Να ξυπνώ, να πηγαίνω στη δουλειά και να κάνω ό,τι μου αναλογεί. Μετά να σχολάω και να απολαμβάνω τα υπόλοιπα
Τόσο απλά.
Έχω βρεθεί σε διάφορες δουλειές μέχρι τώρα και δεν αποκλείω να καταλήξω κάποτε σε άλλες τόσες ή περισσότερες. Για την ώρα είμαι λογιστής σε μια τράπεζα. Και ντιτζέϊ είμαι μια φορά την εβδομάδα, αλλά ας περιοριστούμε στα πρωινά.
Σηκώνομαι νωρίς, γυρνώ αργά και στο ενδιάμεσο δουλεύω με νούμερα.
Κάθε είδους, σιγά το δύσκολο.
«Σάββα αυτό» και «Σάββα, το άλλο», περνάει η ώρα, ζεις αργότερα.
Εξάλλου, αν το φιλοσοφήσεις κάπως, όλοι με νούμερα δουλεύουν.
Τουλάχιστον εδώ δεν υπάρχουν προσχήματα, το γνωρίζεις εξ αρχής.
Είμαι ο Σάββας και δουλεύω σε τράπεζα λοιπόν. Ένας υπαρκτός χαρακτήρας σε αυτή τη φανταστική ιστορία, ή αν προτιμάτε αλλιώς, ένας φανταστικός χαρακτήρας στην πραγματικότητα. Διαλέγετε και παίρνετε, πρόβλημά σας.
Και δε θα σας τα έλεγα τόσο χαριτωμένα αν τα έγραφα ο ίδιος.
Σιγά μην έμπαινα σε τέτοια διαδικασία.
Το ρεμάλι ο αδερφός μου, αυτός βάζει λόγια!
«Για τα γενέθλια σου», είπε κι εξαφανίστηκε. Πάντα τέτοια κάνει…
Κανονικά γενέθλια: Είναι αυτά που σε βρίσκουν από το κρεβάτι ως το σούρουπο να ευχαριστείς στο τηλέφωνο και ν’ απαντάς μηνύματα. Ενώ όταν ξεμπερδέψεις, μαζεύεστε με φίλους κάπου και αδειάζετε κάβες παρέα.
Κάπως έτσι πέρασαν και τα φετινά. Κανονικότατα.
Αν εξαιρέσει κανείς πως ήταν Δευτέρα και στη δουλειά είχαμε τρεχάματα…
29 Απρίλη, τέλειωνε ο μήνας και Πρωτομαγιά αργία, όλοι μας είχαμε να προλάβουμε ένα σωρό πράγματα και τους περισσότερους μας είχε καταβάλει το άγχος με το καλημέρα.
Κάθισα χωρίς χάσιμο στο γραφείο. Από τη μία είχα μια στοίβα κωλολογιστόχαρτα για έλεγχο, ψηλή ίσα με το μπόϊ μου. Από την άλλη δεν είχα τίποτα μέχρι που ήρθε και μπαστακώθηκε ο Βαγγέλας.
Πάντα έχει όρεξη, ειδικά όταν πνίγονται οι υπόλοιποι γύρω του, το διασκεδάζει!
«Σαββέλ, άκου τι διάβασα το σαββατοκύριακο», ξεκίνησε τις ιστορίες και μπήκε στο αυτόματο…
Ποτέ δε τον διακόπτω, σε τέτοιες συνθήκες τον βρίσκω ιδιαίτερα καταπραϋντικό κι ας παίζει με το πόνο των άλλων. Ο Βαγγέλας είναι βάλσαμο, είναι το ραδιόφωνο που δε μας άφησαν ποτέ να ανοίξουμε σε ώρα εργασίας, είναι ο Μιγιάκι στο Καράτε Κιντ, είναι το πιο γλυκό τραπεζικό κομμάτι της ζωής μου.
Τέλος πάντων, κάπως έτσι έγινε. Άνοιξα τον υπολογιστή, άρχισα να κοιτάζω φύλλα και να πληκτρολογώ διάφορα ενώ ο Βαγγέλας μου έλεγε τα σοφά του.
Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος είχε κληρονομήσει τον Μακεδονικό Θρόνο ήταν πιτσιρικάς κι άβγαλτος. Παρόλο που είχε πάρει βασίλειο στρωμένο κι ετοιμοπόλεμο, ελάχιστοι τον έπαιρναν στα σοβαρά. Αυτό φάνηκε όταν ο Αλέξανδρος τα είχε βάλει με τα βόρεια βασίλεια.
Βρισκόταν στη Ιλλυρία, περίπου τη σημερινή Αλβανία και καθώς φαινόταν πως είχε καθαρίσει, μαθαίνει πως τον είχαν προδώσει αιφνιδιαστικά οι Βοιωτοί στα νότια. Ήταν τότε που θυμωμένος διανύει μια τεράστια απόσταση προς τη Θήβα για να τους τιμωρήσει. Σφαγή κανονική, ισοπέδωσε την πόλη, θανάτωσε χιλιάδες για παραδειγματισμό και πούλησε σκλάβους όσους περίσσεψαν. Αγρίεψε το μάτι του, σε σημείο να τρομάξει ακόμη κι ο ίδιος, να αλλάξει νοοτροπία.
Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Όμως εκείνο που είχε κάνει εντύπωση του Βαγγέλα από όσα διάβασε ήταν μια άγνωστη κατάρα που έριξε πριν φύγει να αντιμετωπίσει τους Πέρσες…
«Ε, θα πεις για την κατάρα;» τον πρίζωσα παραπάνω γιατί ακουγόταν σα να είχε βαρεθεί. Όχι τίποτα, δεν έβγαινε τόση δουλειά χωρίς ράδιο!
Ο κόσμος ξέρει πως όταν έφυγε για εκστρατεία, ο Αλέξανδρος άφησε τοποτηρητή τον Αντίπατρο. Αν και δε τον εμπιστευόταν απόλυτα, είχε τους ανθρώπους του να παραφυλάνε και να εμποδίσουν κάποια προσπάθεια ανατροπής.
Όμως εκείνο που δεν ήταν γνωστό ως σήμερα είναι πως ο Αλέξανδρος, μετά τα μαντεία, ανησυχούσε περισσότερο για τον λαό του. Παρότι αισιόδοξος, δεν ήξερε τι έκβαση θα είχαν οι μάχες με τους Πέρσες, ούτε αν θα κατάφερνε να επιστρέψει κάποτε πίσω στην Πέλλα. Ήθελε μια ανεξάρτητη δύναμη να προστατεύει τους Μακεδόνες από πιθανή αδικία εις βάρος τους στο μέλλον.
Δίχως να μοιραστεί τις προθέσεις με τους οικείους του και λίγο πριν τη εκστρατεία, ο χαρισματικός ηγέτης ταξίδεψε κρυφά πίσω στην Ιλλυρία.
Μίλησε με τον Πραξιτέλη Επιτηδεύματος , σεβάσμιο σαμάνο ιερέα. Του ζήτησε να παραφυλάει στη Μακεδονία και να τιμωρήσει οποιονδήποτε παραβεί τις πάγιες εντολές του. Δηλαδή κανένας ηγεμόνας να μην φορολογήσει ποτέ πάνω από το ένα τέταρτο του εισοδήματος.
«Σώπα ρε, ένα τέταρτο σε φυσικά πρόσωπα», μου έκανε εντύπωση
«Με σημερινά δεδομένα, αναγωγή στο ΦΠΑ πάει, πάνω από 25% κατάρα!», ξεκαθάρισε ο Βαγγέλας που απ’ ότι φάνηκε, πιστεύει σε κάτι τέτοια.
Μα είχαμε πάνω από 25% ΦΠΑ, σκέφτηκα όσο μου επέτρεψε το χαρτομάνι. Μετά τη χρεοκοπία επί Τρικούπη οι φόροι ήταν αστρονομικοί.
«Δίκιο έχεις, πιθανό να είναι έτσι τα πράγματα», ξενέρωσε ο Βαγγέλας.
Αλλιώς, αν είχε δίκιο με το 23% που έχουμε σήμερα, θα βρισκόμασταν ελάχιστα πριν ζωντανέψει η κατάρα.
«Και τι κατάρα ήταν αυτή;» ρώτησα μιας που το είχαμε φτάσει μέχρι εκεί.
«Άγνωστο κυρ-Σάββα, δεν έγραφε. Μιλούσε αόριστα…»
Ένας ντελιβεράς διέκοψε τη κουβέντα μας που έτσι κι αλλιώς είχε φτάσει σε τέλμα. Η φίλη μου θυμήθηκε πρώτη τα γενέθλιά μου και φρόντισε να στείλει ένα φαντασμαγορικό κουτί γεμάτο προφιτερόλ.
«Φάε και θα την ακούσεις. Χρόνια σου πολλά. Τα λέμε το βράδυ. Φιλάκια, Ντάλια»
Τότε έπεσε συναγερμός στην τράπεζα. Σα να μας λήστευαν ένα πράγμα.
Πήραν τα αρπακτικά χαμπάρι τα γλυκά, σηκωθήκαν αλαφιασμένοι από τις καρέκλες και μου έκρυψαν τον ήλιο γύρω από το γραφείο!
Αγκαλιές, φιλιά, χειραψίες!!!
Σα να είχε μπει αλογάς καταθέτης να μας γλιτώσει από έλλειμμα!
«Πουτάνες στα κρεβάτια σας», θα τους έλεγα αν δεν ήταν αντισυναδελφικό
(σημείωση του ήρωα: Μήτσο ελεεινέ, σοβαρέψου λίγο. Άσε να τα πω όπως θέλω)
Μέχρι και κουτάλια πρόλαβαν να κουβαλήσουν, ένας θεός ξέρει που τα βρήκαν. Όμως ήταν νωρίς και θα μου έκαναν το χαρτομάνι χάλια. Κατάφερα να κλείσω αστραπιαία το κουτί κι εξαφανίστηκαν όλοι πριν καν δικαιολογηθώ.
«Εσένα θα σε κεράσω μετά», έκανα νόημα του Βαγγέλα που για να μη καρφώνεται, επέστρεψε στο πόστο του.
Η ώρα περνούσε και η στοίβα χαμήλωνε.
Κόντευα να τελειώσω απερίσπαστος. Και θα τέλειωνα αν δε με διέκοπτε εκείνο το μεθυστικό, έντονο άρωμα ροδάκινο. Κοντοζύγωνε η Λάουρα.
Αχ Λάουρα, φωτιά και Λάουρα!
Ορκωτή λογίστρια, μισή Βραζιλιάνα καλλονή και μισή αδίστακτη βασανιστής μου. Περπατούσε ανάλαφρα και κρατούσε έναν τεράστιο όγκο παραστατικών. Το σφριγηλό κορμάκι της, έτοιμο να εκραγεί και να απαλλαχτεί από το αυστηρό της ντύσιμο.
«Έλα Λάουρα, κόπιασε από τα μέρη μας» σκεφτόμουν ενώ της χαμογελούσα όσο με έπαιρνε. Κι αυτή πλησίαζε.
Στάθηκε μπροστά μου και ευχήθηκε.
«Να ζήσεις Σαββούλη γλυκέ μου!» είπε και νομίζω σα να έγειρε για ασπασμό.
«Να ζήσω, ναι! Βοήθα λίγο!» παρακαλούσα μέσα μου.
Αλλά τζίφος…
Είχε γύρει για να ξεφορτωθεί τα χαρτιά.
«Πάρε, σκάσε, δούλευε» έβγαλε γλώσσα, μ’ έχωσε άγρια και την κοπάνησε.
Μα τι ήταν όλα αυτά τα καινούρια; Με μια βιαστική ματιά που έριξα, τα είχα ήδη ξεμπερδέψει μήνες πριν.
«Τι να τα κάνω μάτια μου; Αυτά είναι παλιά», πρόλαβα να της φωνάξω.
«Να τα κάνεις κορνίζα αγάπη μου! Θα τα ξανακάνεις, αλλάζει ο ΦΠΑ σήμερα», άκουσα πριν χαθεί από το οπτικό μου πεδίο.
Βρε λες;
Την ίδια σκέψη έκανε και ο Βαγγέλας που κρυφάκουγε λίγο πιο κάτω. Σαν αίλουρος πήδηξε γραφεία, καρέκλες και χαρτιά και βρέθηκε πάλι δίπλα μου.
«Πόσο πήγε ρε ο φόρος; Είπε η κάργια;» ψιθύρισε συνωμοτικά.
Του έγνεψα αρνητικά και μείναμε να κοιταζόμαστε.
«Δε λέει ρε γαμώτι. Όμως άμα θες να σου πω τα ζώδια…»
Αλλάζουμε θέση με τον Βαγγέλα και σηκώθηκα όρθιος φυλώντας τσίλιες. Δοκιμάζει να βρει την Κάλλη, τη γυναίκα του, δαίμονα σωστό. Και εκείνη, μεσ’ τις άκρες, μας έδωσε μια πιθανή εξήγηση:
«Ποιος βάζει τους φόρους; Η Κυβέρνηση; Λάθος… Η Τρόικά τους επιβάλει, η Κυβέρνηση τους εφαρμόζει… Άρα; Ποιος βάζει του φόρους τώρα; Η Τρόικα; Πάλι λάθος… Οι τραπεζίτες πείθουν την Τρόικα να τους επιβάλει στην Κυβέρνηση που θα τους εφαρμόσει…»
Πάλι μείναμε να κοιταζόμαστε με τον Βαγγέλα. Ίσως επειδή ξέραμε και τη συνέχεια.
«Και ποιος κάνει τους τραπεζίτες να αναθεωρήσουν τον ΦΠΑ; Οι αριθμοί… Και πως προκύπτουν οι αριθμοί; Από αυτά εδώ τα κομπιούτερ… Και ποιος πειράζει τους αριθμούς σε αυτά τα κομπιούτερ;;;;»
«Εγώ κι εσύ!!!!» ουρλιάζαμε και οι δυο ταυτόχρονα, κάνοντας όλους στην τράπεζα να μας καρφώνουν ενοχλημένοι.
Αν η Κάλλη είχε δίκιο, αν το σκεπτικό μας ήταν σωστό, αν υπήρχε κατάρα…
Την είχαμε βάψει!
Ο Πραξιτέλης Επιτηδεύματος δεν θα κυνηγούσε ούτε την Κυβέρνηση, ούτε την Τρόικα, ίσως ούτε τους Τραπεζίτες. Σ’ εμένα, στον Βαγγέλα και στα υπόλοιπα παιδιά θα ξεσπούσε η οργή του Μεγαλέξανδρου!
«Ρε συ Βάγγο, μήπως υπερβάλουμε λίγο; Αφού επί Τρικούπη δεν έσκασε ρουθούνι, γιατί να τη πληρώσει η δική μας γενιά;»
Κάποια λογική, κάποιο άλλο σκεπτικό θα υπήρχε. Ίσως ήμασταν επηρεασμένοι από τα ανόητα βιβλία που συζητούσαμε πριν….
Όμως δε το βρίσκαμε με τίποτα!
Την κοπανήσαμε και βγήκαμε έξω στη προκυμαία να μας χτυπήσει λίγο αεράκι
«Σαββάκι χρόνια πολλά! Το είδα στο Facebook» ακούστηκε πίσω από την πλάτη μου, πάνω που το είχα ξεχάσει.
Ήταν ο Γιαννάκης, ο λιμενικός. Αυτό ήταν και καλό και κακό.
Πως μου κόλλησε εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα ότι αυτός έχει μια λόξα με την ιστορία και στην απελπισία μου τον ρώτησα:
Τον είχα πιάσει από το πέτο και τον τραβούσα ασυναίσθητα.
«Όχι βέβαια… όχι βέβαια… όχι βέβαια… όχι… όχι…» πετούσε όσο τον έσπρωχνα.
«Καλά μας υποχρέωσες…. Πέρνα το βράδυ που παίζω μουσική για κέρασμα…» το άφησα ήσυχο μαζί με κάποιες τύψεις
«Όταν χρεοκοπήσαμε επί Τρικούπη, η Μακεδονία δεν είχε ενσωματωθεί στην Ελλάδα, άρα….»
«Άρα δεν είχαμε ίδιους φόρους…» σα να ήθελε να πει ο Βαγγέλας
Άρα και άρα, τη πουτσίσαμε παπάρα!
Μπήκαμε μέσα πριν μας πάρουν πρέφα.
Έτοιμοι ήμασταν, να μας πιάσεις και να σκάσουμε.
Υπήρχε ακόμη το ενδεχόμενο να κάναμε λάθος, ή ακόμη καλύτερα να έπεφτε ο ΦΠΑ αντί να ανέβει. Αλλά ας είμαστε ρεαλιστές.
Δεν υπήρχε σωτηρία.
«Σάββα, βγάλε τα προφιτερόλ, δεν αντέχω. Υπογλυκαιμία έχω» ζήτησε ο Βαγγέλας και μπορεί να έλεγε αλήθεια.
Του τρατάρω ένα στη ζούλα κι άρχισα να κλαίγομαι. Μακάρι να μπορούσα με κάποιο τρόπο να μάθω από πριν τι θα γίνει με το ΦΠΑ. Έστω να προλάβω να εξαφανιστώ, οτιδήποτε θα έσωνε το τομάρι μου, που στην τελική δεν άξιζε τέτοιο τέλος.
Καθώς εκείνος κατέβαζε το προφιτερόλ, μου έκανε χειρονομία να σωπάσω.
Όταν κάποτε σταμάτησα, ανοίγει το κουτί και μου βγάζει ένα να φάω κι εγώ.
«Μη μιλάς, μη ρωτάς, τρώγε» μου κάνει και υπάκουσα.
Κουταλιά στη κουταλιά, κάτι ακουγόταν. Τότε εκείνος φωνάζει και τα παρακάτω γραφεία και χωρίς καν να ρωτήσει τους δίνει από ένα προφιτερόλ κι ένα κουτάλι.
«Μικρές κουταλιές και απόλυτη σιωπή» τους είπε.
Όσοι περισσότεροι έφταναν, τόσο εντονότερα ακουγόταν μια συζήτηση.
Τελικά η Ντάλια κυριολεκτούσε στην κάρτα!!!!
Την ακούσαμε κανονικά!!!
Γιατί σε κάθε μας κουταλιά ακουγόταν τι έλεγε ο πρωθυπουργός με τους τροικανούς! Μπράβο Ντάλια, τα προφιτερόλ που μας έφερες ήταν όντως Θεϊκά!!!
«Δηλαδή κύριε Ραμασά τι θέλετε για το λαό σας; Νέα χαράτσια; Νέες περικοπές; Έτσι προστατεύετε τους πολίτες σας; Έτσι θα καλυφτούν οι μαύρες τρύπες;» αγόρευαν οι τροϊκανοί, τη δαγκώναμε εμείς.
«Μα κύριοι, 30% ΦΠΑ από 23%, είναι ανήκουστο…», κλωτσούσε ο Ραμασάς.
Μετά λιποθύμησα για λίγο, όμως, όπως μου είπαν τα παιδιά αργότερα, είχαν λιανίσει τα προφιτερόλ, οπότε ούτε εκείνα άκουσαν παρακάτω…
Πήρα κουράγιο και τηλεφώνησα τη μάνα μου:
«Μάνα μπορεί να μην έρθω στο τραπέζι το μεσημέρι. Κάτι έγινε στην τράπεζα, με τον ΦΠΑ, με μια κατάρα του Μεγαλέξανδρου, θα σε γελάσω, δεν έχω καταλάβει ακόμα. Πάντως άμα αργήσω, φάτε», προσπάθησα να της εξηγήσω.
«Καλά, καλά, θα σε περιμένουμε, όποτε τελειώσεις. Σουτζουκάκια έφτιαξα. Μόνο φέρε τον αδερφό σου και πες του να μην έρθει σα λέτσος γιατί έχουμε γιορτή. Άντε χρόνια πολλά, θα τα πούμε από κοντά!» δεν ήταν γραφτό να συνεννοηθούμε.
Στο καπάκι πήρα κι αυτόν να του πω τα ίδια αλλά μου το έκλεισε, θα κοιμόταν…
Δε πρόλαβα να κάνω άλλα τηλεφωνήματα γιατί μας φώναξε η Λάουρα.
«Αγόρια! Ποιος θα πάει ένα φαξ στον διευθυντή;»
Είχε φτάσει η ώρα της κρίσεως.
«Πήγαινε ρε Βαγγέλα, έχω γενέθλια σήμερα, δε με λυπάσαι;» ζήτησα εκλιπαρώντας
Προσπάθησα να χαθώ κι εγώ, το παραδέχομαι αλλά με πρόλαβε η Φωτιά και η Λάουρα στις σκάλες.
«Έλα Σαββούλη, σβέλτα και το περιμένει από το πρωί» είπε και μου έχωσε έναν κλειστό φάκελο στη μασχάλη.
Τα χέρια μου έτρεμαν, το καντήλι μου έσβηνε και πάνω στον φάκελο είχε μάλλον τα θανατηφόρα αρχικά «PR.MI.». Prime Minister. Πρωθυπουργός. Τέλος.
(σημ. του ήρωα: Εσύ τι μιλάς; σε πήρα και κοιμόσουν χέστη!)
(σ.σ. Κοιμόμουν βρε βλάκα γιατί έγραφα τη συνέχεια και να σε κάνω άνθρωπο!)
(σημ. του ήρωα: Ναι καλά…)
(σημ. της μάνας: Μη μαλώνετε και σας διαβάζει κόσμος. Και όπως θα ανεβείτε το μεσημέρι, να πάρετε ψωμί)
«Λάουρα…» την καλώ να γυρίσει
«Ορίστε;» ανταποκρίθηκε με υποκριτικά θιγόμενο ύφος
«Θέλω να ξέρεις πως αν συμβεί κάτι σήμερα, σε συμπαθούσα από τη πρώτη στιγμή» της εξομολογήθηκα παρόλο τον πανικό μου
«Μάλιστα, αν όντως σου συμβεί κάτι σήμερα, θα το έχω υπ’ όψη μου» απάντησε κοφτά κι επιβεβαίωσε τον κανόνα:
Οι λογιστές έχουν ψυχή, οι ορκωτοί λογιστές, όχι απαραίτητα.
Έχω δει άπειρα ντιβιντί. Κάθε φορά που βαδίζει ο βαρυποινίτης στη ηλεκτρική καρέκλα, παίζει μουσικές, του κάνουν κοντινά, του δίνουν όσκαρ μερικές φορές, κλαίνε τα κοριτσάκια, τέτοια.
Στην περίπτωσή μου τίποτα. Με είχαν εντελώς χεσμένο!
Όλοι στην κοσμάρα τους, δε μου έδιναν καμία σημασία. Ούτε όταν μετρούσα βασανιστικά τα βήματα ως το γραφείο του διευθυντή, ούτε όταν χτυπούσα απελπισμένα την πόρτα, ούτε όταν του είπα ασθμαίνοντας πως έφτασε ο φάκελος, ούτε όταν εκείνος τον άνοιγε ευλαβικά.
«Μη φύγεις αμέσως. Περίμενε λίγο», πρόσταξε
Αφού ήταν στημένο, γιατί ήθελε τελετουργικό;
Όμως ήταν στημένο;
Γιατί από τις εκφράσεις που έκανε, μόνο στημένο δεν έδειχνε.
Φαινόταν να είχε ξαφνιαστεί. Η ματιά του κατέβαινε ανήσυχα το άγνωστο περιεχόμενο του μηνύματος σα να μην εύρισκε εκείνο που ίσως υποψιαζόταν.
Ξαφνικά το βλέμμα του παγώνει στο τέλος και μένει μαρμαρωμένος.
Τον παρατηρούσα έτσι, με μία παγωμένη έκφραση κι άργησα να προσέξω τον φάκελο. Το μελάνι σαν να έβραζε!!!!!
Ένα ρευστό πράσινο πράγμα δραπέτευε από το χαρτί και κατρακυλούσε στους καρπούς του διευθυντή που είχε μείνει μαλάκας και δίσταζε να κουνηθεί.
Ανήμπορος να αντιδράσει με το σίχαμα που πότιζε το δέρμα του κι αναρριχώταν από το εσωτερικό του κουστουμιού του, ο κύριος διευθυντής με κοιτούσε κατάματα, ελπίζοντας σε κάποια βοήθεια που αδυνατούσα να του προσφέρω.
Κι εγώ πάνω μου τα είχα κάνει, σκέψεις ή λέξεις δεν υπήρχαν.
Ώσπου εκείνος άδειασε. Ένας ρόγχος κι έπειτα αυτό το πράσινο υγρό να βγαίνει από τα ρουθούνια, τα αυτιά, το στόμα, μια αηδία!
Γρήγορα το άλλοτε κεφάλι της κεφαλής της τραπέζης μας είχε γίνει μια ομοιόμορφη κολλώδης σφαίρα. Ήταν το Gummy Bear με κουστούμι, πουκάμισο και γραβάτα, μόνο που δε τραγουδούσε!
Πάντα έλεγα πως ήταν σιχαμερός και κάποια ζώα δε με πιστεύανε. Τώρα θα με πιστέψουν ευτυχώς και τα ζώα!
(σημ. του ήρωα: το χαλάς…)
(σ.σ. άσε με να παίξω λίγο, έλα…)
(σημ. του ήρωα: όχι!)
Προσπάθησα να κάνω μερικά βήμα πίσω αλλά με αντιλήφθηκε και σηκώθηκε όρθιο.
«Σάββα παιδί μου, φώναξε μου τη Λάουρα μέσα» είπε, πως ακριβώς δε ξέρω
Παλαβώθηκα!
«Και Σάββα… Χρόνια Πολλά…», συνέχισε την ώρα που έσπαγα την κλειστή πόρτα
Όπως πετάχτηκα έξω, όλοι γύρισαν και κοίταζαν.
«Ο διευθυντής πρασίνισε! Έγινε Μύξα! Φύγετε!», έσκουζα αλλά αυτοί απλώς κοιτούσαν. Είτε τους φάνηκα ακατανόητος, είτε δε με είχαν ξαναδεί μπλε.
Είχα χρέος να τους προειδοποιήσω κι ας μη με καταλάβαιναν. Ίσως όταν συνέχισα να τρέχω προς την έξοδο να συνειδητοποίησαν πως σοβαρολογούσα.
Ήμουν ήδη απέναντι από την εξωτερική πόρτα της τράπεζας, κρυμμένος μέσα σε έναν κάδο αποκριμάτων. Γιατί μπορεί να έπρεπε να εξαφανιστώ όσο πιο μακριά γινόταν, αλλά δε μπορούσα να τους αφήσω έτσι.
Η χλαπάτσα είχε βγει παγανιά στη τράπεζα και νεκροζώντανος με το φαξ στα χέρια πρόσταζε τα παιδιά: «Εσύ! Εδώ!»
Κι εκείνοι να κλαίνε, να ουρλιάζουν και κυριευμένοι από τρόμο προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Μάταια όμως.
Από το μισόκλειστο καπάκι δεν είχα οπτική επαφή, κραυγές άκουγα.
Πρώτοι πρέπει να τη πλήρωσαν τα παιδιά στο μηχανογραφικό. Ένας είχε χαρακτηριστική ψιλή φωνή, σίγουρα ήταν αυτός.
Η εξωτερική πόρτα σφραγίστηκε και το μόνο που φαινόταν ήταν λογιστόχαρτα στον αέρα και πράσινες στάμπες στα τζάμια πριν καλυφθούν πλήρως.
Και οι φίλοι μου; Οι συνάδελφοι όλοι; Χαμένοι;
Ο Βαγγέλας; Οι ταμίες, παιδάκια από τα λίγα; Η Λάουρα; Αχ Λάουρα.
Κόσμος βολτάριζε αμέριμνος στη προκυμαία, δίπλα έπιναν καφέ. Κανείς δε κοίταζε μέσα. Ούτε έμπαινε σε μια υπό εκκαθάριση τράπεζα. Δεν υπήρχε λόγος.
Ήταν καταδικασμένοι…
«Εδώ είσαι;» με ανακάλυψε μια γνώριμη φωνή σηκώνοντας το καπάκι.
«Βαγγέλα! Ζεις!» , επιτέλους ένα καλό νέο!
«Σάββα, μυρίζεις, βγες» είπε ο λόρδος και με τράβηξε έξω.
«Είχες δίκιο! Η κατάρα! Η Μύξα!»
«Το είχα υποψιαστεί…» σιγοντάρισε εκείνος σκουπίζοντας τα τελευταία ψίχουλα.
«Μα πως;» ρώτησα αν και δεν είχε μεγάλη σημασία.
«Ψάρι είσαι, δε πειράζει. Ο πρωθυπουργός δε καρφώνεται. Δε στέλνει φαξ στις τράπεζες. Το υπουργείο οικονομικών, ίσως. Αλλά ο Ραμασάς ποτέ. Δεν είναι δική του αρμοδιότητα ο ΦΠΑ», εξήγησε απαθής.
«Και τότε γιατί δε με προειδοποίησες πως PR.MI δεν ήταν Prime Minister αλλά Prasini Miksa;» νευρίασα.
«Πρώτον επειδή είχα ήδη φύγει και δεύτερον επειδή δε το ήξερα ακόμη»
«Και τώρα; Τι κάνουμε;» ρώτησα, μήπως του περίσσευε καθόλου σοφία.
«Τι θα κάνουμε…Να δουλέψουμε δε γίνεται. Σπίτια μας πάμε…»
«Μιλάς σοβαρά; Η Μύξα έχεις τις διευθύνσεις μας! Θα έρθει να μας βρει!»
«Σωστά…», κόμπιασε λίγο για να το σκεφτεί καλύτερα.
Όσο ο Βαγγέλας πλησίαζε σε κάποια λύση, χτυπά το κινητό. Ήταν ο Στέφανος.
Αφού ευχήθηκε ο άνθρωπος, του περιγράφω περίπου πως είχε η κατάσταση.
«Γιατί με καις; Να τρακάρω θες;» παραπονέθηκε και με τα δίκια του.
«Τα πράγματα είναι σοβαρά. Άμα βγει η Μύξα έξω…», τι ήθελα και την ανέφερα.
Πριν προλάβω να τελειώσω τη φράση, τα τζάμια σπάνε και ξεχύνεται στους δρόμους μια αγέλη από πράσινες χλαπάτσες. Κρατώντας στα χέρια τους χαρτιά πλησίαζαν τους περαστικούς, τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα.
«Εσύ! Εδώ!», πρόσταζαν και όποιος ήταν τόσο αφελής και υπάκουε , σύντομα γινόταν ένας από αυτούς…
«Στέφανε, έχω ένα πρόβλημα στη δουλειά και πρέπει να κλείσω. Τα λέμε το βράδυ», άμα προλάβω το βράδυ…
«Έγινε ρε, πάω να ρίξω κάτι μπετά και άμα προλάβω θα περάσω. Αλλιώς το βράδυ. Μόνο εξήγησε μου κάτι: όταν λες Ιλλύριοι, εννοείς Αλβανούς;»
Του έλυσα την απορία, όμως δεν είχαμε χρόνο. Οι χλαπάτσες είχαν περάσει το δρόμο και μας πλησίαζαν απειλητικά. Τρέχαμε προς τις καφετέριες αλλά μας συνέχιζαν να μας καταδιώκουν.
Μερικοί πήραν χαμπάρι τι γινόταν και έτρεχαν μαζί μας. Γκαρσόνες τσίριζαν, ποτήρια έσπαζαν, όμως κάποιοι άλλοι το πήραν στη πλάκα και αντί να φύγουν, πλησίαζαν τις χλαπάτσες για χαβαλέ.
«Εντάξει Σάββα, κόψε λίγο. Μπήκαν στην Εφορία δίπλα», έδειξε λαχανιασμένος πίσω μας. Ζήτημα χρόνου να τους ξεπαστρέψουν κι από εκεί.
Κάθε λεπτό που περνούσε, το λιμάνι γινόταν και πιο πράσινο. Αυτή τη φορά δε κόψαμε. Πήραμε ανάσες και συνεχίσαμε όσο γινόταν πιο μακριά, μέχρι που φτάσαμε στο Φυσάει.
(σημ. του ήρωα: Ναι, εκεί που παίζω μουσική κάθε Παρασκευή σε ένα ευχάριστο περιβάλλον, να έρθετε να γνωριστούμε και να περάσουμε όμορφα)
Μιας και ήμασταν σε αδιέξοδο, συμφωνήσαμε να πιούμε ένα φρεντουτσίνο μήπως και καταλήξουμε κάπου.
Όπως περιμέναμε να μας τους φέρουν, τηλεφωνεί και η Βάσω φίλη και συνάδελφος που είχε μείνει σπίτι να φροντίσει την κόρη της. Πριν αρχίσει τα «χρόνια πολλά», έντρομη μας πληροφόρησε πως ολόκληρη σχεδόν η χώρα έχει πρασινίσει και πήρε να δει άμα ήμασταν καλά!
«Παντού! Στις τράπεζες, τις εφορίες, τα διόδια, τα μαγαζιά. Ο κοσμάκης γέμισε γλίτσα!», έλεγε έχοντας την τηλεόραση στη διαπασών και τη μικρή να κλαίει.
«Η Μύξα έχει καταλάβει την Ελλάδα, πρέπει να σκεφτούμε κάτι», παρότρυνα τον Βαγγέλα που ακόμα προσπαθούσε να βγάλει άκρη.
Σε λίγο ήρθαν τα φρεντουτσίνα. Μαζί και τα μαντάτα της τηλεόρασης.
Η κοπελίτσα μας σερβίρει και καθώς μάζευε το δίσκο ζήτησε να την πληρώσουμε.
Κάτι άλλο στόχευε η Μύξα, όχι εμάς τους λογιστές, τουλάχιστο όχι άμεσα.
Από τρέξιμο σε τρέξιμο, βρισκόμασταν πίσω στη προκυμαία όπου ήταν θαρρείς κι έβλεπες αγώνα στο ΟΑΚΑ: πράσινο και θύματα από τη μία άκρη του ματιού σου στην άλλη…
Στις καφετέριες, στη πιάτσα των ταξί, στα καϊκια, στις λάμπες σκαρφαλωμένες πάνω. Άνθρωποι παραδομένοι, να κρατάνε χαρτιά και να κυνηγάνε τους εναπομείναντες. Μας είχαν περικυκλώσει. Εγώ είχα προτρέψει τις γροθιές μου για μια τελειωτική μάχη ενώ ο Βαγγέλα απήγγειλε ποίηση γιατί το είχε δει σε μια παλιά σειρά και του είχε κάνει εντύπωση. Πλήρης παράκρουση!
(σ.σ. Να έρθω να σε σώσω;)
(σημ. του ήρωα: Με είχες 8 σελίδες τρέξιμο και τώρα πουλάς μαγκιές;)
(σ.σ. Καλά μια πρόταση έριξα…)
(σημ. του ήρωα: : Έλα…)
(σ.σ. Όχι, Τώρα μείνε εκεί να σε φάνε οι Μύξες)
Ο κλοιός είχε στενέψει. Δυο Μύξες μου έγλειφαν το παντελόνι ενώ είχαν αγκαλιάσει τον Βαγγέλα και του ζητούσαν να διαβάσει το χαρτί όμως εκείνος αντιστεκόταν με Καβάφη:
«Είπες…Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή»
Καλά κρασιά!




