Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Παρ'τον φούρνο και τρέχα

Θυμάμαι έναν τύπο που εμφανιζόταν κάθε τέρμινο.
Δεν ήταν ο μοναδικός, όμως εκείνος είχε εμμονή με το ζήτημα.
Την γυναίκα των ονείρων του.
Στην αρχή νταλαβεριζόταν με μια μικρούλα. Καλή, χρυσή αλλά σε κάθισμα μπαρ δεν έφτανε να καθίσει. Έτσι δηλαδή τη φανταζόμουν από τις περιγραφές του.
Κάποτε την έφερε μαζί του και γνώρισα από κοντά τη Ντίνα.
Καμία σχέση. Βρομόστομα χωρίς τρόπους και εκείνο που την έκανε να ξεχωρίζει από διάφορα οικόσιτα ερπετά ήταν ένα δίπλωμα οδήγησης που επιδείκνυε ως το σημαντικότερο επίτευγμα στη ζωή της.
Αμάξι δεν είχε, πια. Το είχε στουκάρει ώσπου το αχρήστευσε, όμως μικρή σημασία είχε. Εφόσον τα έβρισκαν μεταξύ τους δεν είχα κανένα λόγο και κίνητρο ώστε να μιλήσω αρνητικά.
Έτσι την ανέφερε συνέχεια. Σαν τη γυναίκα της ζωής του.
Μέχρι που ξέχασα πως την έλεγα. Ίσως και εκείνος, γιατί μετά από ένα διάστημα ανακάλυψαν πως δε ταίριαζαν τόσο πολύ και χώρισαν.
Το ενοχλητικό του θέματος ήταν πως έπειτα συνέχιζε να μιλάει για την ίδια χωρίς να κολλήσει σε ασήμαντες λεπτομέρειες, όπως πως είχε να τη δει κοντά ένα χρόνο και τα σχετικά.
Όταν ακούς και δε μιλάς, στρώνεις χαρακτήρα λένε και τους πιστεύω.
Έτσι τον άφηνα να ξεδιπλώνει τον πόνο του δίχως τη παραμικρή σφήνα.
Στο εντωμεταξύ, το αποκρουστικό θηλυκό είχε πλαστεί σε μια δίμετρη καλλονή, με ξεχωριστές καμπύλες, γεμάτη συμπόνια και ανθρωπιά που μόλις αποφοίτησε από το Εμαϊτι, την κάλεσαν να τρέχει στο Ακρόπολις.
Ο έρωτας είναι τυφλός, γι αυτό μερικοί τον φωνάζουν ύπνο βαθύ.
Την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, δυστυχώς με πέτυχε νευριασμένο. Μη διαθέτοντας την απαραίτητη υπομονή πετάχτηκα κάποια στιγμή και ξεστόμισα:
«Δεν υπάρχει η γυναίκα των ονείρων σου. Αν θες να τη ξαναβρείς τόσο πολύ, πέσε και κοιμήσου» ή κάτι παρεμφερές με την ίδια κατάληξη, δε θυμάμαι.
Ακόμη έχω τύψεις, όμως πως μεσ’ τις άκρες εκεί καταλήγω.
Θεωρώ πως λάθος για οποιονδήποτε άνθρωπο να πλάθει ανύπαρκτους χαρακτήρες κι έπειτα να ψάχνει μάταια, απογοητεύοντας κάθε κοντινή ρεαλιστική περίπτωση και κυρίως τον εαυτό του.
Πάνω στην κουβέντα και πριν φύγει, μάλλον οριστικά, πρόλαβα να του εκφράσω τη δική μου εκδοχή. Ότι γυναίκες των ονείρων υπάρχουν για τον καθένα, όμως δεν είναι αυτές που ενδεχομένως νομίζει πως είδε στον ύπνο του.
Είναι εκείνες που θα τον επηρεάσουν τόσο, θα υποβαθμίσουν όποια ελαττώματα κουβαλάνε και θα του επιτρέψουν να ονειρεύεται.
Μια τέτοια ίσως να ήταν η Ντίνα, το σαμιαμίδι του!
Δεν είχε σημασία πλέον, γιατί ήδη τον είχα ξενερώσει σε σημείο παρεξήγησης και του κατέστρεψα κάθε ευχαρίστηση έβρισκε έως τότε.
Αγνοώ αν ο συγκεκριμένος τύπος έπαψε να εκθειάζει την γυναίκα των ονείρων του ή απλά άλλαξε στέκι...
Συχνά όμως σκέφτομαι με πόση αγένεια τον αντιμετώπισα και έχω τύψεις.
Ανούσιες συζητήσεις, που αν δε γίνουν μονόλογοι, συχνά έχουν άδοξο τέλος.
Δε θα έγραφα τίποτα αυτό το αδιάφορο περιστατικό, αν δεν έμπλεκα πριν λίγο καιρό σε μια περίεργη ιστορία που είχε να κάνει με τη δική μου γυναίκα τον ονείρων.
Βέβαια, υπάρχει και τέτοια.
Νύχτα τη γνώρισα, μέρα την έμαθα. Και πριν καταλήξω σαν τον παραπάνω τύπο, την έχασα και σπάνια αναφέρομαι σε αυτήν.
Είχε όλα τα κακά του κόσμου και μυαλό πλυντήριο. Έπαιρνε στροφές μονάχα εφόσον λειτουργούσε στο κατάλληλο πρόγραμμα. Όμως δε με ένοιαζε γιατί, κόψε από εδώ, ράψε από εκεί, είχε καταφέρει να με κερδίσει ώστε κάθε φορά που την έφερνα στο μυαλό, να μπορώ να ονειρεύομαι.
Είναι περίεργη και ίσως αυτή να ήταν η μοναδική μας επαφή. Και όμορφη αρκετά, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Την θυμάμαι με απίθανες αφορμές, όπως τις προάλλες.
Μόλις είχα ξυπνήσει, έπινα καφέ και προσπαθούσα να ακούσω κανένα κομμάτι στο ραδιόφωνο, αν δεν είχε διακόψει για διαφημίσεις.
Τότε πετάγεται μια μαλακισμένη φωνή τηνέητζερ σε ροζ τηλέφωνο και προέτρεπε να πληκτρολογήσω τον μαγικό αριθμό που όπως ισχυριζόταν θα με οδηγούσε στη... γυναίκα των ονείρων μου.
«Πήραμε, δώσαμε, φτάνει», πρέπει να ψέλλισα.
Ευτυχώς δηλαδή που εμφανίστηκε η λεγάμενη στο νου από το πουθενά, γιατί διαφορετικά θα το προχωρούσα στο «έκλεισα ως άντρας» και τα συναφή.
Άτιμο πράγμα τα ραδιόφωνα στις μέρες μας. Μπορεί να σε πετύχουν την πιο ακατάλληλη στιγμή και να σε οδηγήσουν σε περίεργα τριπάκια.
Γι αυτό κι εγώ το έκλεισα.
Δεν έπαψα να τη σκέφτομαι όμως. Το παθαίνω συχνά. Δεν ορκίζομαι πως θα ήθελα να την συναντήσω ξανά, αλλά τη σκέφτομαι. Γιατί η εικόνα της μ’ ευχαριστεί και με κάνει να ξεχνιέμαι.
Επικοινωνούμε ακόμα, όχι όπως παλαιότερα αλλά δε ξεκόψαμε ποτέ. Και έτσι μαθαίνω από την ίδια νέα της, χωρίς να χρειαστεί να συλλογίζομαι διάφορα. Τα βασικά έστω...
Πέρασε καιρός που είχαμε να μιλήσουμε, αλλά επειδή έχουμε και δουλειές να κάνουμε, δε μπήκα στο κόπο να το σκεφτώ έτσι. Γιατί αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε.
Την είχα αφήσει ακόμα μακριά, δυο πτήσεις δρόμο, να ασχολείται με τα εργαστήριά της και να έχει προσωπική ζωή που δε ήταν απαραίτητο να γνωρίζω με λεπτομέρειες.
Αυτές οι δύο πτήσεις με είχαν πληγώσει περισσότερο μιας και η απόσταση είναι επώδυνο πράγμα. Που αν δε το υποψιάζεσαι εξ’ αρχής, θα φανεί μόνο του στην πορεία.
Δε βαριέσαι, περασμένα ναι ξεχασμένα όχι, την είχα αράξει για λίγο. Χωρίς αυταπάτες θυμόμουν γιατί τη αγαπώ και ένοχα φανταζόμουν πως θα ήταν αν με είχε συνδέσει με τη ζωή της και όχι με Κάϊρο...
Για λίγο όμως, γιατί χτύπησε το τηλέφωνο, το πραγματικό, όχι το ροζ. Αυτά παθαίνει όποιος την γυναίκα για τον ύπνο τη βιώνει και στον ξύπνιο.
Άγνωστος αριθμός. Παρόλο που βρίσκομαι σε φάση να ανησυχώ με αριθμούς που δε γνωρίζω, τη δεδομένη στιγμή θα ωφελούσε μια κάποια επαναφορά στον κανονικό κόσμο.
Σίγουρα, μια ιστορία διαβάζετε, όμως ήταν εκείνη!
«Τι κάνεις;» ρώτησε χωρίς να καίγεται για απάντηση.
Πόσο τελειωμένος θα ακουγόμουν αν της έλεγα την αλήθεια...
«Εδώ μωρέ, προβλήματα...», κλάφτηκα.
«Μπορείς να έρθεις για λίγο;» έκανε το σκηνικό ακόμη πιο σουρεαλιστικό.
Ναι, αμέ. Μισό να φορέσω κάτι πάνω μου, να φτιάξω μια βαλίτσα και σε καμιά δεκαριά ωρίτσες, εάν υπάρξει ανταπόκριση θα βρίσκομαι έξω από την πόρτα σου!
«Μα εσύ δε βρίσκεσαι στη...», ξεκίνησα κάτι ανούσια μήπως λάβω τίποτε ουσιαστικό.
«Γύρισα...», είπε κοφτά και με γλίτωσε από τον κόπο της φλυαρίας.
Ήξερα πως θα γινόμουν φορτικός ζητώντας οτιδήποτε διευκρινιστικό και δε σταύρωσα λέξη περιμένοντας.
«Θα περάσεις λοιπόν;», επέμεινε.
Πόσες φορές κάναμε το ίδιο ανόητο παιχνίδι όσο βρισκόταν μακριά. Και πόσες φορές το αναβάλαμε όσο βρισκόταν δίπλα. Κανονίζαμε ραντεβού για ποτό όταν η απόσταση ήταν τεράστια, ενώ ματαιώναμε κάθε πρόθεση να βρεθούμε όταν μας χώριζαν πέντε λεπτά με τα πόδια.
Η αναποδιά επίσης, ακόμη ένα κοινό χαρακτηριστικό.
Δεν είχα ιδέα γιατί εξελισσόταν τούτη η αναπάντεχη φάρσα, όμως γνώριζα από πρώτο χέρι τους κανόνες.
«Φυσικά, σε πόση ώρα;» την συνέχισα.
«Και τώρα αν γίνεται...», φάνηκε να επείγεται.
«Εντάξει, έρχομαι από εκεί», της είπα και έκλεισα.
Δε γίνεται να ξέρεις κάθε στιγμή σε τι κατάσταση βρίσκεται ο απέναντι. Όπως επίσης δε φάνηκε να μη την παλεύει. Ίσως να ήταν μια ενέργεια της στιγμής, επομένως αισθανόμουν περήφανος που διάλεξε εμένα και όχι κάποιον άλλο.
Σηκώθηκα μήπως κάνω καμιά δουλειά και συνέχισα στη πραγματικότητα.
Έτσι σκόπευα δηλαδή, πριν ξαναχτυπήσει το τηλέφωνο και φανεί ο ίδιος αριθμός.
«Ξέχασα να σου πω που μένω», ακούστηκε να σοβαρολογεί.
Εκεί σταμάτησε το παιχνίδι ρόλων και υποψιάστηκα για πρώτη φορά πως δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη φάρσα.
«Βρίσκεσαι όντως εδώ;», ξαφνιάστηκα.
«Α ναι! Άκουσε τώρα...», συνέχισε δίνοντας οδηγίες.
Μάλιστα, αυτό το μέρος δε το είχα ψειρίσει πολύ, Σχεδόν καθόλου.
Γνώριζα πως κάποτε θα βρισκόμασταν αντικριστά. Το είχα αφήσει στην τύχη που το διαχειρίστηκε γρηγορότερα απ’ όσο υπολόγιζα.
Σε ελάχιστο χρόνο πληροφορήθηκα πως η γυναίκα των ονείρων μου δε μένει πια εκεί αλλά δυο τετράγωνα παραπέρα. Και η ανάγκη να συναντηθούμε δεν ήταν ένας διακαής πόθος αλλά επιτακτική ανάγκη!
Της είχα πει κάποτε, δίχως υποσχέσεις, πως εφόσον με χρειαστεί και δε μένει στη διαόλου μητρός θα μπορούσα να βρίσκομαι δίπλα της. Εκτός που δε με χαλούσε κιόλας, έπρεπε να φανώ συνεπής.
Αμέσως σχεδόν, περπατούσα ανάποδα ένα δρόμο που διέσχιζα καθημερινά και γρήγορα έφτασα εκεί που μου υπέδειξε. Μια αδιάφορη παλιά πολυκατοικία που δεν είχα διαβεί παλαιότερα, μερικές σκάλες και ένα κουδούνι στολισμένο με το όνομά της.
Τότε μόνο εξαλείφτηκε το ενδεχόμενο φάρσας. Κυριολεκτούσε. Ήταν εδώ.
Πρωτού το πατήσω, είχε ανοίξει
Να πως τα φέρνει ο χρόνος και πως ανακατεύει το ριζικό.
Όλα ήταν ξαφνικά, όπως άνοιξε διάπλατα την πόρτα.
Το όμορφο χαμόγελο με καλωσόρισε πριν καταφέρω να πω κάτι έξυπνο.
Μεγάλη απάτη καθώς θα μπορούσα να χαθώ σε αυτό επ’ αόριστο και να μπλέξουμε πάλι, για αυτό δε είπα λέξη. Εκτός ίσως από ένα «γεια σας».
«Γεια σας», αποκρίθηκε και εκείνη.
Ναι, άμα μας πιάσει η αμηχανία πάει έτσι για ώρα, δε χρειάζεται κοινό.
«Πέρασε...», έκανε χώρο για να φανεί μια άνετη γκαρσονιέρα.
«Πέρασε» όπως πέρασε η μπόρα, πέρασε; Θα φαινόταν...
«Πέρασε» όπως πέρασε τόσος καιρός και μια αγκαλιά ήταν επιτακτική;
Υπό διαφορετικές συνθήκες θα λέγαμε περισσότερα, όμως μήνες χωριστά καταλήξαμε να γίνουμε ανέκδοτο στο prime time!
Τέλος πάντων και αγκαλιά της έκανα και ένα φιλί έσκασε και αφού μου κόπηκε η μιλιά, άφησα το σακάκι και μπαστακώθηκα στον καναπέ.
Όλα ωραία και καλά, φαινόταν σα να είχε μετακομίσει πρόσφατα και σα να μη ξοδεύτηκε δευτερόλεπτο από την τελευταία μας συνάντηση.
«Καλώς ήρθες πίσω», τόσος κόπος για το τίποτα.
«Σ’ αρέσει; Χτες ήρθα», καυχήθηκε.
Ναι μ’ άρεσε. Εκείνο που με προβλημάτισε ήταν πως στο πλευρό της κουζίνας το τραπέζι ήταν γεμάτο φαγητά ζεστά που μοσχομύριζαν σα να είχαν φτιαχτεί τότε. Πιάτα δύσκολα που απαιτούσαν χρόνο και ήταν μόλις δέκα το πρωί!
«Έτσι σου ‘μάθαν να παίρνεις πρωινό εκεί στα ξένα;», σχολίασα.
«Πες το κι έτσι... θέλεις να σου βάλω ή θα σερβιριστείς μόνος;» προσφέρθηκε να μου ετοιμάσει ένα πιάτο, ίσως και για να πάψω να την κοιτάζω επίμονα.
Αυτό ακριβώς, όπως το είπε. Και εμένα η γιαγιά μου ξυπνούσε κάθε μέρα, έξι το πρωϊ για να τυλίξει ντολμαδάκια! Για να βουτά ο παππούς με τον καφέ του!
Πάνω που νόμιζα πως είχαν εξαφανιστεί οι σωστές νοικοκυρές...
Εντάξει, ήταν σίγουρα προκομμένη, αυτό ήταν παλιό δεδομένο. Όμως αν τη γνώριζες έστω λίγο, καταλάβαινες πως κάτι δε πήγαινε καλά.
Δεν ήταν καλά, μα δε ήθελα να με πάρει πρέφα.
Όποτε γινόταν υπερδραστήρια κάτι την απασχολούσε. Εξαρτάται πως σηκωνόταν κάθε πρωί. Θα μπορούσε να πάρει ανάποδες στροφές πριν πνιγεί σε ανόητες σκέψεις και να βραχυκυκλώσει ή αυτό...
Να κάνει παπάδες και να μας αφήσει όλους εμβρόντητους.
«Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα;» έκανα πως δε καταλάβαινα.
«Ναι... περίπου...», συνέχισε να σερβίρει.
«Σήμερα ο πρωί;», εδώ χρειαζόμουν ειλικρίνεια για να ζυγίσω κατάσταση.
«Αμέ...», είπε και μου παρέδωσε το πιάτο.
Πάρε να ‘χεις για να καταλάβεις...
Καλαμάρια τηγανητά, ντολμαδάκια, λαζάνια σουφλέ από κρέας κεφτέδες με δυο σαλατικά για συνοδεία.
Τίποτα μωρέ... ένα τυπικό μπρέκφαστ με τη γυναίκα που λατρεύω!
Μπουκιά δε πήγαινε κάτω όμως δοκίμασα από όλα και ήταν τέλεια.
Όσο μασουλούσα μου εξηγούσε πως γύρισε πίσω. Όλα λογικά και όπως υπολόγιζα να μου πει κάποτε. Δεν περίμενα να είμαι ο πρώτος που θα τα ακούσει και κυρίως πως τα άκουγα γιατί με χρειαζόταν για κάτι που ακόμα να μου αποκαλύψει.
Καθώς άφηνα το πιάτο πίσω στην κουζίνα, βρέθηκα μπρος στο μεγαλύτερο σοκ.
Το θηρίο, ένας θεός ξέρει αν είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ είχε ετοιμάσει μενού εστιατορίου με ένα φουρνάκι μια σταλιά. Από εκείνα που συναντά κάποιος σε φοιτητικά δωμάτια. Και μάλιστα φαινόταν παμπάλαιο.
«Μ’ αυτό το πράγμα ετοίμασες το σοφλέ;», απορία μεγάλη.
«Τα πάντα... Τρωγόταν;», στον ίδιο απαθέστατο σκοπό.
«Τρωγόταν... ναι... νοστιμότατο...» και εγώ ο καραγκιόζης σιγοντάριζα.
Όχι για πολύ. Κάθε λέξη με φούντωνε.
«Τι έχεις; Τι στον π... παίζει;», τα πήρα.
«Να μιλάς καλύτερα...ααα...», ένα θεματάκι με τις παλιοκουβέντες το είχε.
«Συγνώμη. Χρειάζεται ρεζουμέ ή καταλαβαίνεις πως όλα αυτά, από το τηλεφώνημα ως τους κεφτέδες ΔΕ ΣΤΕΚΟΥΝ;;;»
Aϊ Λοβ, αϊ αντόρ γιου αλλά αϊ...
Είπαμε κορώνα στο κεφάλι μου, δημοκρατία έχουμε...
Δεν ήταν μαθημένη να ακούει φωνές. Ενώ περίμενα να στραβώσει ή να βαρέσει ψιλές στον ίδιο σκοπό, με εξέπληξε ακόμη μια φορά.
«Χαλάρωσε λίγο, οκ;», σα να είχε δίκιο.
Άνοιξα το παράθυρο και άναψα ένα τσιγάρο, μήπως δώσω λογική στο πανηγύρι που επικρατούσε. Ή έστω, αν τα κατάφερνε από μόνο του...
Πήγε στην κουζίνα της και έκανε πως τακτοποιούσε.
«Έχω μια ιστορία... σε τρία μέρη... ένα κανονικό... ένα αδιάφορο... και ένα τρελό... είσαι διατεθειμένος να ακούσεις και τα τρία μαζί;», ξηγήθηκε.
«Εννοείται!» της είπα φυσώντας μιας και ήθελα να αποκτήσει επιτέλους νόημα η επίσκεψη.
«Κάποτε θα επέστρεφα, θα έπιανα ένα σπίτι και θα έκανα μια καινούρια αρχή», επανέλαβε πράγματα που λίγο πολύ γνώριζα και της έγνεψα καταφατικά για να μην την ταλαιπωρώ.
«Κουβάλησα αρκετά πράγματα από τα ξένα, ενώ φρόντισα να βρω εκείνα που χρειαζόμουν τις πρώτες μέρες εδώ», ακουγόταν ολοένα και πιο λογική.
«Μια θεία μου είχε ας πούμε, καταχωνιασμένο τούτο τον μικρό φούρνο. Τυχαία τον θυμήθηκε, αραχνιασμένο στη αποθήκη. Όμως μου γυάλισε και ήξερα πως αν τον έφτιαχνά θα ταίριαζε στο νέο σπίτι», έλεγε τρεμάμενα καθώς έκλεινε ντουλάπια.
«Κουτί σου έκατσε, όντως...», πρόσθεσα για να την ενθαρρύνω να συνεχίσει.
Πλησίασε προς το μέρος μου, αλλά επικεντρώθηκε πάλι στον φούρνο.
«Τον πήγα στο μαγαζί με τα ηλεκτρικά στη γωνία και την επόμενη μέρα τον είχαν φτιάξει», σα να έβγαινε εκτός θέματος.
Όσες γωνίες θυμόμουν εκεί κοντά, ήταν χωρίς ηλεκτρικά. Δεν ήταν απαραίτητο να πετάξω καμιά εξυπνάδα γιατί το πιθανότερο ήταν να κόψει τη κουβέντα και θα κατέληγα να αναρωτιέμαι πίσω στο σπίτι. Βέβαια, όλα είναι ρευστά στις μέρες μας και δεν αποκλείεται να μην είχα προσέξει κάποια πρόσφατη αλλαγή στη γειτονιά.
«Μετά ήταν όλα έτοιμα και χτες τα μετέφεραν στη θέση που τα βρήκες»
Οι περισσότεροι αναστατώνονται όταν αλλάζουν ξαφνικά περιβάλλον και ίσως να φέρονται περίεργα. Αυτό ίσως να έπαθε η καημενούλα, άσκοπα τα άκουσε πάλι.
«Ξύπνησα νωρίς και έφτιαξα πρόγραμμα...», το είχε αυτό.
«Αφού τακτοποίησα ρούχα, έφτιαξα κουρτίνες και έστρωσα χαλί...»
Ευτυχώς που δε τη φαντασιωνόμουν, γιατί η γυναίκα των ονείρων μου θα είχε μεταμορφωθεί σε εφιαλτική νοικοκυρά! Και μετά; Και μετά;
«Προσπάθησα να συνδέσω τα ηλεκτρικά. Όμως δε έφτασα ως εκεί...»
«Μα φυσικά, αφού σου καρφώθηκε να ταΐσεις ολόκληρη την πολυκατοικία με τόσο φαγητό...», είπα να το συντομεύσω λίγο.
«Ωχ, περίμενε βρε. Αμέσως με τη κουβέντα έτοιμη!», νευρίασε.
«Ονειρευόμουν καιρό αυτή τη στιγμή. Κάθε φορά που ζοριζόμουν, έπιανα μια γωνιά και έγραφα τα πάντα κανονικότατα. Σκεφτόμουν πως θα ήταν η πρώτη μέρα στο επόμενο ξεκίνημα, έφτιαχνα εικόνες και ηρεμούσα...»
Κι εγώ, μαζί σου! Εγώ εσένα κι εσύ τον φούρνο! Δε πειράζει, η ομορφιά είναι σχετική και όπως μπορεί καθένας! Έδειξα να την καταλαβαίνω απόλυτα.
«Έβαλα τον φούρνο εκεί που τον βρήκες. Ξεχάστηκα, για λίγο. Ασυναίσθητα σκέφτηκα τι θα έφτιαχνα πρώτη φορά το μεσημέρι. Μη με παρεξηγείς και μου καταλογίσεις διάφορα. Απλά, ήταν άδειο το ψυγείο και θα πήγαινα αγορά...»
«Μα, πότε πρόλαβες;» κοιτούσα ακόμα το παστωμένο τραπέζι.
«Δε πρόλαβα! Δε πήγα καν!», έκανε με υστερία.
«Έλα! Μπράβο! Καρλ Χάινζ Ρουμενίγκε!», μαζί κι εγώ!
«Τι λες;;;;» ξαφνιάστηκε.
«Εσύ! Τι λες;;;», πάνω που πίστευα πως ήταν αποκλειστικό προνόμιο να καίω κόσμο.
«Αυτό σου λέω. Αν μ’ αφήσεις δηλαδή...» επέμεινε.
«Δηλάδή; Τι;», κόλλησα μα έπειτα έβγαλα το σκασμό.
«Στάθηκα μπροστά στον φούρνο. Δευτερόλεπτα σκέφτηκα πως είχα διάθεση να τυλίξω ντολμαδάκια και δοκίμασα τα κουμπιά... να τσεκάρω αν λειτουργούν»
Έτσι απλά....
«Και καθώς γυρνούσα τους διακόπτες, ακούστηκαν κάποια περίεργοι ήχοι. Έμοιαζαν με σταγόνες σε χαλασμένη βρύση... ή κάπως έτσι...»
Δώσε...
«Ανοίγω το πορτάκι, να δω τι πήγε λάθος και....», δε ήξερε πως να το πλασάρει.
«Και βρήκες ντολμαδάκια!», της λέω με το στόμα ορθάνοιχτο.
Μετά ξεράθηκα στο γέλιο. Είχε ξενέρωτα διαστήματα, όμως όταν ήθελε να σε διασκεδάσει, το έκανε με τρόπο απερίγραπτο!
«Ω ναι!!! Ντολμαδάκια!!!», επιβεβαίωσε και λύθηκε.
Μόλις συνήλθαμε κάπως και οι δύο, γιατί ακολούθησε ένα σημείο που απλά κοιταζόμασταν και συνεχίζαμε να γελάμε, κατάφερα να αρθρώσω μια φράση.
«Να υποθέσω πως μετά ξαναδοκίμασες με ό,τι βλέπω σερβιρισμένο...»
«Καλά κορόιδευε... Σε χρειάζομαι λέμε!!», στόλισε ένα ακόμα παράσημο.
Τι να με κάνεις μάτια μου;
Που όποτε τύχαινα τέτοιες αμερικανιές, άλλαζα κανάλι. Εμένα διάλεξες;
«Ναι; Πως κι έτσι;»
«Απ’ όσους παρανοϊκούς γνώρισα μέχρι σήμερα, μονάχα εσύ θα μπορούσες να δώσεις μια κάποια εξήγηση και να με πείσεις πριν αποκάμω τελείως», πάρε να ‘χεις, άλλη φορά να προσέχεις τι ρωτάς!
«Σ’ ευχαριστώ πολύ» της είπα και μάλλον το εννοούσα.
Και τότε το όνειρο έγινε διπλό.
Γιατί εκτός από τη γυναίκα, απολάμβανα και τον φούρνο των ονείρων μου. Ή καλύτερα, το μαγικό κουτί που θα ήθελε κάθε άνθρωπος στην κατοχή του.
«Πες μου τι ώρα ξυπνάω, για να χορτάσω ύπνο...» της κάνω.
«Ακόμη να με πιστέψεις, ε;;; Περίμενε, μισό...» λέει και κατεβάζει τον γενικό.
Πάει μπρος στο φούρνο και με καλεί δίπλα της.
«Στα όνειρα, κατεβάζουν γενικό;;;» ειρωνεύτηκε.
«Ξέρω γω, απλός υπάλληλος είμαι...» εξακολουθούσα να ήμουν χαμένος.
«Άκουσε, αν είναι να τρελαθώ, τουλάχιστο ας έχω παρέα», ήταν μια άποψη.
Δε ξέρω σε ποια διάσταση περάσαμε, αρκούσε που την είχα στο πλευρό μου.
«Ορίστε... δοκίμασε κι εσύ...» πρότεινε και με άφησε μόνο απέναντι στον σατανικό πολυμάγειρα...
«Χωρίς ρεύμα;;; Θα πάρει μπρος;;;», προσπάθησα να το αποφύγω.
«Αμέ! Είναι και οικολογικό...», ήταν ανένδοτη.
«Πως;»
«Βάλε στο νου σου ένα φαγητό. Όπως το έχεις δοκιμάσει. Παίξε με τα κουμπιά και τους διακόπτες, πάτα και γύρνα μερικά τυχαία. Και θα συμβεί...» μίλησε η εμπειρία.
Πράγματι!
Έλα όμως που είχε χορτάσει και δεν είχα λιγούρα. Σκέφτηκα το μέλλον και τους φίλους μου. Έτσι ευχήθηκα για τρία πιτόγυρα, απ’ όλα, το ένα χωρίς κρεμμύδι γιατί ένας δικός μου ήταν αλλεργικός.
Όχι οποιαδήποτε πιτόγυρα, αλλά από ένα σουβλατζίδικο που είχε κλείσει χρόνια και συνηθίζαμε να πηγαίνουμε μικροί. Αν ήταν να κάνει ψυχικό, ας το έκανε ολόκληρο.
Και να σου...
Αφήνω τον διακόπτη. Ακούστηκαν τρία «τσουπ» σα σταγόνες. Άντε να ήταν τέσσερα γιατί είχα μείνει να τη κοιτάω μα αγωνία.
Μόλις σταμάτησαν, εκείνη ανοίγει το πορτάκι και σκάει μπροστά μας μια σακούλα...
«Σουβλάκια, μωρέ μαλάκα;» αυτό βρήκε να πει!
«Ναι μωρέ, θα τα πάρω σπίτι! Για τα παιδιά...» δικαιολογήθηκα.
Ξεχνώ τους παραλογισμούς και ψάχνω στη σακούλα. Ξετυλίγω τα πιτόγυρα και ναι, πράγματι το ένα ήταν χωρίς κρεμμύδι!
Καταπλητικό!
«Έχει και απόδειξη...», παρατήρησε.
«Μάλιστα. Ψητοπωλείο ο Κυρ-Αντώνης...», μουρμούρισα.
«Ο Κυρ-Αντώνης; Που είναι αυτό; Καινούριο;»
«Ο Κυρ-Αντώνης, κορίτσι μου, πέθανε... παραπονεμένος...» εξήγησα.
«Δηλαδή...», αυτό της έμεινε.
«Δούλευε για χρόνια στο λιμάνι, κάποτε πήρε σύνταξη, ήσουν ακόμη μικρή και δε το θυμάσαι. Μετά έμαθε πως τον έκλεβε ο λογιστής και έφυγε πάμφτωχος...»
«Κρίμα ο Κυρ-Αντώνης...»
«Αυτό είναι το θέμα μας; Ο φουκαράς ή το μαραφέτι;» την επανέφερα.
«Έλα ντε. Και τι θα κάνουμε;»
«Νομίζω τίποτα! Είσαι τυχερή που δε θα μαγειρέψεις ποτέ ξανά.»
«Είσαι σοβαρός; Πιστεύεις πως θα μπορέσω να κλείσω μάτι με τούτο το διαβολικό κατασκεύασμα στην άλλη άκρη του δωματίου; Κάνε κάτι!»
«Τι να κάνω; Τώρα σε έπιασαν οι φοβίες; Εσύ δε κυκλοφορούσες ένα διάστημα μεσ’ τα μαύρα και τρόμαζαν οι γριές στη γειτονιά; Που θυμιάτιζαν όποτε σε βλέπανε;»
«Άλλο αυτό... Τώρα... Τώρα τι γίνεται;»
«Ξεκόλλα», συμβούλεψα μήπως το πιστέψω κι εγώ.
«Γλυκά άραγε φτιάχνει...» το γύρισε στη πλάκα καθότι δεν ήθελε να σκέφτεται.
«Δε δοκίμασες;»
«Μπα, τα είχα κόψει γιατί φαίνεται πως πήρα κιλά», παραπονέθηκε.
Ενώ, 700 φαγητά στον πάγκο δε παχαίνουν καθόλου! Μια χαρά της βρήκα, από κιλά τουλάχιστο. Όμως με τόσο φαί, δε ορκιζόμουν για την επόμενη φορά.
«Άφησε, θα το τεστάρω αμέσως», προσφέρθηκα και φαντάστηκα δυο κρέπες.
Πάλι τα ίδια... «τσουπ» και περιμέναμε να σταματήσουν.
Ανοίγουμε το πορτάκι και αντί για το γλυκό, εμφανίζεται ένα άδειο, λαδωμένο ταψί μιας χρήσης.
«Αυτό ήταν, χάλασε!”, συμπέρανε βιαστικά.
Πήρα να ξεφορτωθώ το ταψί, μα πριν το ρίξω στο κάδο, πρόσεξα να έχουν σχηματιστεί λέξεις. ΄Έγραφε «δε φτιάχνω γλυκά». Το «γλυκά» με έψιλον γιώτα...
«Αμάν!», άντε τώρα να την ταράξω περισσότερο.
«Τι; Τι;», πετάχτηκε σα να τη χτύπησε ρεύμα υψηλής τάσης.
Εδώ που φτάσαμε, όφειλε να γνωρίζει...
«Ο φούρνος... μας μιλάει...» της εξηγώ όσο πιο απλά μπορούσα.
«Το πνεύμα... του Κυρ-Αντώνη... πως τον είπες...» λέει και αλλάζει δέκα χρώματα.
«Αποκλείεται, αποκλείεται ο Κυρ-Αντώνης», έδειξα απόλυτος.
Ναι, γιατί ο κυρ-Αντώνης είχε τελειώσει ανωτάτη εμπορική, την παλιά ΑΣΟΕ, αλλά δεν ήθελε μπλεξίματα και την έβρισκε με το σουβλατζίδικο και όλους εμάς. Του πούστη, ένα «γλυκά» ήξερε να το γράψει σωστά...
Κάτι άλλο εξελισσόταν. Τώρα το διαβάζετε χαλαροί και με την πολυτέλεια ενός καθαρού μυαλού. Τότε όμως;
Μας είχε σηκωθεί η τρίχα και όσο μιλούσαμε γινόμασταν χειρότερα.
Θριλεράκι η ατμόσφαιρα, έμεναν και τα φώτα σβηστά.
Μείναμε σιωπηλοί στον καναπέ. Δεν επωφελήθηκα ακριβώς από την κατάσταση, αλλά το χέρι μου τυλίχτηκε γύρω από τον ώμο της. Πριν καν συνειδητοποιήσω τι έκανα ή το γιατί, μπλέξαμε σε μια αγκαλιά και αρχίσαμε τα φιλιά.
Με μια λαβή από το σβέρκο, μας έριξε χύμα στο πάτωμα με μια σαβούρα ερωτική, όσο ερωτισμό δηλαδή εκπέμπει μια σαβούρα.
Εξερευνώντας στα σκοτάδια ένα κορμί με γνώριμες καμπύλες, ξύπνησε ακόμη ένας λόγος που λατρεύω αυτή τη γυναίκα.
Εξαφανίστηκαν τα όνειρα, ο φούρνοι, οι Κυρ-Αντώνηδης και οι αναστολές. Μαζί και η ένταση, τα περισσότερα ρούχα και οι αναστολές. Όταν βρίσκεσαι ένα κουβάρι με την ουσία, ξεχνάς οτιδήποτε και με την κατάλληλη ανταπόκριση κινδυνεύεις να καταλήψεις μόνιμα εξαρτημένος.
Αλλά δε φτούρησε...
Όσο απρόσμενα ξεκίνησε, τόσο άδοξα τελείωσε.
«Δε μπορώ...» είπε κοφτά και σηκώθηκε με το μαλλί στους πέντε ανέμους.
Την έβλεπα με το φως από τη σχισμή που άφηνε η κουρτίνα να παίζει πάνω της, επομένως δεν υπήρχε διάθεση να το αναλύσω. Βρέθηκα όρθιος αυτή τη φορά και προσπάθησα ξανά.
«Όχι, ξέχνα το...» συνέχισε ανένδοτη και με έσπρωξε δυνατά πίσω στο καναπέ.
«Εντάξει...», το πήρα απόφαση, game over που λέει ένας γνωστός.
«Όχι με αυτό το πράγμα, δε μπορώ να λειτουργήσω», επανήλθε.
Δε την κατηγορώ, είχε ελαφρυντικά. Με το πνεύμα στο δωμάτιο, ίσως κι εγώ το ίδιο θα έλεγα. Πάντως, αν ήταν ο Κυρ-Αντώνης, δε θα με χαλούσε ιδιαίτερα...
«Φεύγω μια βόλτα...», είπε καθώς ντυνόταν.
«Έρχομαι κι εγώ». Της είπα καθώς επανέφερα τα φώτα.
«Να μείνεις εδώ εσύ. Βρες μια λύση.. Κάτι να στέκει...»
«Καλά... καλά...» απαντούσα χωρίς να πάρω τη ματιά μου στιγμή από πάνω της.
«Γίνεται να μη με κοιτάζεις έτσι;» παραπονέθηκε μόλις με πήρε πρέφα.
«Χλωμό...» και πράγματι ,έτσι ήταν.
«Τι καταλαβαίνεις;» ενοχλήθηκε ακόμη περισσότερο.
«Συλλέγω αναμνήσεις για τα βαθιά γεράματα...» είπα για να παρεξηγηθεί τελείως.
«Μια χαρά, φρόντισε να τις βάλεις σε άλμπουμ. Μόνο ξεκόλλα...»
«Ας έχω ένα λόγο παραπάνω να θυμάμαι γιατί θα βρίσκομαι ακόμη δίπλα σου»
«Ωραία, αν και μέχρι τότε θα υπάρχουν πιπίνια να μπανίζεις, αγέννητα ακόμα»
Με τη κουβέντα έτοιμη. Σα να είχε δίκιο.
Μια καθημερινότητα γεμάτη γκρίνιες και άσκοπους καυγάδες, όμως πάλι θα προσπαθούσα να βρίσκομαι εκεί κοντά, με την ελπίδα να προκύψουν εκείνες ο μικρές στιγμές που θα με βοηθήσουν να υπάρχουν ακόμα.
Έστω και ως κωλόγερος, ίσως διατηρούσα θέληση για ζωή!
Δε χρειάστηκε να της πω τίποτα. Αρκούσε που την έβλεπα αναψοκοκκινισμένη, διαρκώς θυμωμένη και σε μια γνώριμη συνήθεια. Έφευγε...
«Άντε προσπάθησε και θα σου φέρω γλυκά που έψαχνες...» υποσχέθηκε και γεια σας
Είχα πεισθεί πως η ίδια κατάσταση θα συνεχιζόταν επ’ αόριστο.
Μόνος να τη σκέφτομαι και αυτή εξαφανισμένη.
Δε βαριέσαι, με ένα γρήγορο γνωστό συμβιβασμό η ζωή κυλάει στο ρελαντί.
Τι έμεινε; Μα φυσικά, ο φούρνος!
Όσο έλειπε το φιλοσόφησα.
Εφόσον πίστευε πως μπορούσε να συνθέσω από το παράλογο λογική, αρκούσε να δοκιμάσω ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα.
Υπήρχε ένας τύπος που γούσταρε να πετάει τσιτάτα και να πετάει γενικότερα. Χαρακτηριστικά επέμενε πως ο ένας, μοναδικός και δοκιμασμένος τρόπος ώστε να μην έχει προβλήματα είναι να τα βαφτίζεις λύσεις. Αλήθεια, δεν έχω ιδέα που κατέληξε όμως η φράση του εξυπηρετούσε κάμποσο στη δεδομένη περίπτωση.
Στοιχειωμένος ή μη, ο φούρνος έλυνε χέρια.
Συγκεκριμένα η κατάρα μια γκαρσονιέρας ήταν δυνατό να γίνει η ευχή για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μονάχα σκέψου, να υπήρχε κάποιος που θα την πατεντάριζε και τη μοίραζε παντού.
Εκτός που θα τα κονομούσε παντοτινά, ένας τέτοιος φούρνος σε κάθε σπιτικό θα έλυνε μια κι έξω το ζήτημα της πείνας, είτε είχε να κάνει με ανθρώπους φτωχούς, είτε με ανθρώπους άχρηστους.
Ανεξάρτητα τι κουβαλούσε κανείς, ένα πιάτο φαΐ θα του βρισκόταν. Και ίσως ένας κόσμος χορτάτος λειτουργούσε κομματάκι διαφορετικά.
Ίσως και όχι, γιατί από την απληστία και την αδηφαγία που επικρατεί μπορεί να εξαφανιζόταν από επιδημία παχυσαρκία.
Ας υπάρχει όμως καμιά μπριζόλα στο πλάι και ό,τι έμελλε να συμβεί, θα συνέβαινε.
Θα περίμενα να γυρίσει και πάνω στο γλυκό θα της ανέλυα το σκεπτικό.
Εντάξει, ο Μαντέλα και η Τερέζα χάσανε άλλο ένα κρεβάτι, αλλά αν τα συμφωνούσαν θα έμεναν στην ιστορία.
Όχι σαν το τέλειο ζευγάρι αλλά σαν οι δύο που άλλαξαν τον κόσμο.
Βρε καλά το έλεγα εξ’ αρχής, αν σηκώνεις άγνωστα τηλέφωνα μπορεί να μπλέξεις άσχημα. Άντε μετά να εξηγήσεις πως ολημερίς τον έπαιζες για τη παγκόσμια ειρήνη και δεν έκανες το παραμικρό...
Όσο αργούσε να επιστρέψει, σχεδίαζα πως θα της το έφερνα καλύτερα.
Δεν ήταν σίγουρο βέβαια πως θα γυρνούσε! Αν έπαιρνε στροφές στο δρόμο, ίσως άλλαζε γνώμη και έκανε μέρες, μέχρι να το πάρω απόφαση και ξεκουμπιστώ.
Ούτε ήμουν σίγουρος πως ήθελα να το ρισκάρω.
Πήρε πρωτοβουλίες και έδωσα αφορμές να κακοχαρακτηρίσουν.
Ας το μάθαινε αργότερα... αν πετύχαινε...
Την απασχολούσε η ηρεμία και πως θα ξεφορτωνόταν τα πνεύματα, αυτό ακριβώς θα της έδινε για την ώρα. Μετά, αναλόγως.
Κοίταξα μη τυχών πλησίαζε και αφού σφήνωσα την πόρτα για να μη κλειδωθώ έξω, κατεβαίνω και σταματώ ένα ταξί. Πλήρωσα και παρήγγειλα να αφήσει το φουρνάκι σπίτι μου και γύρισα πίσω στον καναπέ.
Να μη καρφωθώ και να λήξει η ιστορία.
Τελικά δεν άργησε πολύ. Χτυπήσαμε κάτι πάστες, της έδωσα μια ηλίθια εξήγηση πως με καινούρια διαδοχικά «τσουπ» ο φούρνος εξαφανίστηκε υποσχόμενος να μην την ξαναενοχλήσει και μη θέλοντας να δώσει συνέχεια, κατάπιε άλλο ένα ρεσιτάλ ανοησίας και ησύχασε.
Φυσικά και δε πίστεψε λέξη, όμως δεν την ένοιαζε. Ήθελε μόνο να ηρεμήσει, να απαλλαχτεί από τις όποιες εμμονές, πιθανότατα και από την παρουσία μου και να επιστρέψει στο ξεκίνημά της, που με τα πολλά είχε αφήσει στα μισά.
Αποχαιρετηθήκαμε, μαζί με τις αυταπάτες. Ήξερα πως την αγαπούσα, μα πριν γίνω ενοχλητικός, την παρέδωσα εκεί απ’ όπου την είχα πάρει, στην τύχη.
Εξάλλου, δυο βήματα απόσταση μας χώριζαν πλέον. Κάποτε θα ξαναβρισκόμασταν.
Κόντευε μεσημέρι μια ήδη γεμάτης μέρας και περπατούσα πίσω στο σπίτι.
Σφύριζα και δε με απασχολούσε πια, ούτε εκείνει, ούτε το φουρνάκι.
Είχα έννοια αν με κρέμασε ο ταρίφας...
Ξηγήθηκε και δε τα μπέρδεψε, ο φούρνος-φάντασμα ήταν αφημένος στο χαλί έξω από την πόρτα.
Σχεδόν συνωμοτικά, τον έμπασα μέσα, έκλεισα τα παράθυρα και αφού έκανα χώρο τον τοποθέτησα στη δική μου κουζίνα.
Αν ήμουν άθλιος ή όχι ας το κρίνει η ιστορία. Πρώτα όμως, είχα το προνόμιο να τη διαμορφώσω!
Εξέταζα κάθε γωνία, άπειρες φορές. Αναρωτιόμουν αν θα μπορούσε να τον κοπιάρει κάποιος και να πραγματοποιήσει το όραμά μου. Και αν μπορούσε, έπρεπε να καταστρώσω ένα σχέδιο για να μη με πουλήσει και τελικά με βγάλει από το παιχνίδι. Μετά όλα φάνταζαν παιχνιδάκι...
Ήξερα πως λειτουργούσε, παρόλα αυτά δοκίμασα ξανά για να πεισθώ.
Βρίσκω ένα φιλαράκι στο κινητό και μου ήρθε να του κάνω πλάκα...
«Θυμάσαι ρε ένα βράδυ που πεινούσαμε, όταν δοκίμασες να μαγειρέψεις φασολάκια αφού είχες καταφέρει ένα μπουκάλι τεκίλα;» τον πήγα αρκετά χρόνια πίσω.
«Αφού το θυμάσαι εσύ, το ίδιο μου κάνει», γέλασε.
«Άμα στα φτιάξω ακριβώς όπως τότε... μέχρι που φτάνεις;», είχα περιέργεια
«Να δοκιμάσω πρώτα και αν πετύχεις μια τόσο χαμένη συνταγή, τα κατεβάζω επί τόπου εδώ στη εταιρία και φωνάζω ό,τι μου πεις...» δήλωσε, μάλλον όχι επειδή του ήταν αδιανόητα, αλλά επειδή έψαχνε κίνητρα για να το πραγματοποιήσει.
«Καλά μπούρδες. Τουλάχιστο, κερνάς καφέ;» τον προσγείωσα.
«Ναι ρε, έτσι κι αλλιώς.. Πέρασε σε καμιά ωρίτσα που λασκάρω...» είπε κι έκλεισε.
Τέτοια φασόλια, δύσκολο να φτιάξεις, καθώς δεν υπήρχε καν συνταγή. Ήταν πάντως ό,τι πιο αηδιαστικό είχα δοκιμάσει ποτέ. Ποιος ξεχνά άραγε πως μετά την πρώτη κουταλιά, τα είχαμε πετάξει στον πιο απομακρυσμένο κάδο, με την κατσαρόλα.
Αυτή κι αν ήταν πρόκληση για τον στοιχειωμένο φούρνο.
Σβήνω τα φώτα και εκτελώ το τελετουργικό.
Ακούγονται τα χαρακτηριστικά «τσουπ» και με τη μύτη καλυμμένη με μια πεσέτα περίμενα το απερίγραπτο αποτέλεσμα.
Τέτοια αηδία, ούτε καν τα πνεύματα....
Αντί για μια βρομερή κατσαρόλα, εμφανίζεται... μια χαρτοπετσέτα.
Πάλι ανορθόγραφη, δυσκολεύτηκα κάμποσο ώσπου να βγάλω τα γράμματα.
«Παρακαλό ησάγετε το πην»
Τη ρουφιάνα!!! Είχε προλάβει να τον κλειδώσει!!!!
Άντε μετά από τόσα γλυκόλογα και αποχαιρετισμούς να την πάρω στο κινητό για να το μάθω. Και τι να της έλεγα ακριβώς; Πως της έκλεψα τον φούρνο;
Γίνηκα ρόμπα και στο φίλο...
Επικαλέστηκα μια ξαφνική δουλειά και ευτυχώς γλίτωσα τα χειρότερα.
Απέμεινα μόνος με έναν άχρηστο παμπάλαιο φούρνο.
Ο κύκλος για τη σωτηρία της ανθρωπότητας έληξε άδοξα, έλειπε το pin.
Τα παράτησα και το έριξα στο ίντερνετ.
Δοκίμασα ένα φόρουμ με όλους αυτούς τους βαρεμένους που καταπιάνονται με τα μεταφυσικά, τις χαρτομαντείες, τις καφεμαντείες, τα πνεύματα και τα οινοπνεύματα.
Τουλάχιστο εκεί δεν υπήρχε ο φόβος να με παρεξηγήσουν.
Και βρε αδερφέ, αφού τους έφτιαχνα, δεν είχα τίποτα να χάσω...
Νύχτωσε και κάτω από τη δημοσίευση έλαβα δεκάδες, μη πω εκατοντάδες απαντήσεις, τόσες που δε προλάβαινα να τις διαβάσω.
Βρέθηκαν ορισμένοι που έδωσαν βάση και οι περισσότεροι κατέληγαν στην ίδια ερώτηση:
«Προσπάθησες να επικοινωνήσεις ξανά μαζί του;»
Μερικοί πιο προοδευτικοί ρωτούσαν γιατί δε το ελευθέρωσα, ενώ ένας πρακτικός εκλιπαρούσα να του τον ανταλλάξω με ένα ολοκαίνουριο Ντελόνγκι!
Δοκίμασα μια φορά, ναι να του μιλήσω. Φάνηκε τόσο γελοίο που τα παράτησα αμέσως, ντρέπομαι και μόνο που το γράφω.
Κόντευε να ξημερώσει και είχαν περισσέψει νύστα κι απογοήτευση.
Ίσως δεν ήμουν φτιαγμένος για τέτοια κόλπα. Ίσως να μην ήμουν φτιαγμένος για τίποτα. Ετοιμαζόμουν να την πέσω και πέρασα να ρίξω μια τελευταία ματιά στον καταραμένο πλέον φούρνο.
Τότε πως έφαγα φλας και κατάλαβα πως τόση ώρα προσπαθούσα λάθος, δε ξέρω!
Αντί να λέω μπούρδες, πλησιάζω, αγγίζω τα κουμπιά και γυρνώ τους διακόπτες.
Ήταν μια λέξη, μοναχά «ελευθερία»...
Πήρε μπρος ο φούρνος και κλώτσησε. Τελικά δε ξέρω τι λένε τα κομπιούτερ κι οι αριθμοί, αλλά μερικές αξίες περνάνε σε όλες τις διαστάσεις.
Ξαφνικά ηχούν και πάλι τα «τσουπ» και ξεφουρνίζεται ένα ταψί.
Όχι, δε φανταζόμουν κάποιο φαγητό, απλά έταζα στο πνεύμα πως θα το βγάλω από εκεί μέσα και του ζητούσα λιγάκι υπομονή μέχρι να μάθω τον τρόπο.
Πάνω στο ταψί, κόκκοι ρυζιού έδεναν στον εφιάλτη του συντακτικού.
Έπειτα από μερικά ξεφουρνίσματα, το πνεύμα εξηγούσε πως ούτε κι αυτό κατάλαβε πως παγιδεύτηκε στον φούρνο. Οδηγούσε λέει ένα αμάξι γιατί το προηγούμενο έμεινε με τις λαμαρίνες. Εκεί που γκάζωνε στον ανοικτό δρόμο γιατί έψαχνε μοντέλο με υψηλές επιδόσεις, γύρω του όλα σκοτείνιασαν και μεταφέρθηκε σε άλλη διάσταση!
Μόλις συνήλθε και κατάλαβε που βρισκόταν, δοκίμασε τα πάντα για να τραβήξει την προσοχή του έξω κόσμου. Γι’ αυτό και ξεσκίστηκε να μαγειρεύει!
Κάτι μου θύμιζε η ιστορία, αλλά δυσκολευόμουν να το προσδιορίσω.
Ελαφρώς ανακουφισμένος, γιατί η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, είδατε τι μπορεί να πάθει κανείς έκανα έναν ωραίο, βαθύ ύπνο, δίχως γυναίκες ή φούρνους στα όνειρά μου.
Τήρησα την υπόσχεσή που είχα δώσει στο πνεύμα και προσπάθησα να θυμηθώ.
Πήρα ένα αλάνι γνωστό και ρώτησα αν έγινε κάποιο βαρβάτο ατύχημα ή περίεργο σκηνικό με αμάξι.
Τίποτα ιδιαίτερο δεν είχε συμβεί. Εκτός ίσως από ένα ατύχημα στο αεροδρόμιο. Μια βλαμμένη ζήτησε test drive μια ακριβή κούρσα. Μετά πήγε και το συνθλίψει σε μια κολώνα φωτισμού!
Ολοσχερής ζημιά και το χειρότερο για την αντιπροσωπεία ήταν πως η βλαμμένη δεν έπαθε, παρά εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω ένα δυσθεόρατο λογαριασμό!
Ώχου!
Το πνεύμα που προσπαθούσα να μιλήσω, με τα άσχημα ανορθόγραφα γράμματα, που τόσο μας είχε ταλαιπωρήσει δεν ήταν άλλη από τη Ντίνα, το σαμιαμίδι!
Καταπληκτική μαγείρισσα, δε λέω, όμως δε ξέρουμε πως θα τα είχε καταφέρει κάποιος άλλος στην ίδια διάσταση με εκείνη.
Μιλήσαμε μια τελευταία φορά γιατί ήθελα να μάθω πως της ήρθε να ζητήσει pin. Είπε λέει πως της συνέβαινε κάθε φορά που πήγαινε να τραβήξει χρήματα από την τράπεζα. Και από χιούμορ το Ντινάκι, γάμησέ τα...
Κλείνω φούρνους και ιντρερνέτ, ψάχνω να βρω τον τύπο που τη θεωρούσε γυναίκα της ζωής του. Είχε κλειστά τηλέφωνα και είχε ρίξει πλερέζες μόλις έμαθε για την αγαπημένη του.
Γύρισα παντού κι όμως τον βρήκα να της ανάβει καντήλι στον τόπο του ατυχήματος. Δύσκολοι καιροί για να ζητάω «συγνώμη». Δοκίμασα να τον παρηγορήσω και με το μαλακό του έφερα μια σύντομη τροποποιημένη εκδοχή απ όσα γνώριζα.
Τρελάθηκε! Αγκάλιαζε, δάκρυζε, έπεφτε στα πόδια μου.
Σιγά μωρέ... φυσικά θα του έδινα το φουρνάκι.
Την ίδια μάλιστα στιγμή, ήρθε, το μάζεψε και ξεκουμπίστηκε μια και καλή.
Κρίμα μόνο που δε σώθηκε η ανθρωπότητα. Για φαντάσου σε κάποιο εργαστήριο να πετύχαιναν δισεκατομμύρια κλώνους της... Ντίνας.
Αυτό δε θα ήταν λύτρωση αλλά το Alien!
Δε βαριέσαι. Τα παιδιά αγαπιούνται, από τη μια πλευρά έστω.
Αν τα καταφέρει και τη βγάλει, γούστο και καπέλο του.
Φαίνεται αποφασισμένος και ίσως πετύχει. Δε μασάει, παρά την προειδοποίηση πως ο αγιάτρευτός του έρωτας έχει αφήσει διακόσια χιλιάρικα φέσι στο αμάξι και δε θα πάψουν να την ψάχνουν ποτέ...
Οψόμεθα.
Έτσι τα άφησα. Είμαστε μάλλον και οι δυο ικανοποιημένοι που γνωρίζουμε επακριβώς που βρίσκονται οι γυναίκες των ονείρων μας και δε θα χρειαστεί να ψάχνουμε άδικά.
Η δική μου είναι παραδομένη στην τύχη της και η άλλη σ’ έναν φούρνο...
Τρέμω πως κάποτε η Ντίνα θα γυρίσει στον πραγματικό κόσμο.
Γιατί υποσχέθηκα στο παλικάρι πως τότε θα βγούμε διπλό ραντεβού και πάλι θα πρέπει να κυνηγώ το ριζικό μου...
Να προσέχεις, σε εσένα το γράφω.
Αν ποτέ υποψιαστείς πως μέσα σε κάποιο φούρνο ενδέχεται να κρύβεται ο άνθρωπος των ονείρων σου, όπως κι αν το αντιλαμβάνεσαι, παρ’ τον φούρνο και τρέχα..
Αν όμως, πέσεις έξω, δοκίμασε να τον δώσεις εκεί που θα πιάσει τόπο.
Με μίξερ δε γίνεται. Μικροκύματα μπορεί.
Αυτά...
Καλή όρεξη