Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Ο αξιότιμος κύριος Τσουτσέκης

(φωτο: Σπύρος Π.)

Στο κέντρο της πόλης, εκεί που κατέληγε η μεγάλη πορεία, τα πράγματα είχαν αγριέψει. Αμέτρητα κεφάλια έτρεχαν κυνηγημένα από ένα σύννεφο δακρύων, αφήνοντας χώρο στα κράνη και τις κουκούλες.
Πέτρες, ξύλο, μπινελίκια και οι ασπίδες να αντανακλούν τη λάμψη από τα σπασμένα μπουκάλια που πλημμύρισαν την άσφαλτο.
Δύσκολη εποχή, συνηθισμένη μέρα.
Οργή και αδιέξοδα, γέμισαν στους δρόμους συνηθισμένους ανθρώπους. Όλοι έλουζαν το αόρατο προσωπείο της εξουσίας με διάφορα κοσμητικά επίθετα. Αρκετοί επικεντρώνονταν σε πολιτικούς και μεγιστάνες, ενώ μερικοί έφταναν να τα βάζουν με άστοχους συμβολισμούς.
Γι ακόμη μια χρονιά το Χριστουγεννιάτικο δέντρο είχε λαμπαδιάσει και οι καπνοί σχημάτιζαν μια μαύρη φάτνη στον ουρανό.
Αυτό κοιτούσε ο Ιωάννης Τσουτσέκης καθώς γυρνούσε με την τζιπάρα σπίτι από εναλλακτική διαδρομή. Ψιλά γράμματα για τον απόλυτο άρχοντα της πόλης.
Εκείνον δεν τον έπιαναν τα σκάγια της οργής.
Ούτε ψεύτης, ούτε κλέφτης.
Εξάλλου ο Ιωάννης Τσουτσέκης πίστευε πως οι πολιτικοί ήταν αναλώσιμοι και οι πλούσιοι παρεξήγηση. Φρόντιζε οι φίλοι του να ανήκουν στη μία ή την άλλη κατηγορία, όσο χρειαζόταν για να πετύχει τον σκοπό του:
Την εξουσία!
Αυτός κινούσε τα νήματα όταν οι υπόλοιποι διακινούσαν χρήμα ή νομοθετούσαν. Απαραίτητος για όλους, είχε καταφέρει να επιβιώνει κάτω από οποιαδήποτε συγκυρία, σαν τη κατσαρίδα.
Διευθυντής σε μια υπηρεσία, όμως οι γνωριμίες του τον έκαναν περισσότερο διευθυντή από τους υπόλοιπους. Αποφάσιζε, έπειθε και άφηνε τους υπόλοιπους να εκτελούν τις εντολές του.
Έτσι, στον σκληρό κόσμο ενός Τσουτσέκη, οι ταραχές και ο ξεσηκωμός δεν ήταν τίποτε περισσότερο από δέκα λεπτά επιπλέον διαδρομής για το σπίτι.
Ενώ οι περισσότεροι έδειχναν απεγνωσμένοι από τα αποτελέσματα των φόρων και των νόμων, εκείνος βάδιζε δίπλα τους με περιφρόνηση. Αν η κυριαρχία έμελλε να είναι το υπέρτατο αγαθό, η ευτυχία ήταν πλεονασμός και η δυστυχία ολίσθημα.
Όλοι ασχολούνταν με το Μνημόνιο.
Το ερμήνευαν, το καταριόντουσαν, το έτρεμαν και το συζητούσαν.
Η «καλημέρα» φορούσε πρόσημο και τα νέα έφταναν με δεκαδικά ψηφία.
Είχε όμως άραγε σημασία;
Ήταν αδιάφορος αν ο κόσμος προχωρούσε με το κεφάλι ψηλά ή κατεβασμένο, αν μειώθηκαν οι μισθοί ή αν εξακολουθούσε να υφίσταται μέλλον. Γιατί απλά, όποτε μετρούσε κεφάλια, ο αριθμός έμενε αμετάβλητος!
Πειθαρχημένος, πρακτικός και ορισμένες φορές παράλογος.
Ο Τσουτσέκης κουβαλούσε ένα σπάνιο μεταλλαγμένο μικρόβιο εξουσίας που το καταπολεμούσε μονάχα αν έβλεπε γύρω του υποτακτικούς ή αν καταμετρούσε την ισχύ των αποφάσεών του.
Είχε και ένα σπίτι με αυλή, όχι πολύ μεγάλο, μια γυναίκα με παρόμοια μυαλά και δυο παιδιά να παίζουν στον κήπο όσο ο μπαμπάς έβλεπε τηλεόραση.
Ποτέ ειδήσεις, μονάχα ντοκυμαντέρ στο τσοντοκάναλο. Να ηρεμεί, να μαζεύει δυνάμεις και να συνεχίζει ακάθεκτος το έργο του. Εξάλλου τι νόημα είχα να ενημερώνεται για κάτι που ο ίδιος με τόσο κόπο διαμόρφωνε.
Στις φιλοδοξίες δε χωράνε συναισθηματισμοί, έλεγε, πόσο μάλλον η νοσταλγία. Όμως διαρκώς πετύχαινε τους στόχους του και κοιτούσε ψηλότερα.
Παρ’όλα αυτά είχε φίλους, συγκεκριμένους κάθε περίοδο και βαθμίδα. Ήταν τέτοια η συγκρουσιακή σχέση της εξέλιξης με την νοοτροπία του, που ουδέποτε κράτησε δεσμούς με το παρελθόν.
Κάθε γαλόνι που κέρδιζε ο Τσουτσέκης, κάθε προαγωγή, έριχνε στα μάτια του τις προηγούμενες παρέες. Τις θεωρούσε υποδεέστερες και δίχως ενοχές κολλούσε σα βδέλλα σε νέους, ισχυρότερους κύκλους, με προοπτική...
Ποτέ στη ζωή του δεν αισθάνθηκε την επιθυμία να συναντήσει κάποιον παλιό φίλο, να ρωτήσει που βρίσκεται ή να μάθει τα νέα του. Σιγά μην έριχνε το επίπεδό του.
Υπήρχε όμως μια και μόνο μέρα, που όλες του οι αναμνήσεις επέστρεφαν στο υποσυνείδητο και τον γέμιζαν τύψεις. Η παραμονή των Χριστουγέννων...
Κάτι τον έπιανε. Τότε το καθίκι δεν ήξερε πως να κρυφτεί.
Κάθε πρωί παραμονής, εξαφανιζόταν δίχως προειδοποίηση.
Έφτανε πεζός κι απεριποίητος στο κέντρο της πόλης. Χανόταν στις εικόνες και τους ήχους τον γιορτών. Τυχαία κρυφοκοίταζε τις ζωές των υπολοίπων. Μέσα από αυτές ξαναθυμόταν πρόσωπα και αναγεννούσε χαρούμενα σκηνικά.
Μόνο έτσι, μόνο για μια μέρα.
Όποτε γύριζε και του ζητούσαν εξηγήσεις, είχε απάντηση.
«Είχα πάει στο χτες», δήλωνε με χαρακτηριστικό στόμφο και το έληγε εκεί.
Αυτό ακριβώς συνέβη και την φετινή παραμονή.
...
Πριν ξυπνήσουν στο σπίτι, ο Τσουτσέκης ντύθηκε πρόχειρα και κατευθύνθηκε εκεί που την προηγούμενη ημέρα γινόταν μακελειό. Οι υπάλληλοι που ο ίδιος διοικούσε είχαν προλάβει να καθαρίσουν τα αποκαΐδια, διαμορφώνονταν ένα λιγότερο μουντό τοπίο.
Είχε κοζάρει ένα παγκάκι στην εξωτερική μεριά του πάρκου. Από εκεί μπορούσε να παρατηρήσει μεγάλο μέρος της κίνησης χωρίς να δίνει στίγμα και να γίνεται αντιληπτός από τους περαστικούς.
Κάθισε κι έκανε υπομονή.
Μόλις άνοιξαν τα μαγαζιά, εμφανίστηκαν τα πρώτα παιδιά, ακούστηκαν τρίγωνα και τραγούδια. Σιγά σιγά, ο μεταλλικός ήχος έφτανε στα αυτιά του από κάθε κατεύθυνση.
Το βλέμμα του χανόταν, οι σκέψεις έτρεχαν και εικόνες ξεχασμένων φίλων αποτυπώνονταν στο μυαλό του.
«Που να βρίσκεται ο τάδε;» αναρωτιόταν, αλλά πριν τον πεθυμήσει περνούσε στον επόμενο.
«Κι ο άλλος τάδε;;; Μήπως άραγε τα κατάφερε στη ζωή του;», αμέτρητοι φίλοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον πριν κατασταλάξουν και γίνουν ενοχές.
Όταν σήκωσε για λίγο το κεφάλι και κοίταξε τριγύρω, ο δρόμος είχε γεμίσει από στρατιές πιτσιρικάδων με κόκκινο σκουφί, σακούλες δώρα και τσέπες που κουδούνιζαν.
Συνέχισε διατηρώντας τον ίδιο ειρμό και βυθίστηκε ξανά στις αναμνήσεις του.
Ήθελε να τους θυμηθεί όλους, να μην αφήσει κανέναν αμνημόνευτο.
Ενώ κόντευε μεσημέρι και ο Τσουτσέκης τέλειωνε την μακροσκελή κατάλογο προδοσίας, δέχτηκε μια απρόσμενη συνάντηση.
«Να τα πούμε;» ακούστηκε μια τσιριχτή φωνή.
Σπάνια κάποιο πιτσιρίκι πλησίαζε τους τύπους στα παγκάκια.
Δίχως να αποσπαστεί και σχεδόν παραμιλώντας, ο Τσουτσέκης αρνήθηκε και με μια κοφτή κίνηση του χεριού έκανε σα να τους διώχνει.
«Άσε μας να τα πούμε. Δε ζητάμε λεφτά», η φωνή επέμεινε και του τράβηξε το μπατζάκι του παντελονιού για να του τραβήξει την προσοχή.
Τότε ήταν που τα κοίταξε πρώτη φορά και ο βαρύς μονόχνοτος άνθρωπος είδε κάτι εντελώς διαφορετικό.
Δυο ζουζουνάκια, ένα κορίτσι, το πολύ δέκα χρονών με τον μικρό της αδελφό. Είχαν ντυθεί με εντυπωσιακές ανατολίτικες φορεσιές και είχαν ξεχυθεί τους δρόμους.
«Λέτε τα κάλαντα;», ξαφνιάστηκε από το θέαμα.
«Λέμε ευχές», εξήγησε η μικρή με το τυρκουάζ φόρεμα και το στολισμένο κεφάλι.
«Είστε Χριστιανοί;» απόρησε.
«Όχι κύριε, δεν είμαστε», μαζεύτηκε εκείνη.
«Μα τα Κάλαντα είναι χριστιανικό έθιμο», τους ξενέρωσε.
«Λάθος κάνετε! Είναι γιορτή!», πετάχτηκε τσαμπουκαλεμένος ο μπόμπιρας!
«Στη λάθος γιορτή ήρθες μικρέ. Φύγετε τώρα», εκνευρίστηκε ο Τσουτσέκης που ήταν μαθημένος να μη του αντιμιλά κανένας.
«Είναι γιορτή κύριε! Και η γιορτή είναι για όλους», τραύλισε φοβισμένη η μικρή.
«Να πάτε σπίτια σας. Από εκεί που ήρθατε», τους απείλησε
«Σήμερα λέμε ευχές», είπε και το πίστευε ο μικρός.
«Να τις πείτε στην πατρίδα σας, στους δικούς σας», νευρίασε ακόμα περισσότερο.
«Εδώ είναι η πατρίδα μας», είπαν μαζί και μαζεύτηκαν τρομαγμένα.
Δεν τους απάντησε. Αρκέστηκε να τους κοιτάξει αγριεμένος.
«Κρυώνω...» παραπονέθηκε στην αδελφή του ο μικρός για να την πείσει να φύγουν.
Απογοητευμένοι και οι δυο συνέχισαν για τον επόμενο. Με την ελπίδα εκείνος να μην είναι τόσο μαλάκας όσο ο προηγούμενος.
Αφού έκαναν μερικά βήματα, η μικρή που είχε βουρκώσει, του ευχήθηκε.
«Καλές γιορτές. Μαζί με τους φίλους σας»
Τον κοίταξε στα μάτια, γύρισε το κεφάλι και απομακρύνθηκε κρατώντας από το χέρι τον αδελφό της.
Ο Τσουτσέκης δε θα φανταζόταν ποτέ πως τα λόγια ενός παιδιού θα τον χτυπούσαν τόσο. Κανένα δράμα και καμιά φωνή δε γινόταν να αλλάξει τον σκατοχαρακτήρα.
Όμως ο οίκτος του κοριτσιού σε μια στιγμή αδυναμίας λειτούργησαν έτσι, που για πρώτη φορά στη ζωή του, εκείνος ήθελε να ευχαριστήσει κάποιον.
Κατάλαβε το λάθος του και σηκώθηκε από το παγκάκι, όμως τα παιδιά είχαν ήδη προχωρήσει αρκετά.
«Σταθείτε», φώναξε μερικές φορές μέχρι να γυρίσουν και έτρεχε προς το μέρος τους.
Μόλις τον είδαν, τρομοκρατήθηκαν. Ποιος ξέρει τι θα τους έκανε.
Τσίριζαν και έτρεχαν μέσα στο πλήθος. Το ίδιο και ο Τσουτσέκης.
Σπάνια τα παρατούσε, ήταν αποφασισμένος να τα φτάσει και κόντεψε να τα καταφέρει.
Λίγο πριν τα σταματήσει, δέχεται μια τρικλοποδιά και σωριάζεται. Αμέσως μετά, δυο άντρες τον σηκώνουν, το παίρνουν καροτσάκι και τον πάνε κάπου απόμερα.
«Εσύ είσαι ρε καριόλη;» ρώτησε ο πιο δυναμωμένος, ένα θεριό, πόρτα σε κωλόμπαρο.
Όμως ο Τσουτσέκης δε κατάλαβε τίποτα. Δε μίλησε και η σιωπή του καλλιέργησε ακόμη περισσότερες υποψίες στους δυο τύπους.
«Λέγε ρε...» τον απείλησαν, βρήκαν άνθρωπο...
Φαίνεται πως κάποιος περίεργος είχε ενοχλήσει πιτσιρίκια νωρίτερα και εκείνοι βάλθηκαν να τον μαζέψουν. Αν ο αξιότιμος κύριος Τσουτσέκης ζούσε στον πραγματικό κόσμο και όχι στον δικό του, θα το είχε αντιληφθεί αμέσως.
«Σε παρακαλώ...» τους έκανε με μια έμφυτη υπεροψία.
Αυτό τους εξόργισε όσο έπρεπε για δώσουν το έναυσμα.
«Ελάτε, πιάσαμε τον ανώμαλο», φώναξαν και σε χρόνο ρεκόρ μια αγέλη από ντουλάπες περικύκλωσε τον Τσουτσέκη. Τότε μόνο συνειδητοποίησε που είχε μπλέξει.
«Μα τι λέτε; Είστε σοβαροί; Δεν είμαι αυτός», διαμαρτυρήθηκε.
«Τούτος είναι! Σίγουρα...» πετάχτηκε ένας απ’ τους πολλούς.
Η εντροπία του ανένδοτου όχλου. Πάντοτε αυξάνεται, ποτέ το αντίθετο.
Κανείς τους δεν έκατσε να ασχοληθεί με το αν ο κορδωμένος χαρτογιακάς ήταν αθώος ή όχι. Ήταν αρκετή μια διαπίστωση ώστε να γίνει κοινή για όλους.
Στα δευτερόλεπτα που το «Σίγουρα» πέταξε ως τα αυτιά των υπολοίπων, ο Τσουτσέκης είχε δικαστεί, είχε κριθεί ένοχος και ήταν αντιμέτωπος με την τιμωρία.
«Αφήστε με...» πρόλαβε να πει πριν η πρώτη γροθιά του κλείσει το στόμα.
Οι επόμενες έφτασαν από κάθε πλευρά μέχρι που δεν άντεξε.
Ξαπλώθηκε και κουλουριάστηκε για να αποφύγει τη μανία των αγνώστων.
Κάθε κλωτσιά και μια ερώτηση: «Θα το ξανακάνεις;»
Ο Τσουτσέκης δεν είχε καμία απάντηση.
Κάθε κλωτσιά και πόνος αφόρητος. Η μία μετά την άλλη.
Ο Τσουτσέκης δεν αισθανόταν καθόλου πόνο.
Λιποθύμησε αναίσθητος.
...
Όταν συνήλθε, ήταν τόσο μουδιασμένος που δε καταλάβαινε πόσο άσχημα ήταν χτυπημένος. Προσεκτικά, με αργές κινήσεις σήκωσε τον καρπό και σκούπισε τα μάτια του από το αίμα.
Διαπίστωσε πως τον είχαν παρατήσει πίσω από έναν κάδο και είχε νυχτώσει.
Κάποιος θα τον έψαχνε, υπέθεσε. Ήλπιζε μόνο να τον βρει σύντομα.
Προσπάθησε μα δε μπορούσε να σταθεί όρθιος. Σύρθηκε προς τον έρημο δρόμο, μήπως γίνει αντιληπτός.
Παραμονή Χριστουγέννων και για έναν ανεξήγητο λόγο, τα φώτα ήταν σβηστά.
Η πόλη γνωστή, μα στους δρόμους δε κυκλοφορούσε ψυχή ζώσα.
Ο αξιότιμος κύριος βρισκόταν αντιμέτωπος με τον πραγματικό του εαυτό.
Ένας άντρας πληγωμένος και μόνος.
Δεν υπήρχαν πλέον υποτακτικοί, διευθυντές, αναρχικοί και μπάτσοι.
Έψαχνε να ψελλίσει ένα όνομα για βοήθεια, δε του ερχόταν ούτε ένα.
Ούτε καν η καν η οικογένεια του, απ’ το σπίτι με την αυλή και το τσοντοκάναλο.
Μέχρι η γυναίκα και τα παιδιά του, έμεναν κοντά του για συγκεκριμένο λόγο.
Λόγο που έλειπε καθώς εκείνος εξακολουθούσε να έρπεται στα σκοτάδια.
Ακόμα και σε αυτή την άθλια κατάσταση, ο Ιωάννης Τσουτσέκης παρέμενε ένας ενοχλητικά περήφανος άνθρωπος.
Οι κινήσεις του υπενθύμιζαν πως πονούσε. Αντί να φωνάξει βοήθεια, εκλιπαρώντας για το έλεος κάποιου περαστικού, δαγκωνόταν από εγωισμό και συνέχιζε να σέρνεται.
Αν είχε ίχνος ελπίδας μέσα του, τότε μάλλον θα είχε απελπιστεί.
Ένοιωθε τις λιγοστές δυνάμεις να τον εγκαταλείπουν όμως δεν ήταν από εκείνους που θα έπεφταν χωρίς μάχη.
Ξάπλωσε ανάσκελα, κοιτούσε τον παγωμένο άναστρο ουρανό και έφερε τα δυο του χέρια στο στέρνο. Ουδέποτε προσευχήθηκε, για κανέναν και για τίποτα.
«Πίστεψε!», ψιθύρισε μια φορά.
Ο Τσουτσέκης, βρέθηκε να προσεύχεται. Από συμφέρον φυσικά, να σώσει το τομάρι του, αλλά κι αυτό πίστη δήλωνε.
«Πίστεψε!», επανέλαβε και δεν απευθυνόταν στον εαυτό του.
Ξανά και ξανά, δε σταμάτησε και δε απογοητεύτηκε.
Ένας Θεός ξέρει που ακριβώς απευθυνόταν, αλλά είχε αφιερωθεί σε αυτό.
«Πίστεψε!», συνέχιζε ώσπου ο νους του συντονίστηκε με τα λόγια.
Κάποια στιγμή κουράστηκε. Σιώπησε αλλά δεν έπαψε να σκέφτεται την ίδια φράση.
Έκλεισε τα μάτια και μαζί με τη φράση εμφανίζονταν οι φίλοι του!
Ξάφνου, αντιλαμβάνεται ένα γυναικείο βάδισμα. Ο ήχος από τα τακούνια πλησίαζε προς το μέρος του και καθώς γινόταν εντονότερος, γινόταν γρηγορότερος.
«Είσαι καλά;» ακούστηκε να του λέει μια κοπελίτσα όταν σταμάτησε.
Δεν έβγαλε λέξη, φανερά εξουθενωμένος. Εκείνη γονάτισε και με προσεκτικές κινήσεις, τον έφερε σε καθιστή στάση και τον άφησε να ακουμπήσει στον ώμο της.
«Σε σάπισαν», διαπίστωσε μόλις φάνηκαν τα σημάδια από το λιγοστό φως του δρόμου.
«Σε ευχαριστώ», απάντησε εκείνος κι έδειχνε να το εννοεί.
«Ω ρε πούστη, περίμενε», όταν πήρε χαμπάρι πως το καλό της φόρεμα γέμισε αίματα.
Κοίταξε το ρολόι της και είχε ήδη αργήσει στο ραντεβού της.
Αποκλείεται, δε θα προλάβαινε με τίποτα. Και δε μπορούσε να τον αφήσει έτσι.
Έβγαλε το κινητό της από το τσαντάκι και περιέργως δεν είχε σήμα.
«Όχι τώρα...» φώναξε κι έπειτα έβριζε αδιάλειπτα.
Ο Τσουτσέκης σήκωσε το δάχτυλο και εκείνη έσπευσε αμέσως πλάι του.
«Με λένε... Ιωάννη...», και ψηλάφισε για να βρει το πορτοφόλι του αλλά μάταια.
Τα παλικάρια είχαν ήδη στρώσει τραπέζι κάπου μακριά.
«Όχι τώρα ρε Γιαννάκη! Μετά αυτά...» θύμωσε και συνέχισε να ψάχνει σήμα.
Έβαλε τις φωνές. Κανείς δεν ανταποκρινόταν.
Τα είχε πάρει άγρια και μόλις το κατάλαβε έπιασε σφυγμό.
«Άκου...», την προέτρεψε.
«Δεν ακούω τίποτα! Ένα ρεπό είχα στον μήνα πάνω. Τρεις με περίμεναν και θα τη βγάλω με το σκήνωμα...» τα πήρε ξανά.
«Άκου...», επανέλαβε γιατί εννοούσε κάτι διαφορετικό.
Μόλις εκείνη σταμάτησε, πρόσεξε τρεις άντρες να πλησιάζουν.
«Γρήγορα!», τους κάλεσε.
Όμως αμέσως μόλις τους διέκρινε, έπαψε να είναι τόσο ενθουσιώδης.
Ήταν τρεις φαντάροι με πλήρη εξάρτηση. Περίπολος σωστή.
«Τι έγινε γκατζόλια; Επανάσταση;» ειρωνεύτηκε.
«Άδικα ψάχνεις σήμα, δε πιάνει εδώ» διευκρίνισε ο πιο παλιός.
«Τι λες; Πως κι έτσι;», συνέχισε με νεύρο.
«Εδώ πάνω στην ερημιά μανίτσα μου, πως να έχει σήμα;» την άφησε άναυδη.
«Σώπα μωρέ... Πόσο βύσμα είχες για να χτυπάς σκοπιά στα τσιμέντα; Μάθανε τώρα, όλοι οι τσάτσοι πνεύμα πουλάνε...» δε μαζευόταν πουθενά.
«Με τον πόνο μας παίζεις κοπελιά;» βόγκηξαν και οι τρεις μαζί, χορωδία!
Ο Τσουτσέκης παρατηρούσε τι γινόταν γύρω του και το μόνο που έκανε είναι να επαναλαμβάνει «Πίστεψε!»
Την πλέον πολυσύχναστη βραδιά της πόλης, τρεις φαντάροι και μια γκόμενα, λογομαχούσαν καταμεσής ενός έρημου δρόμου και τον αγνοούσαν πλήρως.
«Και δε μου λέτε παλικάρια... Τούτον εδώ τι θα τον κάνω;» απορίας άξιο.
Γύρισαν το βλέμμα τους και τον κοίταξαν προσεκτικά.
«Να τον πας πίσω, από εκεί που τον βρήκες...» σχολίασε ο τρίτος στη σειρά.
«Μα εδώ τον βρήκα, Με το κηδειόχαρτο παραμάσχαλα», διευκρίνισε εκείνη.
«Που; Εδώ;» ξαφνιάστηκαν.
«Ναι ρε σεις. Χύμα, στα σκουπίδια δίπλα...» είπε και έδειξε το σημείο.
«Ασ’τον εκεί τότε. Μεθαύριο θα περάσει το πλοίο της αγάπης!», πούλησε ένας πνεύμα, μα δεν έπιασε τιμή.
Ο αξιότιμος κύριος ήταν ένα μεγάλο βαρίδι. Έμειναν να τον κοιτάζουν όλοι, όμως κανείς τους δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες.
«Σειρούλες, θα αργήσουμε. Πρέπει να συνεχίσουμε», αγχώθηκε ο παλιός.
«Τι; Θα μας αφήσετε;» είπε έντρομη εκείνη.
«Δε γίνεται αλλιώς», δυσανασχέτησαν.
«Ρε παιδιά... Πάρτε τον μαζί! Θα μας μείνει! Χριστούγεννα είναι!», έσπειρε τύψεις.
«Αποκλείεται! Και πως θα τον δικαιολογήσουμε στον λοχαγό; Θα μπλέξουμε. Μας βλέπω να υπηρετούμε και του χρόνου τις γιορτές... Ξέχνα το....»
«Γαμώ τα στρατά σας φλώροι! Πεθαίνει ρε ο άνθρωπος!», ξεσπά και κλωτσά τον κάδο οργισμένη.
Ο πιο ψύχραιμος πλησιάζει τον Τσουτσέκη. Ρώτησε αν έχει δικούς του ανθρώπους όμως εκείνος έγνεψε αρνητικά. Όπως φάνηκε, ήταν μόνος. Φοβόταν όμως πως όλοι τους ήταν ικανοί να τον παρατήσουν.
«Μένω εδώ κοντά...» ψιθύρισε και ευτυχώς τον άκουσαν!
Έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις, και διαπληκτισμούς αποφάσισαν να τον κουβαλήσουν ως εκεί και να πάρει καθένας το δρόμο του. Οι φαντάροι άνοιξαν τον εξοπλισμό τους, συναρμολόγησαν ένα φορείο και αφού ανέβασαν τον αξιότιμο κύριο ξεκίνησαν.
...
Δύσκολη πορεία, ανηφορική και με την επιθετική κοπέλα σε διαρκή υπερένταση.
Όταν δε μάλωναν, οι ασθενείς συζητούσαν την άσχημη επικαιρότητα, τα προβλήματα και τα αδιέξοδα.
Για να μη πέσουν εντελώς χρονιάρες μέρες, σιχτίριζαν και έδειχναν προς τον Τσουτσέκη λέγοντας «τουλάχιστο είμαστε υγιείς».
Εκείνος, καμιά φορά ξεκολλούσε από τα «Πίστεψε!» και άκουγε. Προσπαθούσε να τους ενστερνιστεί, να καταλάβει και ίσως να τους εξηγήσει πως η πραγματικότητα ήταν διαφορετική από την περιγραφή τους.
Δεν ήθελε όμως να μπλέξει και έμεινε σιωπηλός.
Όλα έδειχναν πως σύντομα η οδύσσειά του θα έληγε και η επόμενη μέρα θα τον έβρισκε αισθητά αλλαγμένο. Μερικά τετράγωνα έμεναν ως το σπίτι του. Από εκεί και πέρα μπορούσε και μόνος του, ως συνήθως.
«Ένα αμάξι... δε μπορεί να εμφανιστεί ένα αμάξι... μας έχει φύγει ο πάτος», γκρίνιαξαν οι φαντάροι καθώς η διαδρομή γινόταν πιο ανηφορική.
Ήταν η Άγια Νύχτα, ήταν η τύχη του γκάβακα, κανείς τους δεν το φιλοσόφησε. Κι αυτό γιατί την ίδια κιόλας στιγμή ένα φορτηγό ερχόταν προς το μέρος τους.
Αιφνιδιάστηκαν αλλά έδρασαν αστραπιαία.
Παραμέρισαν το φορείο στην άκρη και στήθηκαν με τα όπλα σε μια γραμμή, σχηματίζοντας ένα πρόχειρο μπλόκο।
Ο οδηγός του φορτηγού πρόσεξε την ύστατη ώρα τρεις αλλόκοτους τύπους να κρατάνε τουφέκι και να του κάνουν σήμα να σταματήσει. Πανικοβλήθηκε και με άτσαλους ελιγμούς κόντεψε να καρφωθεί σε παραπλήσιο τοίχο.
Φρέναρε νευρικά και τα λάστιχα άφησαν ένα μαύρο αποτύπωμα μερικά εκατοστά πριν τα άρβυλα των φαντάρων.Ένα σακί από την καρότσα έσκασε χάμω και αμέσως τα πάντα καλύφθηκαν από ένα άσπρο πέπλο.
«Τι συμβαίνει; Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Τσουτσέκης ενώ σκέπαζε το πρόσωπό του.
«Σσσσσ... αστερόσκονη!» του αποκρίθηκε η τύπισσα που την είχε καταβρεί!
«Τι αστερόσκονη μωρή τρελή;» της φώναξαν τα φαντάρια που είχαν κοκαλώσει.
Η πόρτα του φορτηγού άνοιξε όσο γρήγορα έκλεισε και σοκαρισμένος ο οδηγός δεν ήξερε που να κοιτάξει και σε ποιόν να απευθυνθεί.
«Συγνώμη! Συγνώμη!» έσκουζε βήχοντας.
«Πρεζέμπορα, κοκάκια, δολοφόνε!» του έλεγαν οι φαντάροι που νόμισαν τα δικά τους...
«Αστερόσκονη!», επέμενε η τρελή
«Πίστεψε!», λαλούσε ο Τσουτσέκης.
Η μαγεία των Χριστουγέννων! Δεν έχει σημασία τι πιστεύει ο καθένας, αρκεί που βρίσκονται ξανά όλοι μαζί!
«Όχι ρε παιδιά. Αλεύρι του Θεού είναι! Απλό αλευράκι...» έλυσε το μυστήριο.
«Αλήθεια λέει», τον επιβεβαίωσε ο νέος που είχε ήδη δοκιμάσει την άσπρη σκόνη.
Ο οδηγός έβγαλε ένα τεράστιο κομμάτι μουσαμά και πήγε πάνω από τον κατάκοικο Τσουτσέκη. Σύντομα όλοι τους βρέθηκαν προφυλαγμένοι ώσπου να κοπάσει το αλεύρι.
«Μα καλά, παραμονή Χριστουγέννων και δουλεύεις;», τον ρώτησαν.
«Αφήστε με, πονεμένη ιστορία», κλάφτηκε εκείνος
«Δηλαδή;» ήθελαν να μάθουν.
«Έχετε δει μήπως μια ταινία που βγήκε πρόσφατα; Το Αόριστο Ολοκλήρωμα ονομάζεται...»
Δεν έλαβε απάντηση και συνέχισε.
«Η Τζολί γούσταρε τον Μπαντέρας, έρωτας μεγάλος. Μη φανταστείτε ποιότητα, μια μαλακία που γεμίζει τα σινεμά. Απλά υπάρχει μια σκηνή που τον ξυπνάει το πρωί και τον ταΐζει τρυφερά μουσταλευριά, χωρίς κουτάλι...» είπε με αναφιλητά.
«Ε, και λοιπόν;» δε κατάλαβαν γιατί τόσο δράμα.
«Τι λοιπόν; Από τότε που παίχτηκε το Αόριστο Ολοκλήρωμα, τηλεφωνά η κάθε βλαμμένη και παραγγέλνει να της έχω έτοιμη μουσταλευριά! Και που θα βρουν την καλύτερη μουσταλευριά; Στον Κουϊκάρα!»
«Και ποιος είναι ο Κουϊκάρας; Εσύ;»
«Ο ίδιος! Αυτοπροσώπως! Αρτοποιείο ο Κουϊκάρας!» καμάρωσε.
«Τόσο πολύ;» αναρωτήθηκε η τρελή που καλλιτεχνικά είχε μείνει πίσω.
«Τι λέμε... Χαμός... Αφού τέλειωσε το στοκ και τρέχω μεσ’ τη νύχτα!»
«Βοηθούς χρειάζεσαι; Σε κανά δίμηνο είμαστε με τη ροζαλία στο χέρι!» είπαν οι φαντάροι μήπως εξασφαλιστούν.
«Αν συνεχιστεί, να φέρετε και τους φίλους σας. Έχει πέσει άπειρη δουλειά»
«Όμως, αν είναι όπως τα λες... τι ανάγκη έχεις ώστε να δουλεύεις παραμονή;» τον τσέκαραν γιατί νόμιζαν πως έλεγε μούφες.
«Πάτε καλά; Αύριο είναι μεγάλη αργία. Πρέπει να παραδώσω πέντε νταλίκες μουσταλευριά! Οριακά προλαβαίνω...» γύρισε πάλι στην κλάψα.
«Καλές δουλειές και καλό κουράγιο τότε. Συγχαρητήρια!» τον ενθάρρυναν.
«Μη το πείτε πουθενά. Έτοιμος για φούντο ήμουν, με κάτι χρέη ως εδώ», είπε και έπιασε το τσουλούφι του.
Ο Κουϊκάρας κέρασε ζεστά τσουρέκια που είχε στο φορτηγό και ενδιαφέρθηκε για την κατάσταση του Τσουτσέκη. Υποσχέθηκε κιόλας, πως το επόμενο πρωινό θα κρατούσε λίγη από την κολασμένη μουσταλευριά. Έτσι, ως αντάλλαγμα για την ταλαιπωρία.
Καθώς έβαζε μπρος για τον φούρνο, προσφέρθηκε να μεταφέρει τον αξιότιμο κύριο ως το σπίτι του. Τι το ήθελε όμως;
Σχεδόν συγχρονισμένα, όλοι κοίταξαν τα ρολόγια τους για να διαπιστώσουν πως ελάχιστα έμενε ως τα Χριστούγεννα. Ξαφνικά όλοι θυμήθηκαν πως έπρεπε να πάνε κάπου και επικράτησε πανδαιμόνιο. Η τρελή ούρλιαζε πως έστω και σε αυτό το χάλι, έπρεπε να πάει στο ραντεβού της. Οι φαντάροι πως κινδύνευαν με φυλακή από το λοχαγό τους.
Και ο Τσουτσέκης ξανάπιασε τα «Πίστεψε!»...
«Πίσω παλάβω και στην ανάψαμε», τελικά επικράτησαν τα όπλα.
Απέναντι σε τρία τουφέκια που την στόχευαν, η τρελή έκανε πίσω και το τέλος της άγριας μάχης την βρήκε μόνη με τον Τσουτσέκη.
«Μάλλον ήταν γραπτό απόψε. Εσύ ήσουν το ραντεβού μου», διασκέδασε την ήττα.
«Θα μπορούσε...» γέλασε κι εκείνος.
«Έλα, στηρίξου πάνω μου. Αφού φτάσαμε ως εδώ, θα κοιμηθείς σπίτι σου απόψε» είπε και αργά προχωρούσαν προς τα εκεί, αλευρωμένοι, κάτασπροι σαν φαντάσματα.
Και σα να μη έφτανε μόνο αυτό, ο Γολγοθάς και η ταπείνωση, έπεφταν ψιχάλες...
Μέχρι να κοπάσουν τα καινούρια μπινελίκια της τρελής, ο ουρανός φώτισε από τις αστραπές για να μαρτυρήσει ένα άκρως νεφελώδες «προσεχώς».
Ξέσπασε μπόρα βαρβάτη, μα τίποτα δε πτοούσε πια το λασπωμένο ζευγάρι...
...
«Εδώ μένεις;» τον ρώτησε ασθμαίνοντας.
«Μάλιστα, φτάσαμε» είπε και την άφησε έπειτα από πολύ δρόμο.
«Να σε πάω ως την πόρτα;»
«Όχι, εντάξει. Θα τα καταφέρω».
«Άντε ρε Γιαννάκη, περαστικά. Σιδερένιος!»
«Λυπάμαι για όσα τράβηξες. Πέρασε αν θέλεις...»
«Για ένα ποτό; Άσε ρε μάγκα! Έχεις κοιταχτεί στον καθρέφτη;» αστειέυτηκε.
«Να γνωρίσεις τη σύζυγό μου. Μήπως χρειαστεί να σε πάει σπίτι σου»
«Μπα. Θα φάει μια φρίκη η γυναίκα. Μην της έρθει και δεύτερη καπάκι...»
«Έκανες τα πάντα για να με σώσεις. Κι εκείνη θα σε καλούσε μόλις το μάθαινε».
«Άλλη φορά. Ως εδώ ήταν γι’ απόψε. Φτου και βγαίνω!»
«Όπως νομίζεις. Πάντως δε θα ξεχάσω ποτέ. Σου χρωστάω».
«Δε χρωστάς τίποτα! Και για να κοιμηθείς ήσυχος, να ξέρεις πως μαζί σου πέρασα καλύτερα από το ραντεβού. Αν και ρε παιδί...»
«Τι;»
«Να... Στην αρχή... Όταν σε βρήκα...», κόμπιασε
«Ναι, τι;»
«Μου φάνηκες κομματάκι... ψόφιος!», λύθηκε στο γέλιο και αυτός σιγοντάρισε.
«Σε ευχαριστώ. Να βρεθούμε ξανά».
«Αύριο, νωρίς, από τα χαράματα. Τζάμπα μουσταλευριά, να μη δοκιμάσουμε;»
«Μείνε ήσυχη. Αν και ως τότε, θα στην έχω φέρει ο ίδιος»
«Άντε μπράβο! Να δω και με τι μάπα ξυπνάς κάθε πρωί!»
«Καλά Χριστούγεννα...» πήγε να ευχηθεί μα μόλις τότε κατάλαβε πως κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς του, δεν ενδιαφέρθηκε ούτε μια φορά να μάθει το όνομα της.
«Γεωργία... Γεωργία με λένε», τον έβγαλε από τον κόπο.
«Καλά Χριστούγεννα Γεωργία… Γεωργία τι;»
«Γεωργία η τρελή. Καλά Χριστούγεννα Γιαννάκη», είπε και πήγε να τον φιλήσει για το τυπικό αλλά βλέποντας το χάλι, το άφησε για κάποια άλλη στιγμή.
«Μπες τώρα, είσαι μούσκεμα. Αντιβιοτικό με παυσίπονο δε πάει»
Την αποχαιρέτησε και έμεινε να τη χαζεύει καθώς απομακρυνόταν.
Ήξερε πως θα την ξανάβλεπε, ήθελε να την ξαναδεί.
...
Γεμάτος μελανιές, τύψεις και εμπειρίες έφτασε ως την κεντρική πόρτα. Χωρίς κλειδιά αναγκάστηκε να χτυπήσει το κουδούνι παρά την προχωρημένη ώρα.
Έτσι κι αλλιώς, θα προκαλούσε αναστάτωση αν και η γυναίκα του δε έπαυε να ήταν μια σωστή... Τσουτσέκη. Ανέπνεε για τον εαυτό της και γερνούσε από συμφέρον.
Μια σκιά φάνηκε πίσω από την πόρτα και μια άγνωστη γριά υποδέχτηκε τον αξιότιμο κύριο στο σπίτι του.
«Θεέ μου!» ξαφνιάστηκε ταχύτερα από τον ίδιο και άνοιξε διάπλατα να περάσει.
Μη αντέχοντας νέες ερωτήσεις, ο Τσουτσέκης προτίμησε να ηρεμήσει παρά να ικανοποιήσει περαιτέρω την περιέργειά του.
Έλα όμως που όλα ήταν διαφορετικά!
Κοίταξε στο σαλόνι και αντί για τη γνώριμη εικόνα αντίκρισε ένα μεγαλειώδες βλαχομπαρόκ σκηνικό. Κουνιστές πολυθρόνες, εργόχειρα, κρεμαστά ρολόγια και σκονισμένοι πολυέλαιοι.
Τα πάντα είχαν αλλάξει. Εκεί που άφηνε τους φακέλους με τα μάστερπλαν κείτονταν το πρόγραμμα της τηλεόρασης με εξώφυλλο τον Λιάγκα, ενώ οι προθήκες με τα κατορθώματα του είχαν αντικατασταθεί με ταγάρια παντός είδους!
Δεν ήταν ο κόσμος του αυτός! Πουθενά.
«Έχεις χτυπήσει άσχημα! Χρειάζεσαι βοήθεια!» παλάβωσε η γριά.
Στη βιασύνη της σκόνταψε και πεσμένη καλούσε διαρκώς το γιο της.
Θόρυβος και πανικός. Κάποιος κατέβαινε βίαια τις σκάλες.
«Εσύ;;;;;»
Πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή...
Ο τύπος που ξύπνησε απότομα ήταν ο ίδιος που τον γράπωσε στο πάρκο. Εκείνος που ξεκίνησε τούτο το μαρτύριο και φυσικά, μέρα ή νύχτα, εκείνος που δεν έπαιρνε από λόγια!
«Τι ζητάς εδώ ρε ανώμαλε;;;;;» μούγκρισε κάτι που έμοιαζαν με λέξεις.
«Σπίτι μου;;;;»
«Αλήτη!!!!!!!!!» έσκουζε η γιαγιά που άλλαξε τροπάριο στο φτερό.
«Θα σε λιώσω παλιοκερατά. Έχεις λήξει!!!!!» είπε και όρμησε καταπάνω του.
«Έχεις λήξει!!!!!» και η γιαγιά!
Αφημένος στη μοίρα του και αδυνατώντας να προβάλει αντίσταση, ο Τσουτσέκης ήταν συμβιβασμένος για ακόμα έναν γύρο ξύλου μέχρι θανάτου.
Ξέφρενος και υπό τις προτροπές της μάνας, ο αγανακτισμένος τραμπούκος αρπάζει μια καρέκλα και με μανία χτυπούσε τον απρόσκλητο επισκέπτη όπου έβρισκε.
Αλύπητα. Δυστυχώς.
...
Γεννιέσαι Τσουτσέκης. Πεθαίνεις Τσουτσέκης.
Έτσι έγραφε ο παππούς του στον πόλεμο.
Το δωμάτιο όμως έγραφε 404. Και ο αξιότιμος κύριος μπορεί να μην το είχε επισκεφτεί ποτέ, όμως σύντομα διαπίστωσε πως επρόκειτο για τις σουίτες στη νέα πτέρυγα του νοσοκομείου.
Εξάλλου αυτός είχε υπογράψει κάποτε για να περαιωθούν.
Πριν συνειδητοποιήσει πως τα τραύματα και οι μελανιές είχαν χαθεί από το κορμί του, γύρω του εμφανίστηκαν μισή ντουζίνα γνώριμοι υποτακτικοί.
«Συνήλθατε!» είπαν τραγουδιστά με ένα στόμα, μια φωνή.
«Γιατί είστε εδώ; Και γιατί είμαι εγώ εδώ;» προσπάθησε να έλθει σε επαφή.
«Ανησυχήσαμε. Μόλις μάθαμε πως λιποθυμήσατε....» έγλυφαν όσο μπορούσαν.
«Λιποθύμησα;;;» τζάμπα τόσο βρομόξυλο.
«Μάλιστα, χτες το πρωί. Ήσασταν στο κέντρο, προφανώς για τα κάλαντα. Αισθανθήκατε μια αδιαθεσία. Κάποιοι είπαν πως σας είδαν να τρέχετε...»
«Ναι, αυτό θυμάμαι κι εγώ...»
«Χτυπήσατε ελαφρά στο μέτωπο. Επιφανειακές αμυχές που τώρα σχεδόν εξαφανίστηκαν. Ο διευθυντής του νοσοκομείου έμαθε για το περιστατικό και διέταξε να υποβληθείτε σε εξονυχιστικές εξετάσεις πριν το εξιτήριο...»
«Και τι βρήκαν οι γιατροί;»
«Ευτυχώς τίποτα!», έλαμψαν από ικανοποίηση.
«Η οικογένειά μου; Ενημερώθηκε;»
«Αξιότιμε κύριε...» είπαν και κοιτάζονταν μεταξύ τους χωρίς τόλμη.
«Μιλήστε ελεύθερα. Παρακαλώ.»
«Όταν πληροφορήθηκε η σύζυγός σας, πήρε τα παιδιά και έφυγε. Την ψάξαμε όμως εκείνη ζήτησε να μην την ενοχλήσουμε ξανά. Είπε...»
«Πως ήταν μια ευκαιρία να με εγκαταλείψει, σωστά;»
«Κατέθεσε ήδη αίτηση διαζυγίου. Λυπόμαστε πολύ».
«Να μη λυπάστε καθόλου»
«Θα είμαστε έξω εφόσον μας χρειαστείτε...» ενημέρωσαν και μπήκαν στη σειρά.
«Κύριοι...» τους πρόλαβε πριν φύγουν.
«Κύριε διευθυντά...» έμειναν στο standby
«Δε θα σας χρειαστώ... Σας ευχαριστώ... Καλά Χριστούγεννα», είπε με μια φυσικότητα που τους έκανε να ανατριχιάσουν.
Ποτέ ξανά ο αξιότιμος κύριος Τσουτσέκης δε τους μίλησε τόσο ανθρώπινα.
«Επίσης, μπορείτε να μου απευθύνεστε κανονικά. Με το όνομά μου»
Τον κοίταξαν παράξενα, προβληματισμένοι.
«Μάλιστα κύριε Ιωάννη...»
«Γιαννάκης, σκέτο. Φυσικά όταν συνεδριάζουμε, πουθενά αλλού», ξεκαθάρισε
Ευχήθηκαν με τη σειρά τους καλές γιορτές και εξαφανίστηκαν. Διατήρησαν βέβαια επιφυλάξεις, μήπως η ανθρώπινη συμπεριφορά του Τσουτσέκη διαρκούσε όσο και η νοσηλεία του. Πότε δε γίνεται να είσαι απόλυτα σίγουρος.
Το δωμάτιο άδειασε και ο διευθυντής των διευθυντών προσπαθούσε να χωνέψει πως όλες οι έντονες και παράλογες στιγμές δεν ήταν παρά αποτέλεσμα μια ανεπαίσθητης διάσεισης.
Στεναχωρήθηκε για τα παιδιά του και θα άφηνε στους δικηγόρους τη λύση, όχι όμως για τη γυναίκα του. Δεν το ένοιαξε καν πως ένα διαζύγιο θα του έκοβε πόντους στις παρέες των ισχυρών.
Και μεταξύ μας, πρέπει να έπαψε να σκέφτεται την εξουσία με τον ίδιο τρόπο.
Το ήξερε, μα έτσι για αλλαγή, το αισθανόταν κιόλας.
Πως δεν ξύπνησε μετά από μια περιπέτεια, αλλά μετά από μια ολόκληρη ζωή.
Στην νέα του αρχή φαινόταν να ξεκινούσε ακριβώς όπως τέλειωσε η προηγούμενη.
Μόνος.
Γύρισε στο κρεβάτι και άνοιξε την τηλεόραση που είχε προγραμματιστεί στα ντοκιμαντέρ. Του ήταν αδιάφορο πλέον.
Έβαλε ειδήσεις, ήθελε να συνεχίσει τις εξελίξεις χωρίς αυτόν.
Τότε διαπίστωσε πως η πραγματικότητα ταίριαζε περισσότερο με εκείνη των φαντάρων παρά με τη δική του.
«Α ρε γκαζόλια», μονολόγησε.
Προβλήματα, αδιέξοδα, μιζέρια σε ένα δελτίο που ξεκίνησε δίνοντας ευχές.
Πόσες συγκινήσεις να άντεχε πια ο κύριος Τσουτσέκης;
«Άγνωστο», θα ήταν μια ασφαλής απάντηση!
....
Είχε αφεθεί στις άσχημες ειδήσεις. Ήξερε πως αν έμενε εκτεθειμένος στα δελτία, σύντομα θα αποκτούσε παραστάσεις ενός κανονικού ανθρώπου.
Άκουγε την παρουσιάστρια να βαράει στο ψαχνό, περνώντας από το ένα θέμα στο άλλο, όμως δε τον πείραζε ιδιαίτερα.
Φαινόταν πως διασκέδαζε να απαγγέλλει μαύρα μαντάτα για να μπορεί στο τέλος να μοιράζεται τα βαθιά συναισθήματά της. Θλίψη, πόνο, ντροπή και καμιά φορά χαρά, έτσι για να σπάει η μονοτονία. Μάλλον για την τύπισσα πίσω από το γυαλί τα νέα αναδείκνυαν την εκφραστικότητά της, τίποτα περισσότερο!
Καταπληκτική ερμηνεία έδωσε όταν περιέγραφε ένα μαφιόζικο δολοφονικό χτύπημα. Δάκρυ, όνειδος και η ικανοποίηση του σιωπηλού εκδικητή. Ο τόπος και ο τρόπος του εγκλήματος, η στιγμή και οι μάρτυρες, το σκοτεινό παρελθόν του θύματος και η ανικανότητα των υπευθύνων.
Έλεγε, έλεγε, ό,τι θυμόταν το έλεγε.
Ίσως για να γεμίσει χρόνο. Παραμονή Χριστουγέννων δεν υπάρχουν πολλές ειδήσεις.
Στο φινάλε και αφού του είχε πλέξει έναν αξιοζήλευτο επικήδειο, προβάλλεται φωτογραφία του εκλιπόντος, ενόςνονού της νύχτας।
Και ποιος ήταν αυτός;
Ο αγανακτισμένος τραμπούκος!
Που έμενε με τη μάνα του, μούγκρισε σε κάθε του φράση και ως χόμπι είχε να στέλνει τον Τσουτσέκη στον αγύριστο!
«Αν όμως, αυτός που με σκότωσε πέθανε κι εγώ είμαι ζωντανός, τότε...»
Τότε καλέ μου Ιωάννη, μη μιλάς καθόλου, καλές γιορτές, του χρόνου σπίτια μας!
Πριν καταφέρει να χωνέψει τι και πως, μια δεύτερη τραγική είδηση φρόντισε να του εξαφανίσει κάθε λογικό επιχείρημα.
Κάπου στα σύνορα, πάνω στον Έβρο, μια περίπολος γυρνούσε στο φυλάκιο. Όμως οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και η απειρία τους έριξε το τζιπάκι στο ποτάμι. Τρεις νέοι χάθηκαν άδικα.
«Τα φαντάρια! Πάνε...», παραμιλούσε και έκλαιγε.
Είχε χάσει την ψυχραιμία του, αλλά έκανε όση υπομονή μπορούσε.
Έπρεπε να μάθει τι απέγινε η Γεωργία. Η τρελή, ο μοναδικός άνθρωπος που τον βοήθησε ποτέ χωρίς συμφέρον και ανταλλάγματα.
Το δελτίο τέλειωσε και καμία αναφορά δεν έγινε σε κάποια γυναίκα.
Έτρεμε κι αγωνιούσε. Δεν ήθελε να αντιμετωπίσει τέτοια σκληρή μοίρα.
«Πίστεψε!», σα να επαναλάμβανε σιωπηλά.
Ήταν ανήσυχος, πήγαινε πάνω κάτω και δεν ήξερε τι να κάνει.
Ντύθηκε με ό,τι βρήκε και περιπλανιόταν σ’ ένα στολισμένο νοσοκομείο.
Μπρος στο θέαμα του υπέρτατου διευθυντή, όλοι αναστατώθηκαν και ο αξιότιμος κύριος δεν άργησε να βρει ένα επιτελείο παρατρεχάμενων στα λευκά ξωπίσω του.
Εκείνος κοιτούσε, έψαχνε για ένα πρόσωπο και μια απάντηση. Πουθενά....
«Πως μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε;» τον ρωτούσαν.
Τους αγνοούσε και συνέχιζε τη μάταιη αναζήτηση.
«Χρειάζεστε κάτι;» αντιλαλούσε στους διαδρόμους.
Ώσπου κουρασμένος, ο Τσουτσέκης σταμάτησε σε ένα κάθισμα και μαζί του ολόκληρη η λευκή κουστωδία.
«Ψάχνω τη Γεωργία...» τους είπε χωρίς να γίνει κατανοητός.
Έμειναν να τον κοιτάζουν χωρίς να τον καταλαβαίνουν.
«Ψάχνω τη Γεωργία γιατί φοβάμαι πως έπαθε κακό...», επανέλαβε.
Σίγουρα θα υπήρχαν πολλές Γεωργίες σε ένα γεμάτο νοσοκομείο.
«Ψάχνω τη Γεωργία, μια νεαρή γυναίκα, μια τρελή...» ξέσπασε σε λυγμούς.
Στέκονταν παγωμένοι και δεν ήξεραν πως να φερθούν σε κάποιον που υποφέρει.
Ένας γιατρός πήγε να του δώσει ηρεμιστικά αλλά δε τόλμησε.
«Φύγετε σας παρακαλώ» σχεδόν τους διέταξε.
Κανείς όμως δεν υπάκουσε.
Μια νοσηλεύτρια είχε βουρκώσει από το κλάμα του άλλοτε σκληρού. Γύρισε την πλάτη στους συναδέλφους και έκανε σα να αναζητά το όνομα στη λίστα με τους ασθενείς.
«Παρακαλώ συνεχίστε την εργασία σας», τους προέτρεπε κάθε τόσο.
Άδικος κόπος.
Τότε η νοσοκόμα, πετάγεται εκστασιασμένη και αναφωνεί:
«Υπάρχει Γεωργία! Αξιότιμε κύριε, η Γεωργία υπάρχει!»
Οι συνάδελφοί της προσπάθησαν να την μαζέψουν, γιατί νόμιζαν πως με την αυθάδειά της η νοσηλεύτρια σύντομα θα έμπλεκε με την οργή της εξουσίας.
«Αλήθεια; Ζει;» έλαμψε ο Τσουτσέκης και σχεδόν την αγκάλιασε.
Εκείνη απέφυγε να του πει.
«Που είναι;» επέμενε μέχρι να λάβει απάντηση.
«Που είναι η Γεωργία;» την έπιασε από το γιακά ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να τον απομακρύνουν.
«Στη εντατική... Βαριά...»
Του εξήγησαν πως μια εγχείριση ρουτίνας δε πήγε καλά. Η Γεωργία από το πουθενά, βρισκόταν να χαροπαλεύει σε κώμα. Δε λάδωσε τα λαμόγια που χρόνια ο Τσουτσέκης έτρεφε, με αποτέλεσμα να την αφήσουν έρμαιο της τύχης της.
Εκτός εαυτού, εκείνος έβριζε και απειλούσε μα όταν κατάλαβε πως δεν οφελούσε, τους άφησε και έσπευσε να την αντικρίσει.
Πράγματι, η δική του Γεωργία ήταν διασωληνωμένη. Και μόνη.
Έδιωξε την κουστωδία κι έμεινε από πάνω της.
«Έχεις κοιτάξει τα δικά σου μούτρα τελευταία;» της ψιθύριζε.
«Ήθελες και ραντεβού, πανάθεμά σε...» την πείραζε αλλά δε άκουγε τίποτα παρά τον μακάβριο ήχο από τα μηχανήματα υποστήριξης.
Της έπιανε το χέρι μα ήταν παγωμένο.
Ένας Τσουτσέκης δε τα παρατά. Εξάλλου αν δεν εμφανιζόταν η τρελή, ίσως να μην πίστευε ποτέ του. Μέσα του είχε οργή αλλά και απογοήτευση μα προσπαθούσε να διατηρήσει την πίστη που μόλις ανακάλυψε.
Δεν μπορούσε παρά να ελπίζει.
Κατευθύνθηκε στον ενδιάμεσο χώρο της εντατικής. Εκεί παρέμενε διαρκώς η νοσοκόμα που φρόντιζε την τρελή.
«Πείτε μου κάτι...» της τράβηξε την προσοχή.
«Παρακαλώ»
«Μήπως έχετε δει το Αόριστο Ολοκλήρωμα;» της είπε με μια απάθεια που την παραξένεψε.
«Την ταινία με τον Μπαντέρας; Δυστυχώς όχι ακόμα. Εσείς;» είπε δίχως να ξέρει τι ακριβώς έπρεπε να απαντήσει.
«Εγώ καρδιά μου τα έχω δει όλα...» γέλασε έπειτα από πολύ καιρό.
«Πες μου κάτι ακόμα...» συνέχισε.
«Ξέρεις αν υπάρχει φούρνος με το όνομα Κουϊκάρας;»
«Απ’ όσο γνωρίζω, είναι προμηθευτής του νοσοκομείου...»
«Ξέρω θα ακουστεί περίεργο. Γίνεται όμως να παραγγείλεις δυο κούπες μουσταλευριά;», ζήτησε και την έκαψε εντελώς.
Σε λίγο, ένας διανομέας άφησε στον προθάλαμο το χάρτινο κουτί με τα γλυκά.
«Κερασμένα από τον Κουϊκάρα. Είμαστε εντάξει...» είπε βιαστικά και έφυγε.
Ο Τσουτσέκης παρακάλεσε τη νοσοκόμα να τους αφήσει μόνους για πέντε λεπτά.
Έκλεισε την πόρτα και άνοιξε το κουτί.
Με το δάχτυλο, έκλεψε λίγη μουσταλευριά και την άλειψε στα χείλη του.
Έσκυψε πάνω από τη τρελή και απαλά της έδωσε ένα φιλί, κρατώντας ξανά το χέρι της. Έμεινε έτσι κάμποσο και μέσα του ζητούσε επίμονα να ξυπνήσει.
Ήταν τότε που τα μηχανήματα έβγαζαν ήχους φάλτσους και τα μπλιπ γίνηκαν μουσική. Η Γεωργία κούνησε τα δάχτυλά της. Άνοιξε τα μάτια για να συναντήσει τα δικά του.
Εκείνος έκανε πίσω και χαμογέλασε.
«Ρε Γιαννάκη!» ήταν τα πρώτα της λόγια.
«Σου είχα υποσχεθεί μουσταλευριά το πρωί», της είπε
«Ρε Γιαννάκη! Γαμώ το κέρατο μου! Κολλάω ολόκληρη», ναι ήταν η Γεωργία!
«Πες πως είσαι η Τζολί!», την καλωσόρισε
«Θα σου ‘λεγα ποια είμαι τώρα... Πουτάνα όλα ρε Γιαννάκη! Έλεος!»
Μερικοί άνθρωποι δεν εκτιμούν καθόλου την τέχνη!
Η νοσοκόμα άκουσε τις φωνές και εισέβαλε αιφνιδιαστικά.
«Θαύμα!» φώναξε.
«Γάμησε τα, κοπελιά! Φέρε κανά χαρτομάντιλο!» τα δικά της η ασθενής
Ο Τσουτσέκης έφυγε για λίγο. Κανόνισε να μεταφέρουν τη Γεωργία σε σουίτα και περίμενε μέχρι να καλμάρει από το σοκ.
Θα έμενε δίπλα της.
Τηλεφώνησε και η γυναίκα του. Δε το σήκωσε…

Καλά Χριστούγεννα! Σε όλους εσάς!
Τους φίλους, τους γνωστούς και τους άγνωστους.
Σε εκείνους που περάσαμε μαζί τις γιορτές.
Σε εκείνους που δε καταφέραμε να μιλήσουμε στις γιορτές.
Στους ανθρώπους που ήθελα να δωρίσω κάτι αλλά φέτος δε με παίρνει.
Για όλους αυτούς που σε μικρό ή μεγάλο βαθμό,
κρύβουν έναν Τσουτσέκη μέσα τους.
Είναι γιορτή απόψε, χαρείτε όπου κι αν βρίσκεστε, όπως ακριβώς το θέλετε!

Δε έχει τεράστια σημασία αν ήταν καλή ιστορία ή όχι.
Έτσι πιστεύω δηλαδή.
Μου αρκεί που τη δεχτήκατε και ίσως τη διαβάσατε.
Σας ευχαριστώ πολύ, τον καθένα από σας ξεχωριστά.

Το ίδιο και στους 26 φίλους που βοήθησαν, συμμετέχοντας με μια λέξη

Στην Μυρτώ, στον Δήμο, στον Τάσο, στην Στέλλα, στον Χρήστο, στον Γιάννη, στον Δημήτρη, στην Πώλα, στην Φάϊκχαμ, στη Χριστίνα, στη Λυδία, στον Μπεν, στην Στρατούλα, στον Σπύρο, στην Ελευθερία, στην Αγγελική, στη Λιλή, στη Βίβιαν, στην Αναστασία, στον Τσαγκ, στη Βάσω, στη Σταυρούλα, στη Βασιλικούλα, στην Αντιγόνη, στον Μήτσο, στη Φωτεινή

Καλές γιορτές και πάλι!