριν χαθεί από το οπτικό μου πεδίο.
Βρε λες;

Την ίδια σκέψη έκανε και ο Βαγγέλας που κρυφάκουγε λίγο πιο κάτω. Σαν αίλουρος πήδηξε γραφεία, καρέκλες και χαρτιά και βρέθηκε πάλι δίπλα μου.
«Πόσο πήγε ρε ο φόρος; Είπε η κάργια;»  ψιθύρισε συνωμοτικά.
Του έγνεψα αρνητικά και μείναμε να κοιταζόμαστε.

Κρύφτηκα κάτω από το γραφείο και τηλεφώνησα του Νίκοζ που είχε τηλεόραση στο μαγαζί του και μπορεί να είχε ακούσει κάτι. Αφού τελειώσαμε με τις ευχές, η μόνη απάντηση που έλαβα ήταν:
«Δε λέει ρε γαμώτι. Όμως άμα θες να σου πω τα ζώδια…»     

Αλλάζουμε θέση με τον Βαγγέλα και σηκώθηκα όρθιος φυλώντας τσίλιες. Δοκιμάζει να βρει την Κάλλη, τη γυναίκα του, δαίμονα σωστό. Και εκείνη, μεσ’ τις άκρες,  μας έδωσε μια πιθανή εξήγηση:
«Ποιος βάζει τους φόρους; Η Κυβέρνηση; Λάθος… Η Τρόικά τους επιβάλει, η Κυβέρνηση τους εφαρμόζει… Άρα; Ποιος βάζει του φόρους τώρα; Η Τρόικα; Πάλι λάθος… Οι τραπεζίτες πείθουν την Τρόικα να τους επιβάλει στην Κυβέρνηση που θα τους εφαρμόσει…»  
Πάλι μείναμε να κοιταζόμαστε με τον Βαγγέλα. Ίσως επειδή ξέραμε και τη συνέχεια.
«Και ποιος κάνει τους τραπεζίτες να αναθεωρήσουν τον ΦΠΑ; Οι αριθμοί… Και πως προκύπτουν οι αριθμοί; Από αυτά εδώ τα κομπιούτερ… Και ποιος πειράζει τους αριθμούς σε αυτά τα κομπιούτερ;;;;»
«Εγώ κι εσύ!!!!» ουρλιάζαμε και οι δυο ταυτόχρονα, κάνοντας όλους στην τράπεζα να μας καρφώνουν ενοχλημένοι.
Αν η Κάλλη είχε δίκιο, αν το σκεπτικό μας ήταν σωστό, αν υπήρχε κατάρα…
Την είχαμε βάψει!
Ο Πραξιτέλης Επιτηδεύματος δεν θα κυνηγούσε ούτε την Κυβέρνηση, ούτε την Τρόικα, ίσως ούτε τους Τραπεζίτες. Σ’ εμένα, στον Βαγγέλα και στα υπόλοιπα παιδιά θα ξεσπούσε η οργή του Μεγαλέξανδρου!
«Ρε συ Βάγγο, μήπως υπερβάλουμε λίγο; Αφού επί Τρικούπη δεν έσκασε ρουθούνι, γιατί να τη πληρώσει η δική μας γενιά;»
Κάποια λογική, κάποιο άλλο σκεπτικό θα υπήρχε. Ίσως ήμασταν επηρεασμένοι από τα ανόητα βιβλία που συζητούσαμε πριν….
Όμως δε το βρίσκαμε με τίποτα!
Την κοπανήσαμε και βγήκαμε έξω στη προκυμαία να μας χτυπήσει λίγο αεράκι

«Σαββάκι χρόνια πολλά! Το είδα στο Facebook» ακούστηκε πίσω από την πλάτη μου, πάνω που το είχα ξεχάσει.
Ήταν ο Γιαννάκης, ο λιμενικός. Αυτό ήταν και καλό και κακό.
Πως μου κόλλησε εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα ότι αυτός έχει μια λόξα με την ιστορία και στην απελπισία μου τον ρώτησα:
«Όταν χρεοκοπήσαμε επί Τρικούπη, μήπως θυμάσαι τίποτα περίεργο από Μακεδονία πλευρά; Έχεις διαβάσει κάτι σχετικό; Δε γίνεται, θα έχεις διαβάσει! E;;;;”
Τον είχα πιάσει από το πέτο και τον τραβούσα ασυναίσθητα.
«Όχι βέβαια… όχι βέβαια… όχι βέβαια… όχι… όχι…» πετούσε όσο τον  έσπρωχνα.
«Καλά μας υποχρέωσες…. Πέρνα το βράδυ που παίζω μουσική για κέρασμα…» το άφησα ήσυχο μαζί με κάποιες τύψεις
«Τώρα που το σκέφτομαι, κάτι υπήρχε», είπε και πήρε απόσταση ώστε να μη τον φτάνω. Κρεμόμασταν από τα χείλη του.
«Όταν χρεοκοπήσαμε επί Τρικούπη, η Μακεδονία δεν είχε ενσωματωθεί στην Ελλάδα, άρα….»
«Άρα δεν είχαμε ίδιους φόρους…» σα να ήθελε να πει ο Βαγγέλας
Άρα και άρα, τη πουτσίσαμε παπάρα!

Μπήκαμε μέσα πριν μας πάρουν πρέφα.
Έτοιμοι ήμασταν, να μας πιάσεις και να σκάσουμε.
Υπήρχε ακόμη το ενδεχόμενο να κάναμε λάθος, ή ακόμη καλύτερα να έπεφτε ο ΦΠΑ αντί να ανέβει. Αλλά ας είμαστε ρεαλιστές.
Δεν υπήρχε σωτηρία.

«Σάββα, βγάλε τα προφιτερόλ, δεν αντέχω. Υπογλυκαιμία έχω» ζήτησε ο Βαγγέλας και μπορεί να έλεγε αλήθεια.
Του τρατάρω ένα στη ζούλα κι άρχισα να κλαίγομαι. Μακάρι να μπορούσα με κάποιο τρόπο να μάθω από πριν τι θα γίνει με το ΦΠΑ. Έστω να προλάβω να εξαφανιστώ, οτιδήποτε θα έσωνε το τομάρι μου, που στην τελική δεν άξιζε τέτοιο τέλος.
Καθώς εκείνος κατέβαζε το προφιτερόλ, μου έκανε χειρονομία να σωπάσω.
Όταν κάποτε σταμάτησα, ανοίγει το κουτί και μου βγάζει ένα να φάω κι εγώ.
«Μη μιλάς, μη ρωτάς, τρώγε» μου κάνει και υπάκουσα.
Κουταλιά στη κουταλιά, κάτι ακουγόταν. Τότε εκείνος φωνάζει και τα παρακάτω γραφεία και χωρίς καν να ρωτήσει τους δίνει από ένα προφιτερόλ κι ένα κουτάλι.
«Μικρές κουταλιές και απόλυτη σιωπή» τους είπε.
Όσοι περισσότεροι έφταναν, τόσο εντονότερα ακουγόταν μια συζήτηση.
Τελικά η Ντάλια κυριολεκτούσε στην κάρτα!!!!
Την ακούσαμε κανονικά!!!
Γιατί σε κάθε μας κουταλιά ακουγόταν τι έλεγε ο πρωθυπουργός με τους τροικανούς! Μπράβο Ντάλια, τα προφιτερόλ που μας έφερες ήταν όντως Θεϊκά!!!

«Δηλαδή κύριε Ραμασά τι θέλετε για το λαό σας; Νέα χαράτσια; Νέες περικοπές; Έτσι προστατεύετε τους πολίτες σας; Έτσι θα καλυφτούν οι μαύρες τρύπες;» αγόρευαν οι τροϊκανοί, τη δαγκώναμε εμείς.
«Μα κύριοι, 30% ΦΠΑ από 23%, είναι ανήκουστο…», κλωτσούσε ο Ραμασάς.
Μετά λιποθύμησα για λίγο, όμως, όπως μου είπαν τα παιδιά αργότερα, είχαν λιανίσει τα προφιτερόλ, οπότε ούτε εκείνα άκουσαν παρακάτω…

Πήρα κουράγιο και τηλεφώνησα τη μάνα μου:
«Μάνα μπορεί να μην έρθω στο τραπέζι το μεσημέρι. Κάτι έγινε στην τράπεζα, με τον ΦΠΑ, με μια κατάρα του Μεγαλέξανδρου, θα σε γελάσω, δεν έχω καταλάβει ακόμα. Πάντως άμα αργήσω, φάτε», προσπάθησα να της εξηγήσω.
«Καλά, καλά, θα σε περιμένουμε, όποτε τελειώσεις. Σουτζουκάκια έφτιαξα. Μόνο φέρε τον αδερφό σου και πες του να μην έρθει σα λέτσος γιατί έχουμε γιορτή. Άντε χρόνια πολλά, θα τα πούμε από κοντά!» δεν ήταν γραφτό να συνεννοηθούμε.
Στο καπάκι πήρα κι αυτόν να του πω τα ίδια αλλά μου το έκλεισε, θα κοιμόταν…

Δε πρόλαβα να κάνω άλλα τηλεφωνήματα γιατί μας φώναξε η Λάουρα.
«Αγόρια! Ποιος θα πάει ένα φαξ στον διευθυντή;»
Είχε φτάσει η ώρα της κρίσεως.
«Πήγαινε ρε Βαγγέλα, έχω γενέθλια σήμερα, δε με λυπάσαι;» ζήτησα εκλιπαρώντας
«Κι εγώ, γυναίκα, παιδιά και ποδηλατάδα τη Πρωτομαγιά. Εσύ να πας!» είπε και εξαφανίστηκε χωρίς οίκτο.
Προσπάθησα να χαθώ κι εγώ, το παραδέχομαι αλλά με πρόλαβε η Φωτιά και η Λάουρα στις σκάλες.
«Έλα Σαββούλη, σβέλτα και το περιμένει από το πρωί» είπε και μου έχωσε έναν κλειστό φάκελο στη μασχάλη.
Τα χέρια μου έτρεμαν, το καντήλι μου έσβηνε και πάνω στον φάκελο είχε μάλλον τα θανατηφόρα αρχικά «PR.MI.». Prime Minister. Πρωθυπουργός. Τέλος.
(σ.σ. Πάγαινε τον φάκελο να ξεμπερδεύουμε, τι είσαι καμιά κοτούλα;)
(σημ. του ήρωα: Εσύ τι μιλάς; σε πήρα και κοιμόσουν χέστη!)
(σ.σ. Κοιμόμουν βρε βλάκα γιατί έγραφα τη συνέχεια και να σε κάνω άνθρωπο!)
(σημ. του ήρωα: Ναι καλά…)
(σημ. της μάνας: Μη μαλώνετε και σας διαβάζει κόσμος. Και όπως θα ανεβείτε το μεσημέρι, να πάρετε ψωμί)

«Λάουρα…» την καλώ να γυρίσει
«Ορίστε;» ανταποκρίθηκε με υποκριτικά θιγόμενο ύφος
«Θέλω να ξέρεις πως αν συμβεί κάτι σήμερα, σε συμπαθούσα από τη πρώτη στιγμή» της εξομολογήθηκα παρόλο τον πανικό μου
«Μάλιστα, αν όντως σου συμβεί κάτι σήμερα, θα το έχω υπ’ όψη μου» απάντησε κοφτά κι επιβεβαίωσε τον κανόνα:
Οι λογιστές έχουν ψυχή, οι ορκωτοί λογιστές, όχι απαραίτητα.

Έχω δει άπειρα ντιβιντί. Κάθε φορά που βαδίζει ο βαρυποινίτης στη ηλεκτρική καρέκλα, παίζει μουσικές, του κάνουν κοντινά, του δίνουν όσκαρ μερικές φορές, κλαίνε τα κοριτσάκια, τέτοια.
Στην περίπτωσή μου τίποτα. Με είχαν εντελώς χεσμένο!
Όλοι στην κοσμάρα τους, δε μου έδιναν καμία σημασία. Ούτε όταν μετρούσα βασανιστικά τα βήματα ως το γραφείο του διευθυντή, ούτε όταν χτυπούσα απελπισμένα την πόρτα, ούτε όταν του είπα ασθμαίνοντας πως έφτασε ο φάκελος, ούτε όταν εκείνος τον άνοιγε ευλαβικά.

«Μη φύγεις αμέσως. Περίμενε λίγο», πρόσταξε
Αφού ήταν στημένο, γιατί ήθελε τελετουργικό;
Όμως ήταν στημένο;
Γιατί από τις εκφράσεις που έκανε, μόνο στημένο δεν έδειχνε.
Φαινόταν να είχε ξαφνιαστεί. Η ματιά του κατέβαινε ανήσυχα το άγνωστο περιεχόμενο του μηνύματος σα να μην εύρισκε εκείνο που ίσως υποψιαζόταν.
Ξαφνικά το βλέμμα του παγώνει στο τέλος και μένει μαρμαρωμένος.
Τον παρατηρούσα έτσι, με μία παγωμένη έκφραση κι άργησα να προσέξω τον φάκελο. Το μελάνι σαν να έβραζε!!!!!
Ένα ρευστό πράσινο πράγμα δραπέτευε από το χαρτί και κατρακυλούσε στους καρπούς του διευθυντή που είχε μείνει μαλάκας και δίσταζε να κουνηθεί.
Ανήμπορος να αντιδράσει με το σίχαμα που πότιζε το δέρμα του κι αναρριχώταν από το εσωτερικό του κουστουμιού του, ο κύριος διευθυντής με κοιτούσε κατάματα, ελπίζοντας σε κάποια βοήθεια που αδυνατούσα να του προσφέρω.
Κι εγώ πάνω μου τα είχα κάνει, σκέψεις ή λέξεις δεν υπήρχαν.
Ώσπου εκείνος άδειασε. Ένας ρόγχος κι έπειτα αυτό το πράσινο υγρό να βγαίνει από τα ρουθούνια, τα αυτιά, το στόμα, μια αηδία!
Γρήγορα το άλλοτε κεφάλι της κεφαλής της τραπέζης μας είχε γίνει μια ομοιόμορφη κολλώδης σφαίρα. Ήταν το Gummy Bear με κουστούμι, πουκάμισο και γραβάτα, μόνο που δε τραγουδούσε!
Πάντα έλεγα πως ήταν σιχαμερός και κάποια ζώα δε με πιστεύανε. Τώρα θα με πιστέψουν ευτυχώς και τα ζώα!
(σημ. του ήρωα: το χαλάς…)
(σ.σ. άσε με να παίξω λίγο, έλα…)
(σημ. του ήρωα: όχι!)

Προσπάθησα να κάνω μερικά βήμα πίσω αλλά με αντιλήφθηκε και σηκώθηκε όρθιο.
«Σάββα παιδί μου, φώναξε μου τη Λάουρα μέσα» είπε, πως ακριβώς δε ξέρω
Παλαβώθηκα!
«Και Σάββα… Χρόνια Πολλά…», συνέχισε την ώρα που έσπαγα την κλειστή πόρτα
Όπως πετάχτηκα έξω, όλοι γύρισαν και κοίταζαν.
«Ο διευθυντής πρασίνισε! Έγινε Μύξα! Φύγετε!», έσκουζα αλλά αυτοί απλώς κοιτούσαν. Είτε τους φάνηκα ακατανόητος, είτε δε με είχαν ξαναδεί μπλε.
Είχα χρέος να τους προειδοποιήσω κι ας μη με καταλάβαιναν. Ίσως όταν συνέχισα να τρέχω προς την έξοδο να  συνειδητοποίησαν πως σοβαρολογούσα.
Ήμουν ήδη απέναντι από την εξωτερική πόρτα της τράπεζας, κρυμμένος μέσα σε έναν κάδο αποκριμάτων. Γιατί μπορεί να έπρεπε να εξαφανιστώ όσο πιο μακριά γινόταν, αλλά δε μπορούσα να τους αφήσω έτσι.
Η χλαπάτσα είχε βγει παγανιά στη τράπεζα και νεκροζώντανος με το φαξ στα χέρια πρόσταζε τα παιδιά: «Εσύ! Εδώ!»
Κι εκείνοι να κλαίνε, να ουρλιάζουν και κυριευμένοι από τρόμο προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Μάταια όμως.
Από το μισόκλειστο καπάκι δεν είχα οπτική επαφή, κραυγές άκουγα.
Πρώτοι πρέπει να τη πλήρωσαν τα παιδιά στο μηχανογραφικό. Ένας είχε χαρακτηριστική ψιλή φωνή, σίγουρα ήταν αυτός.
Η εξωτερική πόρτα σφραγίστηκε και  το μόνο που φαινόταν ήταν λογιστόχαρτα στον αέρα και πράσινες στάμπες στα τζάμια πριν καλυφθούν πλήρως.
Και οι φίλοι μου; Οι συνάδελφοι όλοι; Χαμένοι;
Ο Βαγγέλας; Οι ταμίες, παιδάκια από τα λίγα; Η Λάουρα; Αχ Λάουρα.

Κόσμος βολτάριζε αμέριμνος στη προκυμαία, δίπλα έπιναν καφέ. Κανείς δε κοίταζε μέσα. Ούτε έμπαινε σε μια υπό εκκαθάριση τράπεζα. Δεν υπήρχε λόγος.
Ήταν καταδικασμένοι…

«Εδώ είσαι;» με ανακάλυψε μια γνώριμη φωνή σηκώνοντας το καπάκι.
«Είχα πάει να πάρω ένα σάντουιτς και θα πετούσα το χαρτί», αποκρίθηκε
«Βαγγέλα! Ζεις!» , επιτέλους ένα καλό νέο!
«Σάββα, μυρίζεις, βγες» είπε ο λόρδος και με τράβηξε έξω.
«Είχες δίκιο! Η κατάρα! Η Μύξα!»
«Το είχα υποψιαστεί…» σιγοντάρισε εκείνος σκουπίζοντας τα τελευταία ψίχουλα.
«Μα πως;» ρώτησα αν και δεν είχε μεγάλη σημασία.
«Ψάρι είσαι, δε πειράζει. Ο πρωθυπουργός δε καρφώνεται. Δε στέλνει φαξ στις τράπεζες. Το υπουργείο οικονομικών, ίσως. Αλλά ο Ραμασάς ποτέ. Δεν είναι δική του αρμοδιότητα ο ΦΠΑ», εξήγησε απαθής.
«Και τότε γιατί δε με προειδοποίησες πως PR.MI δεν ήταν Prime Minister αλλά Prasini Miksa;» νευρίασα.
«Πρώτον επειδή είχα ήδη φύγει και δεύτερον επειδή δε το ήξερα ακόμη»
«Και τώρα; Τι κάνουμε;» ρώτησα, μήπως του περίσσευε καθόλου σοφία.
«Τι θα κάνουμε…Να δουλέψουμε δε γίνεται. Σπίτια μας πάμε…»
«Μιλάς σοβαρά; Η Μύξα έχεις τις διευθύνσεις μας! Θα έρθει να μας βρει!»
«Σωστά…», κόμπιασε λίγο για να το σκεφτεί καλύτερα.

Όσο ο Βαγγέλας πλησίαζε σε κάποια λύση, χτυπά το κινητό. Ήταν ο Στέφανος.
Αφού ευχήθηκε ο άνθρωπος, του περιγράφω περίπου πως είχε η κατάσταση.
«Γιατί με καις; Να τρακάρω θες;» παραπονέθηκε και με τα δίκια του.
«Τα πράγματα είναι σοβαρά. Άμα βγει η Μύξα έξω…», τι ήθελα και την ανέφερα.
Πριν προλάβω να τελειώσω τη φράση, τα τζάμια σπάνε και ξεχύνεται στους δρόμους μια αγέλη από πράσινες χλαπάτσες. Κρατώντας στα χέρια τους χαρτιά πλησίαζαν τους περαστικούς, τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα.
«Εσύ! Εδώ!», πρόσταζαν και όποιος ήταν τόσο αφελής και υπάκουε , σύντομα γινόταν ένας από αυτούς…
«Στέφανε, έχω ένα πρόβλημα στη δουλειά και πρέπει να κλείσω. Τα λέμε το βράδυ», άμα προλάβω το βράδυ…
«Έγινε ρε,  πάω να ρίξω κάτι μπετά και άμα προλάβω θα περάσω. Αλλιώς το βράδυ. Μόνο εξήγησε μου κάτι: όταν λες Ιλλύριοι, εννοείς Αλβανούς;»
Του έλυσα την απορία, όμως δεν είχαμε χρόνο. Οι χλαπάτσες είχαν περάσει το δρόμο και μας πλησίαζαν απειλητικά. Τρέχαμε προς τις καφετέριες αλλά μας συνέχιζαν να μας καταδιώκουν.
Μερικοί πήραν χαμπάρι τι γινόταν και έτρεχαν μαζί μας. Γκαρσόνες τσίριζαν, ποτήρια έσπαζαν, όμως κάποιοι άλλοι το πήραν στη πλάκα και αντί να φύγουν, πλησίαζαν τις χλαπάτσες για χαβαλέ.
«Εντάξει Σάββα, κόψε λίγο. Μπήκαν στην Εφορία δίπλα», έδειξε λαχανιασμένος πίσω μας. Ζήτημα χρόνου να τους ξεπαστρέψουν κι από εκεί.
Κάθε λεπτό που περνούσε, το λιμάνι γινόταν και πιο πράσινο. Αυτή τη φορά δε κόψαμε. Πήραμε ανάσες και συνεχίσαμε όσο γινόταν πιο μακριά, μέχρι που φτάσαμε στο Φυσάει.
(σημ. του ήρωα: Ναι, εκεί που παίζω μουσική κάθε Παρασκευή σε ένα ευχάριστο περιβάλλον, να έρθετε να γνωριστούμε και να περάσουμε όμορφα)

Μιας και ήμασταν σε αδιέξοδο, συμφωνήσαμε να πιούμε ένα φρεντουτσίνο μήπως και καταλήξουμε κάπου.
Όπως περιμέναμε να μας τους φέρουν, τηλεφωνεί και η Βάσω φίλη και συνάδελφος που είχε μείνει σπίτι να φροντίσει την κόρη της. Πριν αρχίσει τα «χρόνια πολλά», έντρομη μας πληροφόρησε πως ολόκληρη σχεδόν η χώρα έχει πρασινίσει και πήρε να δει άμα ήμασταν καλά!
«Παντού! Στις τράπεζες, τις εφορίες, τα διόδια, τα μαγαζιά. Ο κοσμάκης γέμισε γλίτσα!», έλεγε έχοντας την τηλεόραση στη διαπασών και τη μικρή να κλαίει.
«Η Μύξα έχει καταλάβει την Ελλάδα, πρέπει να σκεφτούμε κάτι», παρότρυνα τον Βαγγέλα που ακόμα προσπαθούσε να βγάλει άκρη.
«Ας πιούμε πρώτα τον καφέ και βλέπουμε», πρότεινε για να κερδίσει χρόνο.

Σε λίγο ήρθαν τα φρεντουτσίνα. Μαζί και τα μαντάτα της τηλεόρασης.
Η κοπελίτσα μας σερβίρει και καθώς μάζευε το δίσκο ζήτησε να την πληρώσουμε.
Πριν ολοκληρώσει τη φράση της, οι καρποί της άλλαξαν χρώμα και σε ελάχιστα δευτερόλεπτα είχε μεταμορφωθεί επίσης σε χλαπάτσα και μας κυνηγούσε κρατώντας την απόδειξη!!!
Κάτι άλλο στόχευε η Μύξα, όχι εμάς τους λογιστές, τουλάχιστο όχι άμεσα.
Από τρέξιμο σε τρέξιμο, βρισκόμασταν πίσω στη προκυμαία όπου ήταν θαρρείς κι έβλεπες αγώνα στο ΟΑΚΑ: πράσινο και θύματα από τη μία άκρη του ματιού σου στην άλλη…
Στις καφετέριες, στη πιάτσα των ταξί, στα καϊκια, στις λάμπες σκαρφαλωμένες πάνω. Άνθρωποι παραδομένοι, να κρατάνε χαρτιά και να κυνηγάνε τους εναπομείναντες. Μας είχαν περικυκλώσει. Εγώ είχα προτρέψει τις γροθιές μου για μια τελειωτική μάχη ενώ ο Βαγγέλα απήγγειλε ποίηση γιατί το είχε δει σε μια παλιά σειρά και του είχε κάνει εντύπωση. Πλήρης παράκρουση!

(σ.σ. Να έρθω να σε σώσω;)
(σημ. του ήρωα: Με είχες 8 σελίδες τρέξιμο και τώρα πουλάς μαγκιές;)
(σ.σ. Καλά μια πρόταση έριξα…)
(σημ. του ήρωα: : Έλα…)
(σ.σ. Όχι, Τώρα μείνε εκεί να σε φάνε οι Μύξες)

Ο κλοιός είχε στενέψει. Δυο Μύξες μου έγλειφαν το παντελόνι ενώ είχαν αγκαλιάσει τον Βαγγέλα και του ζητούσαν να διαβάσει το χαρτί όμως εκείνος αντιστεκόταν με Καβάφη:
«Είπες…Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
  Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή»
Καλά κρασιά!

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Όγιε Κόμο Βα

Ξαφνικά συνέβησαν όλα. Και ξαφνικά τελείωσαν.

Γιώργος Ζαλπιγγίδης, ετών 45 και αισίως μακελάρης.
Μπήκε στη ντίσκο της εφηβείας του μία νύχτα και ξεκλήρισε ένα σωρό θαμώνες. Έτσι χωρίς λόγο. Φταίει το νέφος, το άγχος, η ανεργία, το κυκλοφοριακό, αλήθεια δε ξέρω να σας πω όμως ο Γιώργος, ο Ζαλπιγγίδης έκλεισε εικοσιένα σπίτια.

Στην πόρτα τον ήξεραν, ήταν παλιός γνώριμος. Γιώργης ο Ογιεκομοβάς, έτσι έγραψε ιστορία, από τον καιρό που κολλούσε μπριγιαντίνη και χόρευε λάτιν.

Ο γιε κομοβά, ντι ρίτμο…
Από εκεί του έμεινε η ρετσινιά, είχε αφήσει εποχή. Μετά τον άφησε αυτή.

Χάθηκε από τη νύχτα, πήγε φαντάρος και παρακάλεσε να μπει στο δημόσιο. Δε κατάφερε πολλά, όμως στη ντίσκο συνέχιζε να πηγαίνει. Όταν έπαιζε χρηματιστήριο, όταν έπαιρνε δανειάκια, όταν βούλιαζε στον τζόγο, ο Ογιεκομοβάς κάθε Σάββατο βρισκόταν εκεί.

Από τη μια δουλειά στην άλλη, έτσι μουρμούριζαν μεταξύ τους όσοι είχαν καιρό να μάθουν νέα του. Είτε είχε ζόρια είτε όχι, ο τύπος έδινε κανονικά το παρόν.

Μέχρι τέλους, μέχρι την τελευταία του ανάσα. Δεν διάλεξε που θα γεννηθεί, ήξερε όμως πολύ καλά που ήθελε να πεθάνει. Στο κέντρο της πίστας.

Δυο διαδοχικές σφαίρες καρφώθηκαν στο στήθος του. Γύρω του πτώματα και η ντισκομπάλα να ανακλά βαθύ κόκκινο, σαν τις ένδοξές της μέρες.

Αύγουστος του ‘11, στο κέντρο απεργία, στη πλατεία συγκέντρωση και τα πλοία ταξίδευαν για τα νησιά. Πόσο απελπισμένος έπρεπε να είναι κάποιος για να τη βγάλει σε εκείνο το παλιό στέκι με τους ξεθωριασμένους τοίχους…

Κι όμως, η ιστορία έδειξε πως το μαγαζί ήταν γεμάτο. Σαραντάρηδες που αναπολούσαν τα νιάτα τους, πιτσιρίκια που αναζητούσαν άγνωστες δεκαετίες, τελειωμένα καμάκια και περίεργοι περαστικοί.

Διάφορες ράτσες κρατούσαν ζωντανό ένα μέρος θρυλικό, κάθε Σάββατο, αρκούσε.

Πιστός στο προκαθορισμένο ραντεβού που σπάνια είχε χάσει, ο Ογιεκομοβάς ντυνόταν όπως μόνο αυτός ήξερε κι έσπευδε να διατηρήσει το θρύλο του. Στα κλεισίματα ο ντιτζέι του έκανε χάρη κι έπαιζε το κομμάτι, από Πουέντε, από Σαντάνα, από όποια διασκευή γούσταρε και κουβαλούσε.

Τότε ο Γιώργης άρχιζε τα δικά του, η πίστα άδειαζε κι ένα μαγαζί χάζευε κινήσεις μαγικές. Τις δούλευε από μικρό παιδί, μόλις του αγόρασαν το Χόντα με την υπόσχεση να βγάλει δίπλωμα και να μην πίνει, εκείνος τις είχε τελειοποιήσει, ήταν έτοιμος…

Γκόμενα χωρίς το Όγιεκομοβά δεν έβγαζε. Χωρισμός χωρίς τοΌγιεκομοβά δεν υπήρχε. Ο Γιώργης ήταν μια λάτιν μηχανή, ζούσε για ένα τραγούδι σα να είχε γραφτεί και παιχτεί μονάχα για τη πάρτη του.

Κάποιοι κορόιδευαν πως στο γάμο του είπε τον παπά να αφήσει τον χορό του Ησαΐα και να πιάσει Τίτο Πουέντε. Κανείς δε ξέρει αν παντρεύτηκε ποτέ. Μπορεί και να το έκανε, αλλά τότε ήταν μόνος. Ιστορία παλιά που δε άξιζε να ρωτήσεις…

Αυτό που καταλάβαιναν όλοι ήταν πως είχε μείνει άφραγκος, χωρίς δουλειά και το διαμέρισμα συλλογή σε μια τράπεζα. Νόμιζαν πως ζούσε στα πάρκα ή σε κάτι χαμόσπιτα μαζί με τα πρεζόνια. Όμως ελάχιστοι ήξεραν πως ο Γιώργης, ο Ογιεκομοβάς βρισκόταν σε τόσο τραγική κατάσταση, που το αφεντικό τον άφησε να κοιμάται μέσα στη ντίσκο.

Αδιανόητο, για τον ίδιο. Κανένας Θεός δε κατοικεί στον τόπο λατρείας του. Ο ναός αποτελεί τον χώρο που οι πιστοί αναζητούν τον Θεό τους, όχι εκεί που κάποτε θα τον βρουν.

Ο Γιώργης είχε βάλει δυο καναπέδες στη σειρά, τους σκέπαζε με ένα παλιο πανί από την αποθήκη και άραζε εκεί. Τις μέρες που το μαγαζί έμενε ανοικτό, έκανε βόλτες, περιπλανιόταν στην πόλη. Πάλευε με το παρελθόν και τις αναμνήσεις του.

Σε ώρα προχωρημένη, είχε στάνταρ ένα μέρος καβάντζα. Λουζόταν και φορούσε τη «στολή», έπαιρνε ύφος βαριεστημένο κι έκανε είσοδο εντυπωσιακή με τον πορτιέρη να κάνει τεμενάδες.

Το πρόγραμμα έκλεινε με το τραγούδι του.

Ο γιε κομοβά, ντι ρίτμο…

Πάντοτε, κάθε φορά, φαινόταν πως δυσανασχετούσε, μεγάλη πουτάνα. Τον πλησίαζε ο ένας και ο άλλος, του ζητούσαν να χορέψει μα αυτός τρελαινόταν για παρακάλια και το πήγαινε ως εκεί που τον έπαιρνε.

Μετά, μόλις καταλάβαινε πως γινόταν βαρύς κι ασήκωτος, πετούσε ένα «εντάξει λοιπόν» και τη ίδια στιγμή είχε βρεθεί στην πίστα κέντρο. Η συνέχεια μαγική και το κοινό του ευλαβικό.

Ήταν το προμελετημένο φινάλε του μαγαζιού, τέτοιο που κανείς δε βαριόταν, όσες φορές κι αν το τύχαινε. Να δεις τον Ογιεκομοβά στα φόρτε του ήταν κάτι σαν το πατσά μετά το ξενύχτι. Βάλσαμο, το άλας μια νύχτας που αν δεν υπήρχε θα έμενε άνοστη...

Τα πράγματα όμως είχαν αγριέψει. Λαθρεπιβάτης στο καράβι της νιότης του, ο Γιώργης τρελαινόταν μέρα με τη μέρα.

Κάθε πρωί που δε μπορούσε να γράψει το μέλλον του. Κάθε ξημέρωμα που δε είχε κοιμηθεί από τα βάσανα. Μόνος του σε μια σφραγισμένη ντισκοτέκ που άνοιγε Παρασκευές και Σάββατα.

«Εδώ είμαστε», τον παρηγορούσε το αφεντικό όποτε του έφερνε φαί πακέτο, κρυφά για να μη τον πάρει πρέφα κανείς και γκρεμιστεί ο μύθος.

«Αύριο θα φτιάξει», απαντούσε εκείνος χωρίς να το πολυπιστευεί. Κι αύριο και την επαύριο και τη μέρα μετά, ο Γιώργης ζούσε στη σκιά για μεγάλο διάστημα, κόντευε χρόνος.

Πρέπει να τον βάρεσε η ζέστη, δεν εξηγείται αλλιώς. Ναι αυτό πρέπει να συνέβη…

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011 και κάπου προς τη Κυριακή πετάει έκτακτο δελτίο.

Φονική συμπλοκή σε γνωστή ντισκοτέκ, δεκάδες νεκροί.

Ποιος να φανταστεί πως στη καθιερωμένη στιγμή λατρείας του, ο Ογιεκομοβάς έσπασε…

Πέταξε την καμπαρντίνα στο ρυθμό και τράβηξε αυτόματο. Που το βρήκε ακόμα δε μάθαμε. Θολωμένος, εγκλωβισμένος σε έναν παρατεταμένο κενό της λογικής, γυρνούσε γύρω από τον εαυτό του, πατώντας τη σκανδάλη.

Οι τοίχοι, οι καναπέδες, η μαρμάρινη σκακιέρα στη πίστα, το ανοικτό στο στέρνο πουκάμισο… όλα γίνονταν κόκκινα σε κάθε στροφή του Γιώργη.

Με ρυθμό αλλά δίχως εξήγηση.

Μερικοί πρόλαβαν και γλίτωσαν. Αυτοί ειδοποίησαν τους μπάτσους, γέμισε ο τόπος.

Η μουσική τελείωσε, μα ο ντιτζέι κείτονταν σωριασμένος και τραγούδι δεν άλλαξε. Οι ασφαλίτες μιλούσαν του Ογιεκομοβά αλλά εκείνος ήταν αλλού, μακριά…

Παράκουσε στις εντολές τους και καθώς εξακολουθούσε να κρατά το όπλο με άγριες διαθέσεις, δεν άργησε πολύ, του την άναψαν.

Δευτέρα στη εφημερίδα, μάθαμε πως ήταν αυτός ο φονιάς.

Ο Ζαλπιγγίδης, που ήταν Ηρακλής και παλιά πήγαινε γήπεδο, που έκανε κανά χόρτο που και που μα ποτέ δεν έφτασε στην ένεση, που τα είχε καλά με όλους μα δε δενόταν με κανέναν.

Που κάποιος θυμόταν πως πέρασε από το ΚΚΕ και πως κάποτε κλώτσησε έναν σκύλο έξω από μια καντίνα με βρώμικα. Ο Γιώργης ο Ζαλπιγγίδης, ο Ογιεκομοβάς που ξαφνικά βρέθηκε στην επικαιρότητα με τη ζωή του μέσα σε σουρωτήρι, στα κανάλια, στις φυλλάδες και τα μπλογκς.

Μήπως κάποιος νους βγάλει συμπεράσματα για το κακό που μας βρήκε εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ Σαββάτου.

Ογιεκομοβάς, ο μακελάρης.

Άραγε έφταιγε η κρίση, τα αδιέξοδα, η αριστερά ή το φαινόμενο του θερμοκηπίου;

Συμπεράσματα δε βγήκαν ποτέ, την επόμενη βδομάδα η χώρα έπαψε να θρηνεί, όλοι έφυγαν διακοπές και έπειτα κανείς δεν είχε διάθεση για αναλύσεις.

Το πένθος έμεινε σε εικοσιένα οικογένειες, μόνο αυτές δε ξέχασαν. Το ρολόϊ για εκείνους σταμάτησε μερικά δεύτερα πριν τελειώσει το τραγούδι.

Ο γιε κομοβά, ντι ρίτμο…

Μεσ’ το καράβι για τα νησιά άκουγα δυο πουθενάδες να μιλάνε με τις ώρες, για το μακελειό. Αντιμετώπιζαν το ζήτημα με τόση αφέλεια που προκαλούσαν αηδία.

Τους ζήτησα να πουν τυχαία εικοσιένα ονόματα φίλων τους, ένα προς ένα. Τον Μάκη, τον Τάκη, τον Λάκη, όποιον ήθελαν, αρκεί να έβγαιναν τόσα, εικοσιένα όσες οι ψυχές που χάθηκαν με αυτόν τον άδικο τρόπο.

Ο ένας με γαμοσταυρισε κι έφυγε, όμως ο άλλος το δοκίμασε. Ανταλλάξαμε ένα βλέμμα και μετά έβγαλε τον σκασμό. Σα να κατάλαβε κάτι…

Ο Ογιεκομοβάς ήταν φίρμα, από την καλή και από την ανάποδη. Μα δεν έχει πλέον σημασία γιατί έχει πεθάνει. Μαζί με τους θαυμαστές του, μαζί με την εποχή του.

Ο Γιώργης είχε χωρέσει τη ζωή του σε ένα κομμάτι και το κομμάτι τέλειωσε, δε το διαδέχτηκε κάποιο άλλο, μονάχα οδυρμοί και κατάρες.

Ο Ζαλπιγγίδης δεν ήταν κακό παιδί, είχε πλάκα και στυλ. Μέλλον δεν είχε. Και αυτό ήταν η αιτία να σπάσει ξαφνικά. Να τα κάνει όλα πουτάνα, να πάρει κοσμάκη στο λαιμό του.

Ήταν έτσι από παλιά; Τι έφταιγε πραγματικά;

Ο γιε κομοβά, ντι ρίτμο…
Μάλλον ποτέ δε θα καταλήξουμε κάπου. Κι αν τα καταφέρουμε, δε θα έχει καμία σημασία.

Μη τα ψάχνεις τέτοια ώρα.

Συμβαίνουν αυτά, μακριά από μας και καλό καλοκαίρι.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Γκάντης

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Ο αξιότιμος κύριος Τσουτσέκης

(φωτο: Σπύρος Π.)

Στο κέντρο της πόλης, εκεί που κατέληγε η μεγάλη πορεία, τα πράγματα είχαν αγριέψει. Αμέτρητα κεφάλια έτρεχαν κυνηγημένα από ένα σύννεφο δακρύων, αφήνοντας χώρο στα κράνη και τις κουκούλες.
Πέτρες, ξύλο, μπινελίκια και οι ασπίδες να αντανακλούν τη λάμψη από τα σπασμένα μπουκάλια που πλημμύρισαν την άσφαλτο.
Δύσκολη εποχή, συνηθισμένη μέρα.
Οργή και αδιέξοδα, γέμισαν στους δρόμους συνηθισμένους ανθρώπους. Όλοι έλουζαν το αόρατο προσωπείο της εξουσίας με διάφορα κοσμητικά επίθετα. Αρκετοί επικεντρώνονταν σε πολιτικούς και μεγιστάνες, ενώ μερικοί έφταναν να τα βάζουν με άστοχους συμβολισμούς.
Γι ακόμη μια χρονιά το Χριστουγεννιάτικο δέντρο είχε λαμπαδιάσει και οι καπνοί σχημάτιζαν μια μαύρη φάτνη στον ουρανό.
Αυτό κοιτούσε ο Ιωάννης Τσουτσέκης καθώς γυρνούσε με την τζιπάρα σπίτι από εναλλακτική διαδρομή. Ψιλά γράμματα για τον απόλυτο άρχοντα της πόλης.
Εκείνον δεν τον έπιαναν τα σκάγια της οργής.
Ούτε ψεύτης, ούτε κλέφτης.
Εξάλλου ο Ιωάννης Τσουτσέκης πίστευε πως οι πολιτικοί ήταν αναλώσιμοι και οι πλούσιοι παρεξήγηση. Φρόντιζε οι φίλοι του να ανήκουν στη μία ή την άλλη κατηγορία, όσο χρειαζόταν για να πετύχει τον σκοπό του:
Την εξουσία!
Αυτός κινούσε τα νήματα όταν οι υπόλοιποι διακινούσαν χρήμα ή νομοθετούσαν. Απαραίτητος για όλους, είχε καταφέρει να επιβιώνει κάτω από οποιαδήποτε συγκυρία, σαν τη κατσαρίδα.
Διευθυντής σε μια υπηρεσία, όμως οι γνωριμίες του τον έκαναν περισσότερο διευθυντή από τους υπόλοιπους. Αποφάσιζε, έπειθε και άφηνε τους υπόλοιπους να εκτελούν τις εντολές του.
Έτσι, στον σκληρό κόσμο ενός Τσουτσέκη, οι ταραχές και ο ξεσηκωμός δεν ήταν τίποτε περισσότερο από δέκα λεπτά επιπλέον διαδρομής για το σπίτι.
Ενώ οι περισσότεροι έδειχναν απεγνωσμένοι από τα αποτελέσματα των φόρων και των νόμων, εκείνος βάδιζε δίπλα τους με περιφρόνηση. Αν η κυριαρχία έμελλε να είναι το υπέρτατο αγαθό, η ευτυχία ήταν πλεονασμός και η δυστυχία ολίσθημα.
Όλοι ασχολούνταν με το Μνημόνιο.
Το ερμήνευαν, το καταριόντουσαν, το έτρεμαν και το συζητούσαν.
Η «καλημέρα» φορούσε πρόσημο και τα νέα έφταναν με δεκαδικά ψηφία.
Είχε όμως άραγε σημασία;
Ήταν αδιάφορος αν ο κόσμος προχωρούσε με το κεφάλι ψηλά ή κατεβασμένο, αν μειώθηκαν οι μισθοί ή αν εξακολουθούσε να υφίσταται μέλλον. Γιατί απλά, όποτε μετρούσε κεφάλια, ο αριθμός έμενε αμετάβλητος!
Πειθαρχημένος, πρακτικός και ορισμένες φορές παράλογος.
Ο Τσουτσέκης κουβαλούσε ένα σπάνιο μεταλλαγμένο μικρόβιο εξουσίας που το καταπολεμούσε μονάχα αν έβλεπε γύρω του υποτακτικούς ή αν καταμετρούσε την ισχύ των αποφάσεών του.
Είχε και ένα σπίτι με αυλή, όχι πολύ μεγάλο, μια γυναίκα με παρόμοια μυαλά και δυο παιδιά να παίζουν στον κήπο όσο ο μπαμπάς έβλεπε τηλεόραση.
Ποτέ ειδήσεις, μονάχα ντοκυμαντέρ στο τσοντοκάναλο. Να ηρεμεί, να μαζεύει δυνάμεις και να συνεχίζει ακάθεκτος το έργο του. Εξάλλου τι νόημα είχα να ενημερώνεται για κάτι που ο ίδιος με τόσο κόπο διαμόρφωνε.
Στις φιλοδοξίες δε χωράνε συναισθηματισμοί, έλεγε, πόσο μάλλον η νοσταλγία. Όμως διαρκώς πετύχαινε τους στόχους του και κοιτούσε ψηλότερα.
Παρ’όλα αυτά είχε φίλους, συγκεκριμένους κάθε περίοδο και βαθμίδα. Ήταν τέτοια η συγκρουσιακή σχέση της εξέλιξης με την νοοτροπία του, που ουδέποτε κράτησε δεσμούς με το παρελθόν.
Κάθε γαλόνι που κέρδιζε ο Τσουτσέκης, κάθε προαγωγή, έριχνε στα μάτια του τις προηγούμενες παρέες. Τις θεωρούσε υποδεέστερες και δίχως ενοχές κολλούσε σα βδέλλα σε νέους, ισχυρότερους κύκλους, με προοπτική...
Ποτέ στη ζωή του δεν αισθάνθηκε την επιθυμία να συναντήσει κάποιον παλιό φίλο, να ρωτήσει που βρίσκεται ή να μάθει τα νέα του. Σιγά μην έριχνε το επίπεδό του.
Υπήρχε όμως μια και μόνο μέρα, που όλες του οι αναμνήσεις επέστρεφαν στο υποσυνείδητο και τον γέμιζαν τύψεις. Η παραμονή των Χριστουγέννων...
Κάτι τον έπιανε. Τότε το καθίκι δεν ήξερε πως να κρυφτεί.
Κάθε πρωί παραμονής, εξαφανιζόταν δίχως προειδοποίηση.
Έφτανε πεζός κι απεριποίητος στο κέντρο της πόλης. Χανόταν στις εικόνες και τους ήχους τον γιορτών. Τυχαία κρυφοκοίταζε τις ζωές των υπολοίπων. Μέσα από αυτές ξαναθυμόταν πρόσωπα και αναγεννούσε χαρούμενα σκηνικά.
Μόνο έτσι, μόνο για μια μέρα.
Όποτε γύριζε και του ζητούσαν εξηγήσεις, είχε απάντηση.
«Είχα πάει στο χτες», δήλωνε με χαρακτηριστικό στόμφο και το έληγε εκεί.
Αυτό ακριβώς συνέβη και την φετινή παραμονή.
...
Πριν ξυπνήσουν στο σπίτι, ο Τσουτσέκης ντύθηκε πρόχειρα και κατευθύνθηκε εκεί που την προηγούμενη ημέρα γινόταν μακελειό. Οι υπάλληλοι που ο ίδιος διοικούσε είχαν προλάβει να καθαρίσουν τα αποκαΐδια, διαμορφώνονταν ένα λιγότερο μουντό τοπίο.
Είχε κοζάρει ένα παγκάκι στην εξωτερική μεριά του πάρκου. Από εκεί μπορούσε να παρατηρήσει μεγάλο μέρος της κίνησης χωρίς να δίνει στίγμα και να γίνεται αντιληπτός από τους περαστικούς.
Κάθισε κι έκανε υπομονή.
Μόλις άνοιξαν τα μαγαζιά, εμφανίστηκαν τα πρώτα παιδιά, ακούστηκαν τρίγωνα και τραγούδια. Σιγά σιγά, ο μεταλλικός ήχος έφτανε στα αυτιά του από κάθε κατεύθυνση.
Το βλέμμα του χανόταν, οι σκέψεις έτρεχαν και εικόνες ξεχασμένων φίλων αποτυπώνονταν στο μυαλό του.
«Που να βρίσκεται ο τάδε;» αναρωτιόταν, αλλά πριν τον πεθυμήσει περνούσε στον επόμενο.
«Κι ο άλλος τάδε;;; Μήπως άραγε τα κατάφερε στη ζωή του;», αμέτρητοι φίλοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον πριν κατασταλάξουν και γίνουν ενοχές.
Όταν σήκωσε για λίγο το κεφάλι και κοίταξε τριγύρω, ο δρόμος είχε γεμίσει από στρατιές πιτσιρικάδων με κόκκινο σκουφί, σακούλες δώρα και τσέπες που κουδούνιζαν.
Συνέχισε διατηρώντας τον ίδιο ειρμό και βυθίστηκε ξανά στις αναμνήσεις του.
Ήθελε να τους θυμηθεί όλους, να μην αφήσει κανέναν αμνημόνευτο.
Ενώ κόντευε μεσημέρι και ο Τσουτσέκης τέλειωνε την μακροσκελή κατάλογο προδοσίας, δέχτηκε μια απρόσμενη συνάντηση.
«Να τα πούμε;» ακούστηκε μια τσιριχτή φωνή.
Σπάνια κάποιο πιτσιρίκι πλησίαζε τους τύπους στα παγκάκια.
Δίχως να αποσπαστεί και σχεδόν παραμιλώντας, ο Τσουτσέκης αρνήθηκε και με μια κοφτή κίνηση του χεριού έκανε σα να τους διώχνει.
«Άσε μας να τα πούμε. Δε ζητάμε λεφτά», η φωνή επέμεινε και του τράβηξε το μπατζάκι του παντελονιού για να του τραβήξει την προσοχή.
Τότε ήταν που τα κοίταξε πρώτη φορά και ο βαρύς μονόχνοτος άνθρωπος είδε κάτι εντελώς διαφορετικό.
Δυο ζουζουνάκια, ένα κορίτσι, το πολύ δέκα χρονών με τον μικρό της αδελφό. Είχαν ντυθεί με εντυπωσιακές ανατολίτικες φορεσιές και είχαν ξεχυθεί τους δρόμους.
«Λέτε τα κάλαντα;», ξαφνιάστηκε από το θέαμα.
«Λέμε ευχές», εξήγησε η μικρή με το τυρκουάζ φόρεμα και το στολισμένο κεφάλι.
«Είστε Χριστιανοί;» απόρησε.
«Όχι κύριε, δεν είμαστε», μαζεύτηκε εκείνη.
«Μα τα Κάλαντα είναι χριστιανικό έθιμο», τους ξενέρωσε.
«Λάθος κάνετε! Είναι γιορτή!», πετάχτηκε τσαμπουκαλεμένος ο μπόμπιρας!
«Στη λάθος γιορτή ήρθες μικρέ. Φύγετε τώρα», εκνευρίστηκε ο Τσουτσέκης που ήταν μαθημένος να μη του αντιμιλά κανένας.
«Είναι γιορτή κύριε! Και η γιορτή είναι για όλους», τραύλισε φοβισμένη η μικρή.
«Να πάτε σπίτια σας. Από εκεί που ήρθατε», τους απείλησε
«Σήμερα λέμε ευχές», είπε και το πίστευε ο μικρός.
«Να τις πείτε στην πατρίδα σας, στους δικούς σας», νευρίασε ακόμα περισσότερο.
«Εδώ είναι η πατρίδα μας», είπαν μαζί και μαζεύτηκαν τρομαγμένα.
Δεν τους απάντησε. Αρκέστηκε να τους κοιτάξει αγριεμένος.
«Κρυώνω...» παραπονέθηκε στην αδελφή του ο μικρός για να την πείσει να φύγουν.
Απογοητευμένοι και οι δυο συνέχισαν για τον επόμενο. Με την ελπίδα εκείνος να μην είναι τόσο μαλάκας όσο ο προηγούμενος.
Αφού έκαναν μερικά βήματα, η μικρή που είχε βουρκώσει, του ευχήθηκε.
«Καλές γιορτές. Μαζί με τους φίλους σας»
Τον κοίταξε στα μάτια, γύρισε το κεφάλι και απομακρύνθηκε κρατώντας από το χέρι τον αδελφό της.
Ο Τσουτσέκης δε θα φανταζόταν ποτέ πως τα λόγια ενός παιδιού θα τον χτυπούσαν τόσο. Κανένα δράμα και καμιά φωνή δε γινόταν να αλλάξει τον σκατοχαρακτήρα.
Όμως ο οίκτος του κοριτσιού σε μια στιγμή αδυναμίας λειτούργησαν έτσι, που για πρώτη φορά στη ζωή του, εκείνος ήθελε να ευχαριστήσει κάποιον.
Κατάλαβε το λάθος του και σηκώθηκε από το παγκάκι, όμως τα παιδιά είχαν ήδη προχωρήσει αρκετά.
«Σταθείτε», φώναξε μερικές φορές μέχρι να γυρίσουν και έτρεχε προς το μέρος τους.
Μόλις τον είδαν, τρομοκρατήθηκαν. Ποιος ξέρει τι θα τους έκανε.
Τσίριζαν και έτρεχαν μέσα στο πλήθος. Το ίδιο και ο Τσουτσέκης.
Σπάνια τα παρατούσε, ήταν αποφασισμένος να τα φτάσει και κόντεψε να τα καταφέρει.
Λίγο πριν τα σταματήσει, δέχεται μια τρικλοποδιά και σωριάζεται. Αμέσως μετά, δυο άντρες τον σηκώνουν, το παίρνουν καροτσάκι και τον πάνε κάπου απόμερα.
«Εσύ είσαι ρε καριόλη;» ρώτησε ο πιο δυναμωμένος, ένα θεριό, πόρτα σε κωλόμπαρο.
Όμως ο Τσουτσέκης δε κατάλαβε τίποτα. Δε μίλησε και η σιωπή του καλλιέργησε ακόμη περισσότερες υποψίες στους δυο τύπους.
«Λέγε ρε...» τον απείλησαν, βρήκαν άνθρωπο...
Φαίνεται πως κάποιος περίεργος είχε ενοχλήσει πιτσιρίκια νωρίτερα και εκείνοι βάλθηκαν να τον μαζέψουν. Αν ο αξιότιμος κύριος Τσουτσέκης ζούσε στον πραγματικό κόσμο και όχι στον δικό του, θα το είχε αντιληφθεί αμέσως.
«Σε παρακαλώ...» τους έκανε με μια έμφυτη υπεροψία.
Αυτό τους εξόργισε όσο έπρεπε για δώσουν το έναυσμα.
«Ελάτε, πιάσαμε τον ανώμαλο», φώναξαν και σε χρόνο ρεκόρ μια αγέλη από ντουλάπες περικύκλωσε τον Τσουτσέκη. Τότε μόνο συνειδητοποίησε που είχε μπλέξει.
«Μα τι λέτε; Είστε σοβαροί; Δεν είμαι αυτός», διαμαρτυρήθηκε.
«Τούτος είναι! Σίγουρα...» πετάχτηκε ένας απ’ τους πολλούς.
Η εντροπία του ανένδοτου όχλου. Πάντοτε αυξάνεται, ποτέ το αντίθετο.
Κανείς τους δεν έκατσε να ασχοληθεί με το αν ο κορδωμένος χαρτογιακάς ήταν αθώος ή όχι. Ήταν αρκετή μια διαπίστωση ώστε να γίνει κοινή για όλους.
Στα δευτερόλεπτα που το «Σίγουρα» πέταξε ως τα αυτιά των υπολοίπων, ο Τσουτσέκης είχε δικαστεί, είχε κριθεί ένοχος και ήταν αντιμέτωπος με την τιμωρία.
«Αφήστε με...» πρόλαβε να πει πριν η πρώτη γροθιά του κλείσει το στόμα.
Οι επόμενες έφτασαν από κάθε πλευρά μέχρι που δεν άντεξε.
Ξαπλώθηκε και κουλουριάστηκε για να αποφύγει τη μανία των αγνώστων.
Κάθε κλωτσιά και μια ερώτηση: «Θα το ξανακάνεις;»
Ο Τσουτσέκης δεν είχε καμία απάντηση.
Κάθε κλωτσιά και πόνος αφόρητος. Η μία μετά την άλλη.
Ο Τσουτσέκης δεν αισθανόταν καθόλου πόνο.
Λιποθύμησε αναίσθητος.
...
Όταν συνήλθε, ήταν τόσο μουδιασμένος που δε καταλάβαινε πόσο άσχημα ήταν χτυπημένος. Προσεκτικά, με αργές κινήσεις σήκωσε τον καρπό και σκούπισε τα μάτια του από το αίμα.
Διαπίστωσε πως τον είχαν παρατήσει πίσω από έναν κάδο και είχε νυχτώσει.
Κάποιος θα τον έψαχνε, υπέθεσε. Ήλπιζε μόνο να τον βρει σύντομα.
Προσπάθησε μα δε μπορούσε να σταθεί όρθιος. Σύρθηκε προς τον έρημο δρόμο, μήπως γίνει αντιληπτός.
Παραμονή Χριστουγέννων και για έναν ανεξήγητο λόγο, τα φώτα ήταν σβηστά.
Η πόλη γνωστή, μα στους δρόμους δε κυκλοφορούσε ψυχή ζώσα.
Ο αξιότιμος κύριος βρισκόταν αντιμέτωπος με τον πραγματικό του εαυτό.
Ένας άντρας πληγωμένος και μόνος.
Δεν υπήρχαν πλέον υποτακτικοί, διευθυντές, αναρχικοί και μπάτσοι.
Έψαχνε να ψελλίσει ένα όνομα για βοήθεια, δε του ερχόταν ούτε ένα.
Ούτε καν η καν η οικογένεια του, απ’ το σπίτι με την αυλή και το τσοντοκάναλο.
Μέχρι η γυναίκα και τα παιδιά του, έμεναν κοντά του για συγκεκριμένο λόγο.
Λόγο που έλειπε καθώς εκείνος εξακολουθούσε να έρπεται στα σκοτάδια.
Ακόμα και σε αυτή την άθλια κατάσταση, ο Ιωάννης Τσουτσέκης παρέμενε ένας ενοχλητικά περήφανος άνθρωπος.
Οι κινήσεις του υπενθύμιζαν πως πονούσε. Αντί να φωνάξει βοήθεια, εκλιπαρώντας για το έλεος κάποιου περαστικού, δαγκωνόταν από εγωισμό και συνέχιζε να σέρνεται.
Αν είχε ίχνος ελπίδας μέσα του, τότε μάλλον θα είχε απελπιστεί.
Ένοιωθε τις λιγοστές δυνάμεις να τον εγκαταλείπουν όμως δεν ήταν από εκείνους που θα έπεφταν χωρίς μάχη.
Ξάπλωσε ανάσκελα, κοιτούσε τον παγωμένο άναστρο ουρανό και έφερε τα δυο του χέρια στο στέρνο. Ουδέποτε προσευχήθηκε, για κανέναν και για τίποτα.
«Πίστεψε!», ψιθύρισε μια φορά.
Ο Τσουτσέκης, βρέθηκε να προσεύχεται. Από συμφέρον φυσικά, να σώσει το τομάρι του, αλλά κι αυτό πίστη δήλωνε.
«Πίστεψε!», επανέλαβε και δεν απευθυνόταν στον εαυτό του.
Ξανά και ξανά, δε σταμάτησε και δε απογοητεύτηκε.
Ένας Θεός ξέρει που ακριβώς απευθυνόταν, αλλά είχε αφιερωθεί σε αυτό.
«Πίστεψε!», συνέχιζε ώσπου ο νους του συντονίστηκε με τα λόγια.
Κάποια στιγμή κουράστηκε. Σιώπησε αλλά δεν έπαψε να σκέφτεται την ίδια φράση.
Έκλεισε τα μάτια και μαζί με τη φράση εμφανίζονταν οι φίλοι του!
Ξάφνου, αντιλαμβάνεται ένα γυναικείο βάδισμα. Ο ήχος από τα τακούνια πλησίαζε προς το μέρος του και καθώς γινόταν εντονότερος, γινόταν γρηγορότερος.
«Είσαι καλά;» ακούστηκε να του λέει μια κοπελίτσα όταν σταμάτησε.
Δεν έβγαλε λέξη, φανερά εξουθενωμένος. Εκείνη γονάτισε και με προσεκτικές κινήσεις, τον έφερε σε καθιστή στάση και τον άφησε να ακουμπήσει στον ώμο της.
«Σε σάπισαν», διαπίστωσε μόλις φάνηκαν τα σημάδια από το λιγοστό φως του δρόμου.
«Σε ευχαριστώ», απάντησε εκείνος κι έδειχνε να το εννοεί.
«Ω ρε πούστη, περίμενε», όταν πήρε χαμπάρι πως το καλό της φόρεμα γέμισε αίματα.
Κοίταξε το ρολόι της και είχε ήδη αργήσει στο ραντεβού της.
Αποκλείεται, δε θα προλάβαινε με τίποτα. Και δε μπορούσε να τον αφήσει έτσι.
Έβγαλε το κινητό της από το τσαντάκι και περιέργως δεν είχε σήμα.
«Όχι τώρα...» φώναξε κι έπειτα έβριζε αδιάλειπτα.
Ο Τσουτσέκης σήκωσε το δάχτυλο και εκείνη έσπευσε αμέσως πλάι του.
«Με λένε... Ιωάννη...», και ψηλάφισε για να βρει το πορτοφόλι του αλλά μάταια.
Τα παλικάρια είχαν ήδη στρώσει τραπέζι κάπου μακριά.
«Όχι τώρα ρε Γιαννάκη! Μετά αυτά...» θύμωσε και συνέχισε να ψάχνει σήμα.
Έβαλε τις φωνές. Κανείς δεν ανταποκρινόταν.
Τα είχε πάρει άγρια και μόλις το κατάλαβε έπιασε σφυγμό.
«Άκου...», την προέτρεψε.
«Δεν ακούω τίποτα! Ένα ρεπό είχα στον μήνα πάνω. Τρεις με περίμεναν και θα τη βγάλω με το σκήνωμα...» τα πήρε ξανά.
«Άκου...», επανέλαβε γιατί εννοούσε κάτι διαφορετικό.
Μόλις εκείνη σταμάτησε, πρόσεξε τρεις άντρες να πλησιάζουν.
«Γρήγορα!», τους κάλεσε.
Όμως αμέσως μόλις τους διέκρινε, έπαψε να είναι τόσο ενθουσιώδης.
Ήταν τρεις φαντάροι με πλήρη εξάρτηση. Περίπολος σωστή.
«Τι έγινε γκατζόλια; Επανάσταση;» ειρωνεύτηκε.
«Άδικα ψάχνεις σήμα, δε πιάνει εδώ» διευκρίνισε ο πιο παλιός.
«Τι λες; Πως κι έτσι;», συνέχισε με νεύρο.
«Εδώ πάνω στην ερημιά μανίτσα μου, πως να έχει σήμα;» την άφησε άναυδη.
«Σώπα μωρέ... Πόσο βύσμα είχες για να χτυπάς σκοπιά στα τσιμέντα; Μάθανε τώρα, όλοι οι τσάτσοι πνεύμα πουλάνε...» δε μαζευόταν πουθενά.
«Με τον πόνο μας παίζεις κοπελιά;» βόγκηξαν και οι τρεις μαζί, χορωδία!
Ο Τσουτσέκης παρατηρούσε τι γινόταν γύρω του και το μόνο που έκανε είναι να επαναλαμβάνει «Πίστεψε!»
Την πλέον πολυσύχναστη βραδιά της πόλης, τρεις φαντάροι και μια γκόμενα, λογομαχούσαν καταμεσής ενός έρημου δρόμου και τον αγνοούσαν πλήρως.
«Και δε μου λέτε παλικάρια... Τούτον εδώ τι θα τον κάνω;» απορίας άξιο.
Γύρισαν το βλέμμα τους και τον κοίταξαν προσεκτικά.
«Να τον πας πίσω, από εκεί που τον βρήκες...» σχολίασε ο τρίτος στη σειρά.
«Μα εδώ τον βρήκα, Με το κηδειόχαρτο παραμάσχαλα», διευκρίνισε εκείνη.
«Που; Εδώ;» ξαφνιάστηκαν.
«Ναι ρε σεις. Χύμα, στα σκουπίδια δίπλα...» είπε και έδειξε το σημείο.
«Ασ’τον εκεί τότε. Μεθαύριο θα περάσει το πλοίο της αγάπης!», πούλησε ένας πνεύμα, μα δεν έπιασε τιμή.
Ο αξιότιμος κύριος ήταν ένα μεγάλο βαρίδι. Έμειναν να τον κοιτάζουν όλοι, όμως κανείς τους δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες.
«Σειρούλες, θα αργήσουμε. Πρέπει να συνεχίσουμε», αγχώθηκε ο παλιός.
«Τι; Θα μας αφήσετε;» είπε έντρομη εκείνη.
«Δε γίνεται αλλιώς», δυσανασχέτησαν.
«Ρε παιδιά... Πάρτε τον μαζί! Θα μας μείνει! Χριστούγεννα είναι!», έσπειρε τύψεις.
«Αποκλείεται! Και πως θα τον δικαιολογήσουμε στον λοχαγό; Θα μπλέξουμε. Μας βλέπω να υπηρετούμε και του χρόνου τις γιορτές... Ξέχνα το....»
«Γαμώ τα στρατά σας φλώροι! Πεθαίνει ρε ο άνθρωπος!», ξεσπά και κλωτσά τον κάδο οργισμένη.
Ο πιο ψύχραιμος πλησιάζει τον Τσουτσέκη. Ρώτησε αν έχει δικούς του ανθρώπους όμως εκείνος έγνεψε αρνητικά. Όπως φάνηκε, ήταν μόνος. Φοβόταν όμως πως όλοι τους ήταν ικανοί να τον παρατήσουν.
«Μένω εδώ κοντά...» ψιθύρισε και ευτυχώς τον άκουσαν!
Έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις, και διαπληκτισμούς αποφάσισαν να τον κουβαλήσουν ως εκεί και να πάρει καθένας το δρόμο του. Οι φαντάροι άνοιξαν τον εξοπλισμό τους, συναρμολόγησαν ένα φορείο και αφού ανέβασαν τον αξιότιμο κύριο ξεκίνησαν.
...
Δύσκολη πορεία, ανηφορική και με την επιθετική κοπέλα σε διαρκή υπερένταση.
Όταν δε μάλωναν, οι ασθενείς συζητούσαν την άσχημη επικαιρότητα, τα προβλήματα και τα αδιέξοδα.
Για να μη πέσουν εντελώς χρονιάρες μέρες, σιχτίριζαν και έδειχναν προς τον Τσουτσέκη λέγοντας «τουλάχιστο είμαστε υγιείς».
Εκείνος, καμιά φορά ξεκολλούσε από τα «Πίστεψε!» και άκουγε. Προσπαθούσε να τους ενστερνιστεί, να καταλάβει και ίσως να τους εξηγήσει πως η πραγματικότητα ήταν διαφορετική από την περιγραφή τους.
Δεν ήθελε όμως να μπλέξει και έμεινε σιωπηλός.
Όλα έδειχναν πως σύντομα η οδύσσειά του θα έληγε και η επόμενη μέρα θα τον έβρισκε αισθητά αλλαγμένο. Μερικά τετράγωνα έμεναν ως το σπίτι του. Από εκεί και πέρα μπορούσε και μόνος του, ως συνήθως.
«Ένα αμάξι... δε μπορεί να εμφανιστεί ένα αμάξι... μας έχει φύγει ο πάτος», γκρίνιαξαν οι φαντάροι καθώς η διαδρομή γινόταν πιο ανηφορική.
Ήταν η Άγια Νύχτα, ήταν η τύχη του γκάβακα, κανείς τους δεν το φιλοσόφησε. Κι αυτό γιατί την ίδια κιόλας στιγμή ένα φορτηγό ερχόταν προς το μέρος τους.
Αιφνιδιάστηκαν αλλά έδρασαν αστραπιαία.
Παραμέρισαν το φορείο στην άκρη και στήθηκαν με τα όπλα σε μια γραμμή, σχηματίζοντας ένα πρόχειρο μπλόκο।
Ο οδηγός του φορτηγού πρόσεξε την ύστατη ώρα τρεις αλλόκοτους τύπους να κρατάνε τουφέκι και να του κάνουν σήμα να σταματήσει. Πανικοβλήθηκε και με άτσαλους ελιγμούς κόντεψε να καρφωθεί σε παραπλήσιο τοίχο.
Φρέναρε νευρικά και τα λάστιχα άφησαν ένα μαύρο αποτύπωμα μερικά εκατοστά πριν τα άρβυλα των φαντάρων.Ένα σακί από την καρότσα έσκασε χάμω και αμέσως τα πάντα καλύφθηκαν από ένα άσπρο πέπλο.
«Τι συμβαίνει; Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Τσουτσέκης ενώ σκέπαζε το πρόσωπό του.
«Σσσσσ... αστερόσκονη!» του αποκρίθηκε η τύπισσα που την είχε καταβρεί!
«Τι αστερόσκονη μωρή τρελή;» της φώναξαν τα φαντάρια που είχαν κοκαλώσει.
Η πόρτα του φορτηγού άνοιξε όσο γρήγορα έκλεισε και σοκαρισμένος ο οδηγός δεν ήξερε που να κοιτάξει και σε ποιόν να απευθυνθεί.
«Συγνώμη! Συγνώμη!» έσκουζε βήχοντας.
«Πρεζέμπορα, κοκάκια, δολοφόνε!» του έλεγαν οι φαντάροι που νόμισαν τα δικά τους...
«Αστερόσκονη!», επέμενε η τρελή
«Πίστεψε!», λαλούσε ο Τσουτσέκης.
Η μαγεία των Χριστουγέννων! Δεν έχει σημασία τι πιστεύει ο καθένας, αρκεί που βρίσκονται ξανά όλοι μαζί!
«Όχι ρε παιδιά. Αλεύρι του Θεού είναι! Απλό αλευράκι...» έλυσε το μυστήριο.
«Αλήθεια λέει», τον επιβεβαίωσε ο νέος που είχε ήδη δοκιμάσει την άσπρη σκόνη.
Ο οδηγός έβγαλε ένα τεράστιο κομμάτι μουσαμά και πήγε πάνω από τον κατάκοικο Τσουτσέκη. Σύντομα όλοι τους βρέθηκαν προφυλαγμένοι ώσπου να κοπάσει το αλεύρι.
«Μα καλά, παραμονή Χριστουγέννων και δουλεύεις;», τον ρώτησαν.
«Αφήστε με, πονεμένη ιστορία», κλάφτηκε εκείνος
«Δηλαδή;» ήθελαν να μάθουν.
«Έχετε δει μήπως μια ταινία που βγήκε πρόσφατα; Το Αόριστο Ολοκλήρωμα ονομάζεται...»
Δεν έλαβε απάντηση και συνέχισε.
«Η Τζολί γούσταρε τον Μπαντέρας, έρωτας μεγάλος. Μη φανταστείτε ποιότητα, μια μαλακία που γεμίζει τα σινεμά. Απλά υπάρχει μια σκηνή που τον ξυπνάει το πρωί και τον ταΐζει τρυφερά μουσταλευριά, χωρίς κουτάλι...» είπε με αναφιλητά.
«Ε, και λοιπόν;» δε κατάλαβαν γιατί τόσο δράμα.
«Τι λοιπόν; Από τότε που παίχτηκε το Αόριστο Ολοκλήρωμα, τηλεφωνά η κάθε βλαμμένη και παραγγέλνει να της έχω έτοιμη μουσταλευριά! Και που θα βρουν την καλύτερη μουσταλευριά; Στον Κουϊκάρα!»
«Και ποιος είναι ο Κουϊκάρας; Εσύ;»
«Ο ίδιος! Αυτοπροσώπως! Αρτοποιείο ο Κουϊκάρας!» καμάρωσε.
«Τόσο πολύ;» αναρωτήθηκε η τρελή που καλλιτεχνικά είχε μείνει πίσω.
«Τι λέμε... Χαμός... Αφού τέλειωσε το στοκ και τρέχω μεσ’ τη νύχτα!»
«Βοηθούς χρειάζεσαι; Σε κανά δίμηνο είμαστε με τη ροζαλία στο χέρι!» είπαν οι φαντάροι μήπως εξασφαλιστούν.
«Αν συνεχιστεί, να φέρετε και τους φίλους σας. Έχει πέσει άπειρη δουλειά»
«Όμως, αν είναι όπως τα λες... τι ανάγκη έχεις ώστε να δουλεύεις παραμονή;» τον τσέκαραν γιατί νόμιζαν πως έλεγε μούφες.
«Πάτε καλά; Αύριο είναι μεγάλη αργία. Πρέπει να παραδώσω πέντε νταλίκες μουσταλευριά! Οριακά προλαβαίνω...» γύρισε πάλι στην κλάψα.
«Καλές δουλειές και καλό κουράγιο τότε. Συγχαρητήρια!» τον ενθάρρυναν.
«Μη το πείτε πουθενά. Έτοιμος για φούντο ήμουν, με κάτι χρέη ως εδώ», είπε και έπιασε το τσουλούφι του.
Ο Κουϊκάρας κέρασε ζεστά τσουρέκια που είχε στο φορτηγό και ενδιαφέρθηκε για την κατάσταση του Τσουτσέκη. Υποσχέθηκε κιόλας, πως το επόμενο πρωινό θα κρατούσε λίγη από την κολασμένη μουσταλευριά. Έτσι, ως αντάλλαγμα για την ταλαιπωρία.
Καθώς έβαζε μπρος για τον φούρνο, προσφέρθηκε να μεταφέρει τον αξιότιμο κύριο ως το σπίτι του. Τι το ήθελε όμως;
Σχεδόν συγχρονισμένα, όλοι κοίταξαν τα ρολόγια τους για να διαπιστώσουν πως ελάχιστα έμενε ως τα Χριστούγεννα. Ξαφνικά όλοι θυμήθηκαν πως έπρεπε να πάνε κάπου και επικράτησε πανδαιμόνιο. Η τρελή ούρλιαζε πως έστω και σε αυτό το χάλι, έπρεπε να πάει στο ραντεβού της. Οι φαντάροι πως κινδύνευαν με φυλακή από το λοχαγό τους.
Και ο Τσουτσέκης ξανάπιασε τα «Πίστεψε!»...
«Πίσω παλάβω και στην ανάψαμε», τελικά επικράτησαν τα όπλα.
Απέναντι σε τρία τουφέκια που την στόχευαν, η τρελή έκανε πίσω και το τέλος της άγριας μάχης την βρήκε μόνη με τον Τσουτσέκη.
«Μάλλον ήταν γραπτό απόψε. Εσύ ήσουν το ραντεβού μου», διασκέδασε την ήττα.
«Θα μπορούσε...» γέλασε κι εκείνος.
«Έλα, στηρίξου πάνω μου. Αφού φτάσαμε ως εδώ, θα κοιμηθείς σπίτι σου απόψε» είπε και αργά προχωρούσαν προς τα εκεί, αλευρωμένοι, κάτασπροι σαν φαντάσματα.
Και σα να μη έφτανε μόνο αυτό, ο Γολγοθάς και η ταπείνωση, έπεφταν ψιχάλες...
Μέχρι να κοπάσουν τα καινούρια μπινελίκια της τρελής, ο ουρανός φώτισε από τις αστραπές για να μαρτυρήσει ένα άκρως νεφελώδες «προσεχώς».
Ξέσπασε μπόρα βαρβάτη, μα τίποτα δε πτοούσε πια το λασπωμένο ζευγάρι...
...
«Εδώ μένεις;» τον ρώτησε ασθμαίνοντας.
«Μάλιστα, φτάσαμε» είπε και την άφησε έπειτα από πολύ δρόμο.
«Να σε πάω ως την πόρτα;»
«Όχι, εντάξει. Θα τα καταφέρω».
«Άντε ρε Γιαννάκη, περαστικά. Σιδερένιος!»
«Λυπάμαι για όσα τράβηξες. Πέρασε αν θέλεις...»
«Για ένα ποτό; Άσε ρε μάγκα! Έχεις κοιταχτεί στον καθρέφτη;» αστειέυτηκε.
«Να γνωρίσεις τη σύζυγό μου. Μήπως χρειαστεί να σε πάει σπίτι σου»
«Μπα. Θα φάει μια φρίκη η γυναίκα. Μην της έρθει και δεύτερη καπάκι...»
«Έκανες τα πάντα για να με σώσεις. Κι εκείνη θα σε καλούσε μόλις το μάθαινε».
«Άλλη φορά. Ως εδώ ήταν γι’ απόψε. Φτου και βγαίνω!»
«Όπως νομίζεις. Πάντως δε θα ξεχάσω ποτέ. Σου χρωστάω».
«Δε χρωστάς τίποτα! Και για να κοιμηθείς ήσυχος, να ξέρεις πως μαζί σου πέρασα καλύτερα από το ραντεβού. Αν και ρε παιδί...»
«Τι;»
«Να... Στην αρχή... Όταν σε βρήκα...», κόμπιασε
«Ναι, τι;»
«Μου φάνηκες κομματάκι... ψόφιος!», λύθηκε στο γέλιο και αυτός σιγοντάρισε.
«Σε ευχαριστώ. Να βρεθούμε ξανά».
«Αύριο, νωρίς, από τα χαράματα. Τζάμπα μουσταλευριά, να μη δοκιμάσουμε;»
«Μείνε ήσυχη. Αν και ως τότε, θα στην έχω φέρει ο ίδιος»
«Άντε μπράβο! Να δω και με τι μάπα ξυπνάς κάθε πρωί!»
«Καλά Χριστούγεννα...» πήγε να ευχηθεί μα μόλις τότε κατάλαβε πως κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς του, δεν ενδιαφέρθηκε ούτε μια φορά να μάθει το όνομα της.
«Γεωργία... Γεωργία με λένε», τον έβγαλε από τον κόπο.
«Καλά Χριστούγεννα Γεωργία… Γεωργία τι;»
«Γεωργία η τρελή. Καλά Χριστούγεννα Γιαννάκη», είπε και πήγε να τον φιλήσει για το τυπικό αλλά βλέποντας το χάλι, το άφησε για κάποια άλλη στιγμή.
«Μπες τώρα, είσαι μούσκεμα. Αντιβιοτικό με παυσίπονο δε πάει»
Την αποχαιρέτησε και έμεινε να τη χαζεύει καθώς απομακρυνόταν.
Ήξερε πως θα την ξανάβλεπε, ήθελε να την ξαναδεί.
...
Γεμάτος μελανιές, τύψεις και εμπειρίες έφτασε ως την κεντρική πόρτα. Χωρίς κλειδιά αναγκάστηκε να χτυπήσει το κουδούνι παρά την προχωρημένη ώρα.
Έτσι κι αλλιώς, θα προκαλούσε αναστάτωση αν και η γυναίκα του δε έπαυε να ήταν μια σωστή... Τσουτσέκη. Ανέπνεε για τον εαυτό της και γερνούσε από συμφέρον.
Μια σκιά φάνηκε πίσω από την πόρτα και μια άγνωστη γριά υποδέχτηκε τον αξιότιμο κύριο στο σπίτι του.
«Θεέ μου!» ξαφνιάστηκε ταχύτερα από τον ίδιο και άνοιξε διάπλατα να περάσει.
Μη αντέχοντας νέες ερωτήσεις, ο Τσουτσέκης προτίμησε να ηρεμήσει παρά να ικανοποιήσει περαιτέρω την περιέργειά του.
Έλα όμως που όλα ήταν διαφορετικά!
Κοίταξε στο σαλόνι και αντί για τη γνώριμη εικόνα αντίκρισε ένα μεγαλειώδες βλαχομπαρόκ σκηνικό. Κουνιστές πολυθρόνες, εργόχειρα, κρεμαστά ρολόγια και σκονισμένοι πολυέλαιοι.
Τα πάντα είχαν αλλάξει. Εκεί που άφηνε τους φακέλους με τα μάστερπλαν κείτονταν το πρόγραμμα της τηλεόρασης με εξώφυλλο τον Λιάγκα, ενώ οι προθήκες με τα κατορθώματα του είχαν αντικατασταθεί με ταγάρια παντός είδους!
Δεν ήταν ο κόσμος του αυτός! Πουθενά.
«Έχεις χτυπήσει άσχημα! Χρειάζεσαι βοήθεια!» παλάβωσε η γριά.
Στη βιασύνη της σκόνταψε και πεσμένη καλούσε διαρκώς το γιο της.
Θόρυβος και πανικός. Κάποιος κατέβαινε βίαια τις σκάλες.
«Εσύ;;;;;»
Πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή...
Ο τύπος που ξύπνησε απότομα ήταν ο ίδιος που τον γράπωσε στο πάρκο. Εκείνος που ξεκίνησε τούτο το μαρτύριο και φυσικά, μέρα ή νύχτα, εκείνος που δεν έπαιρνε από λόγια!
«Τι ζητάς εδώ ρε ανώμαλε;;;;;» μούγκρισε κάτι που έμοιαζαν με λέξεις.
«Σπίτι μου;;;;»
«Αλήτη!!!!!!!!!» έσκουζε η γιαγιά που άλλαξε τροπάριο στο φτερό.
«Θα σε λιώσω παλιοκερατά. Έχεις λήξει!!!!!» είπε και όρμησε καταπάνω του.
«Έχεις λήξει!!!!!» και η γιαγιά!
Αφημένος στη μοίρα του και αδυνατώντας να προβάλει αντίσταση, ο Τσουτσέκης ήταν συμβιβασμένος για ακόμα έναν γύρο ξύλου μέχρι θανάτου.
Ξέφρενος και υπό τις προτροπές της μάνας, ο αγανακτισμένος τραμπούκος αρπάζει μια καρέκλα και με μανία χτυπούσε τον απρόσκλητο επισκέπτη όπου έβρισκε.
Αλύπητα. Δυστυχώς.
...
Γεννιέσαι Τσουτσέκης. Πεθαίνεις Τσουτσέκης.
Έτσι έγραφε ο παππούς του στον πόλεμο.
Το δωμάτιο όμως έγραφε 404. Και ο αξιότιμος κύριος μπορεί να μην το είχε επισκεφτεί ποτέ, όμως σύντομα διαπίστωσε πως επρόκειτο για τις σουίτες στη νέα πτέρυγα του νοσοκομείου.
Εξάλλου αυτός είχε υπογράψει κάποτε για να περαιωθούν.
Πριν συνειδητοποιήσει πως τα τραύματα και οι μελανιές είχαν χαθεί από το κορμί του, γύρω του εμφανίστηκαν μισή ντουζίνα γνώριμοι υποτακτικοί.
«Συνήλθατε!» είπαν τραγουδιστά με ένα στόμα, μια φωνή.
«Γιατί είστε εδώ; Και γιατί είμαι εγώ εδώ;» προσπάθησε να έλθει σε επαφή.
«Ανησυχήσαμε. Μόλις μάθαμε πως λιποθυμήσατε....» έγλυφαν όσο μπορούσαν.
«Λιποθύμησα;;;» τζάμπα τόσο βρομόξυλο.
«Μάλιστα, χτες το πρωί. Ήσασταν στο κέντρο, προφανώς για τα κάλαντα. Αισθανθήκατε μια αδιαθεσία. Κάποιοι είπαν πως σας είδαν να τρέχετε...»
«Ναι, αυτό θυμάμαι κι εγώ...»
«Χτυπήσατε ελαφρά στο μέτωπο. Επιφανειακές αμυχές που τώρα σχεδόν εξαφανίστηκαν. Ο διευθυντής του νοσοκομείου έμαθε για το περιστατικό και διέταξε να υποβληθείτε σε εξονυχιστικές εξετάσεις πριν το εξιτήριο...»
«Και τι βρήκαν οι γιατροί;»
«Ευτυχώς τίποτα!», έλαμψαν από ικανοποίηση.
«Η οικογένειά μου; Ενημερώθηκε;»
«Αξιότιμε κύριε...» είπαν και κοιτάζονταν μεταξύ τους χωρίς τόλμη.
«Μιλήστε ελεύθερα. Παρακαλώ.»
«Όταν πληροφορήθηκε η σύζυγός σας, πήρε τα παιδιά και έφυγε. Την ψάξαμε όμως εκείνη ζήτησε να μην την ενοχλήσουμε ξανά. Είπε...»
«Πως ήταν μια ευκαιρία να με εγκαταλείψει, σωστά;»
«Κατέθεσε ήδη αίτηση διαζυγίου. Λυπόμαστε πολύ».
«Να μη λυπάστε καθόλου»
«Θα είμαστε έξω εφόσον μας χρειαστείτε...» ενημέρωσαν και μπήκαν στη σειρά.
«Κύριοι...» τους πρόλαβε πριν φύγουν.
«Κύριε διευθυντά...» έμειναν στο standby
«Δε θα σας χρειαστώ... Σας ευχαριστώ... Καλά Χριστούγεννα», είπε με μια φυσικότητα που τους έκανε να ανατριχιάσουν.
Ποτέ ξανά ο αξιότιμος κύριος Τσουτσέκης δε τους μίλησε τόσο ανθρώπινα.
«Επίσης, μπορείτε να μου απευθύνεστε κανονικά. Με το όνομά μου»
Τον κοίταξαν παράξενα, προβληματισμένοι.
«Μάλιστα κύριε Ιωάννη...»
«Γιαννάκης, σκέτο. Φυσικά όταν συνεδριάζουμε, πουθενά αλλού», ξεκαθάρισε
Ευχήθηκαν με τη σειρά τους καλές γιορτές και εξαφανίστηκαν. Διατήρησαν βέβαια επιφυλάξεις, μήπως η ανθρώπινη συμπεριφορά του Τσουτσέκη διαρκούσε όσο και η νοσηλεία του. Πότε δε γίνεται να είσαι απόλυτα σίγουρος.
Το δωμάτιο άδειασε και ο διευθυντής των διευθυντών προσπαθούσε να χωνέψει πως όλες οι έντονες και παράλογες στιγμές δεν ήταν παρά αποτέλεσμα μια ανεπαίσθητης διάσεισης.
Στεναχωρήθηκε για τα παιδιά του και θα άφηνε στους δικηγόρους τη λύση, όχι όμως για τη γυναίκα του. Δεν το ένοιαξε καν πως ένα διαζύγιο θα του έκοβε πόντους στις παρέες των ισχυρών.
Και μεταξύ μας, πρέπει να έπαψε να σκέφτεται την εξουσία με τον ίδιο τρόπο.
Το ήξερε, μα έτσι για αλλαγή, το αισθανόταν κιόλας.
Πως δεν ξύπνησε μετά από μια περιπέτεια, αλλά μετά από μια ολόκληρη ζωή.
Στην νέα του αρχή φαινόταν να ξεκινούσε ακριβώς όπως τέλειωσε η προηγούμενη.
Μόνος.
Γύρισε στο κρεβάτι και άνοιξε την τηλεόραση που είχε προγραμματιστεί στα ντοκιμαντέρ. Του ήταν αδιάφορο πλέον.
Έβαλε ειδήσεις, ήθελε να συνεχίσει τις εξελίξεις χωρίς αυτόν.
Τότε διαπίστωσε πως η πραγματικότητα ταίριαζε περισσότερο με εκείνη των φαντάρων παρά με τη δική του.
«Α ρε γκαζόλια», μονολόγησε.
Προβλήματα, αδιέξοδα, μιζέρια σε ένα δελτίο που ξεκίνησε δίνοντας ευχές.
Πόσες συγκινήσεις να άντεχε πια ο κύριος Τσουτσέκης;
«Άγνωστο», θα ήταν μια ασφαλής απάντηση!
....
Είχε αφεθεί στις άσχημες ειδήσεις. Ήξερε πως αν έμενε εκτεθειμένος στα δελτία, σύντομα θα αποκτούσε παραστάσεις ενός κανονικού ανθρώπου.
Άκουγε την παρουσιάστρια να βαράει στο ψαχνό, περνώντας από το ένα θέμα στο άλλο, όμως δε τον πείραζε ιδιαίτερα.
Φαινόταν πως διασκέδαζε να απαγγέλλει μαύρα μαντάτα για να μπορεί στο τέλος να μοιράζεται τα βαθιά συναισθήματά της. Θλίψη, πόνο, ντροπή και καμιά φορά χαρά, έτσι για να σπάει η μονοτονία. Μάλλον για την τύπισσα πίσω από το γυαλί τα νέα αναδείκνυαν την εκφραστικότητά της, τίποτα περισσότερο!
Καταπληκτική ερμηνεία έδωσε όταν περιέγραφε ένα μαφιόζικο δολοφονικό χτύπημα. Δάκρυ, όνειδος και η ικανοποίηση του σιωπηλού εκδικητή. Ο τόπος και ο τρόπος του εγκλήματος, η στιγμή και οι μάρτυρες, το σκοτεινό παρελθόν του θύματος και η ανικανότητα των υπευθύνων.
Έλεγε, έλεγε, ό,τι θυμόταν το έλεγε.
Ίσως για να γεμίσει χρόνο. Παραμονή Χριστουγέννων δεν υπάρχουν πολλές ειδήσεις.
Στο φινάλε και αφού του είχε πλέξει έναν αξιοζήλευτο επικήδειο, προβάλλεται φωτογραφία του εκλιπόντος, ενόςνονού της νύχτας।
Και ποιος ήταν αυτός;
Ο αγανακτισμένος τραμπούκος!
Που έμενε με τη μάνα του, μούγκρισε σε κάθε του φράση και ως χόμπι είχε να στέλνει τον Τσουτσέκη στον αγύριστο!
«Αν όμως, αυτός που με σκότωσε πέθανε κι εγώ είμαι ζωντανός, τότε...»
Τότε καλέ μου Ιωάννη, μη μιλάς καθόλου, καλές γιορτές, του χρόνου σπίτια μας!
Πριν καταφέρει να χωνέψει τι και πως, μια δεύτερη τραγική είδηση φρόντισε να του εξαφανίσει κάθε λογικό επιχείρημα.
Κάπου στα σύνορα, πάνω στον Έβρο, μια περίπολος γυρνούσε στο φυλάκιο. Όμως οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και η απειρία τους έριξε το τζιπάκι στο ποτάμι. Τρεις νέοι χάθηκαν άδικα.
«Τα φαντάρια! Πάνε...», παραμιλούσε και έκλαιγε.
Είχε χάσει την ψυχραιμία του, αλλά έκανε όση υπομονή μπορούσε.
Έπρεπε να μάθει τι απέγινε η Γεωργία. Η τρελή, ο μοναδικός άνθρωπος που τον βοήθησε ποτέ χωρίς συμφέρον και ανταλλάγματα.
Το δελτίο τέλειωσε και καμία αναφορά δεν έγινε σε κάποια γυναίκα.
Έτρεμε κι αγωνιούσε. Δεν ήθελε να αντιμετωπίσει τέτοια σκληρή μοίρα.
«Πίστεψε!», σα να επαναλάμβανε σιωπηλά.
Ήταν ανήσυχος, πήγαινε πάνω κάτω και δεν ήξερε τι να κάνει.
Ντύθηκε με ό,τι βρήκε και περιπλανιόταν σ’ ένα στολισμένο νοσοκομείο.
Μπρος στο θέαμα του υπέρτατου διευθυντή, όλοι αναστατώθηκαν και ο αξιότιμος κύριος δεν άργησε να βρει ένα επιτελείο παρατρεχάμενων στα λευκά ξωπίσω του.
Εκείνος κοιτούσε, έψαχνε για ένα πρόσωπο και μια απάντηση. Πουθενά....
«Πως μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε;» τον ρωτούσαν.
Τους αγνοούσε και συνέχιζε τη μάταιη αναζήτηση.
«Χρειάζεστε κάτι;» αντιλαλούσε στους διαδρόμους.
Ώσπου κουρασμένος, ο Τσουτσέκης σταμάτησε σε ένα κάθισμα και μαζί του ολόκληρη η λευκή κουστωδία.
«Ψάχνω τη Γεωργία...» τους είπε χωρίς να γίνει κατανοητός.
Έμειναν να τον κοιτάζουν χωρίς να τον καταλαβαίνουν.
«Ψάχνω τη Γεωργία γιατί φοβάμαι πως έπαθε κακό...», επανέλαβε.
Σίγουρα θα υπήρχαν πολλές Γεωργίες σε ένα γεμάτο νοσοκομείο.
«Ψάχνω τη Γεωργία, μια νεαρή γυναίκα, μια τρελή...» ξέσπασε σε λυγμούς.
Στέκονταν παγωμένοι και δεν ήξεραν πως να φερθούν σε κάποιον που υποφέρει.
Ένας γιατρός πήγε να του δώσει ηρεμιστικά αλλά δε τόλμησε.
«Φύγετε σας παρακαλώ» σχεδόν τους διέταξε.
Κανείς όμως δεν υπάκουσε.
Μια νοσηλεύτρια είχε βουρκώσει από το κλάμα του άλλοτε σκληρού. Γύρισε την πλάτη στους συναδέλφους και έκανε σα να αναζητά το όνομα στη λίστα με τους ασθενείς.
«Παρακαλώ συνεχίστε την εργασία σας», τους προέτρεπε κάθε τόσο.
Άδικος κόπος.
Τότε η νοσοκόμα, πετάγεται εκστασιασμένη και αναφωνεί:
«Υπάρχει Γεωργία! Αξιότιμε κύριε, η Γεωργία υπάρχει!»
Οι συνάδελφοί της προσπάθησαν να την μαζέψουν, γιατί νόμιζαν πως με την αυθάδειά της η νοσηλεύτρια σύντομα θα έμπλεκε με την οργή της εξουσίας.
«Αλήθεια; Ζει;» έλαμψε ο Τσουτσέκης και σχεδόν την αγκάλιασε.
Εκείνη απέφυγε να του πει.
«Που είναι;» επέμενε μέχρι να λάβει απάντηση.
«Που είναι η Γεωργία;» την έπιασε από το γιακά ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να τον απομακρύνουν.
«Στη εντατική... Βαριά...»
Του εξήγησαν πως μια εγχείριση ρουτίνας δε πήγε καλά. Η Γεωργία από το πουθενά, βρισκόταν να χαροπαλεύει σε κώμα. Δε λάδωσε τα λαμόγια που χρόνια ο Τσουτσέκης έτρεφε, με αποτέλεσμα να την αφήσουν έρμαιο της τύχης της.
Εκτός εαυτού, εκείνος έβριζε και απειλούσε μα όταν κατάλαβε πως δεν οφελούσε, τους άφησε και έσπευσε να την αντικρίσει.
Πράγματι, η δική του Γεωργία ήταν διασωληνωμένη. Και μόνη.
Έδιωξε την κουστωδία κι έμεινε από πάνω της.
«Έχεις κοιτάξει τα δικά σου μούτρα τελευταία;» της ψιθύριζε.
«Ήθελες και ραντεβού, πανάθεμά σε...» την πείραζε αλλά δε άκουγε τίποτα παρά τον μακάβριο ήχο από τα μηχανήματα υποστήριξης.
Της έπιανε το χέρι μα ήταν παγωμένο.
Ένας Τσουτσέκης δε τα παρατά. Εξάλλου αν δεν εμφανιζόταν η τρελή, ίσως να μην πίστευε ποτέ του. Μέσα του είχε οργή αλλά και απογοήτευση μα προσπαθούσε να διατηρήσει την πίστη που μόλις ανακάλυψε.
Δεν μπορούσε παρά να ελπίζει.
Κατευθύνθηκε στον ενδιάμεσο χώρο της εντατικής. Εκεί παρέμενε διαρκώς η νοσοκόμα που φρόντιζε την τρελή.
«Πείτε μου κάτι...» της τράβηξε την προσοχή.
«Παρακαλώ»
«Μήπως έχετε δει το Αόριστο Ολοκλήρωμα;» της είπε με μια απάθεια που την παραξένεψε.
«Την ταινία με τον Μπαντέρας; Δυστυχώς όχι ακόμα. Εσείς;» είπε δίχως να ξέρει τι ακριβώς έπρεπε να απαντήσει.
«Εγώ καρδιά μου τα έχω δει όλα...» γέλασε έπειτα από πολύ καιρό.
«Πες μου κάτι ακόμα...» συνέχισε.
«Ξέρεις αν υπάρχει φούρνος με το όνομα Κουϊκάρας;»
«Απ’ όσο γνωρίζω, είναι προμηθευτής του νοσοκομείου...»
«Ξέρω θα ακουστεί περίεργο. Γίνεται όμως να παραγγείλεις δυο κούπες μουσταλευριά;», ζήτησε και την έκαψε εντελώς.
Σε λίγο, ένας διανομέας άφησε στον προθάλαμο το χάρτινο κουτί με τα γλυκά.
«Κερασμένα από τον Κουϊκάρα. Είμαστε εντάξει...» είπε βιαστικά και έφυγε.
Ο Τσουτσέκης παρακάλεσε τη νοσοκόμα να τους αφήσει μόνους για πέντε λεπτά.
Έκλεισε την πόρτα και άνοιξε το κουτί.
Με το δάχτυλο, έκλεψε λίγη μουσταλευριά και την άλειψε στα χείλη του.
Έσκυψε πάνω από τη τρελή και απαλά της έδωσε ένα φιλί, κρατώντας ξανά το χέρι της. Έμεινε έτσι κάμποσο και μέσα του ζητούσε επίμονα να ξυπνήσει.
Ήταν τότε που τα μηχανήματα έβγαζαν ήχους φάλτσους και τα μπλιπ γίνηκαν μουσική. Η Γεωργία κούνησε τα δάχτυλά της. Άνοιξε τα μάτια για να συναντήσει τα δικά του.
Εκείνος έκανε πίσω και χαμογέλασε.
«Ρε Γιαννάκη!» ήταν τα πρώτα της λόγια.
«Σου είχα υποσχεθεί μουσταλευριά το πρωί», της είπε
«Ρε Γιαννάκη! Γαμώ το κέρατο μου! Κολλάω ολόκληρη», ναι ήταν η Γεωργία!
«Πες πως είσαι η Τζολί!», την καλωσόρισε
«Θα σου ‘λεγα ποια είμαι τώρα... Πουτάνα όλα ρε Γιαννάκη! Έλεος!»
Μερικοί άνθρωποι δεν εκτιμούν καθόλου την τέχνη!
Η νοσοκόμα άκουσε τις φωνές και εισέβαλε αιφνιδιαστικά.
«Θαύμα!» φώναξε.
«Γάμησε τα, κοπελιά! Φέρε κανά χαρτομάντιλο!» τα δικά της η ασθενής
Ο Τσουτσέκης έφυγε για λίγο. Κανόνισε να μεταφέρουν τη Γεωργία σε σουίτα και περίμενε μέχρι να καλμάρει από το σοκ.
Θα έμενε δίπλα της.
Τηλεφώνησε και η γυναίκα του. Δε το σήκωσε…

Καλά Χριστούγεννα! Σε όλους εσάς!
Τους φίλους, τους γνωστούς και τους άγνωστους.
Σε εκείνους που περάσαμε μαζί τις γιορτές.
Σε εκείνους που δε καταφέραμε να μιλήσουμε στις γιορτές.
Στους ανθρώπους που ήθελα να δωρίσω κάτι αλλά φέτος δε με παίρνει.
Για όλους αυτούς που σε μικρό ή μεγάλο βαθμό,
κρύβουν έναν Τσουτσέκη μέσα τους.
Είναι γιορτή απόψε, χαρείτε όπου κι αν βρίσκεστε, όπως ακριβώς το θέλετε!

Δε έχει τεράστια σημασία αν ήταν καλή ιστορία ή όχι.
Έτσι πιστεύω δηλαδή.
Μου αρκεί που τη δεχτήκατε και ίσως τη διαβάσατε.
Σας ευχαριστώ πολύ, τον καθένα από σας ξεχωριστά.

Το ίδιο και στους 26 φίλους που βοήθησαν, συμμετέχοντας με μια λέξη

Στην Μυρτώ, στον Δήμο, στον Τάσο, στην Στέλλα, στον Χρήστο, στον Γιάννη, στον Δημήτρη, στην Πώλα, στην Φάϊκχαμ, στη Χριστίνα, στη Λυδία, στον Μπεν, στην Στρατούλα, στον Σπύρο, στην Ελευθερία, στην Αγγελική, στη Λιλή, στη Βίβιαν, στην Αναστασία, στον Τσαγκ, στη Βάσω, στη Σταυρούλα, στη Βασιλικούλα, στην Αντιγόνη, στον Μήτσο, στη Φωτεινή

Καλές γιορτές και πάλι!