Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Μια μπύρα για τον πολεμιστή νάνο Όλαφ (μέρος πρώτο: η δέσμευση του γερο-Φάμπεργκας)

Υπήρχε ένας άγραφος κανόνας, πέρα εκεί, στον τόπο που ονόμαζαν Μέση Γη.
«Δε ποτίζουμε ποτέ νάνους πολεμιστές»
Οποιοσδήποτε καθώς πρέπει πανδοχέας το ήξερε και φρόντιζε να το τηρεί με διάφορα τεχνάσματα ανάλογα με την περίπτωση.
Αμέτρητες ιστορίες είχαν να διηγηθούν οι ταξιδευτές. Για νάνους που μέθυσαν και προκάλεσαν φθορές ή ακόμα χειρότερα, υπό την επήρεια κριθαρένιας μπύρας τραυμάτισαν κάποιον ανυποψίαστο θαμώνα.
Μα πόσο κακό μπορούσε να απλωθεί από ένα αθώο, δροσερό εκχύλισμα βύνης;
Η απορία έφτασε κάποτε σε μια συντροφιά σοφών με άσπρα χιτώνια.
Εκείνοι συνεδρίασαν απόμερα και επέστρεψαν με μια ξεκάθαρη αιτιολόγηση.
«Μα δεν είναι δυνατόν από μόνο του να ωθεί τους νάνους σε τόσο αποτρόπαιες συμπεριφορές. Δε χάνουν τα λογικά τους επειδή πίνουν λίγη μπύρα. Είναι το μέτρο που έχουν χάσει πρωτού ξεκινήσουν να πίνουν...»
Πράγματι, μέχρι και ο τρελός κάθε χωριού, είχε ακουστά πως οι νάνοι δεν έχουν μέτρο όταν γλεντούν.
Έλεγαν παλιότερα, πριν την απαγόρευση πως, άξεστοι όπως ήταν, οι νάνοι έπιναν από το κράνος τους. Πήγαιναν στα καπηλεία και το αναποδογύριζαν μπρος τον ταβερνιάρη, ζητώντας ποτό.
Όταν εκείνος καταλάβαινε πως οι πελάτες του άρχιζαν να ξεφεύγουν, λίγα μπορούσε να κάνει. Είτε τους έκρυβε το κράνος με τα κέρατα, είτε σταματούσε να τους σερβίρει μέσα σε αυτό, οι νάνοι εκνευρίζονταν και ξεκινούσαν τον σαματά.
Πριν τη μάχη με το Κακό, άκομψα και προκλητικά τους πετούσαν έξω από κάθε σημείο με οινοπνευματώδη. Αργότερα, οι νάνοι ήταν ήρωες πολέμου και επιτρεπόταν να κυκλοφορούν ελεύθερα παντού.
Μάλιστα, κυκλοφορεί μια ανεπιβεβαίωτη φήμη πως τότε, για να πειστούν οι βραχύσωμοι μαχητές να σταθούν με το πλευρό των συμμάχων, τους έταξαν πως θα μπορούν να πίνουν όταν και όσο θέλουν.
Δύσκολα συμπεριφέρεσαι με ασέβεια απέναντι σε κάποιον που μάτωσε για να συνεχίζεις να κοιμάσαι και να ξυπνάς αδούλωτος.
Έτσι, κανείς δε σηκωνόταν όποτε αντιλαμβανόταν την παρουσία ενός νάνου στα καπηλειά. Παρακολουθούσαν διακριτικά και άφηναν στους ταβερνιάρηδες να βρουν δικαιολογίες ώστε να μην ακολουθήσει μακελειό.
Οι περισσότεροι επικαλούνταν όριο ύψους, έστηναν έναν πήχη δίπλα στον πάγκο και κάθε φορά έστηναν τους διψασμένους νάνους, πριν τους αρνηθούν ευγενικά.
Γρήγορα σχετικά, οι νάνοι διαμαρτυρήθηκαν, γιατί μπορεί να ήταν άξεστοι, όμως χαζούς δε τους έλεγες με τίποτα.
«Γιατί να πίνουν οι μισοριξιές τα Χόμπιτ και όχι εμείς;»
Αυτό ήταν το δικαιολογημένο παράπονό τους....
Έλα που όμως τα Χόμπιτ ήταν οι ιδανικοί πελάτες. Τακτικοί, ήσυχοι και καλοπληρωτές, ήταν αδύνατο να χαθούν από τα καπηλειά.
Γι’ αυτό, οι ταβερνιάρηδες παραμέρισαν το όριο ύψους και ανάλογα με κάθε περίπτωση, αυτοσχεδίαζαν.
Κάπως έτσι συνέβαινε και στο χάνι του Φάμπεργκας, στους πρόποδες του Λόφου με τις Βατομουριές, λίγο πριν διασχίσουν τα καραβάνια το επικίνδυνο Φαράγγι με τις Πυγολαμπίδες.
Σωστό χρυσωρυχείο για το παλαίμαχο ξωτικό τοξότη. Ήξερε πως πρόκειται για μοναδικό σημείο ξεκούρασης και ανασύνταξης πριν τη δύσκολη διάβαση.
Όταν επιδεινώθηκε η όρασή του και έχασε κάμποσα από τα μακριά, ξανθά του μαλλιά, ο Φάμπεργκας αποστρατεύτηκε και με πενιχρές οικονομίες εγκαταστάθηκε εκεί, κερδίζοντας ανυπολόγιστη φήμη.
Μπορεί στο διάβα του να είχε ξεκοιλιάσει ορδές από λυσσασμένα Ορκ με τα αιχμηρά του βέλη, στις Κακοτοπιάς τα έλη και να μη τον γνώριζε κανείς. Μόλις έβγαλε την φαρέτρα και πρόβαρε την ποδιά, ανακάλυψε πως ο κόσμος σε γουστάρει περισσότερο αν σερβίρεις μισόλιτρα ποτήρια και ξεροψημένα γεύματα, παρά θάνατο.
Οι πάντες γνώριζαν για το πανδοχείο του γερο-Φάμπεργκας. Άμα τους ζητούσες λεπτομέρειες, εύκολα σε κατατόπιζαν προς τα εκεί. Εξάλλου ήταν ο μοναδικός δρόμος προς το Φαράγγι, ήταν αδύνατο να χαθείς.
...
Ποιος να φανταζόταν πως στον ταπεινό εκείνο σταθμό, έμελλε να τερματιστεί μια προκατάληψη αιώνων.
Στην περιοχή δε ζούσαν νάνοι πολεμιστές, ούτε καν περνούσαν από κοντά. Παραείχε υγρασία για τα γούστα τους, επομένως αν δε συνέτρεχε λόγος εξαιρετικός και σπάνιος, σιγά μη πετύχαινες τέτοιο προς τα μέρη εκείνα.
Οι πρώτοι που παλιά διάβηκαν το πέρασμα μιλούσαν πως κάπου χαμένη στον Λόφο με τις Βατομουριές, περιπλανιόταν της βροχής η νύμφη. Σκέψεις λένε, έννοιες βαρβάτες γυρνούσαν στο μυαλό της, σύννεφα σχηματίζονταν και ψηλά στον ουρανό ανέβαιναν.
Έμπλεκαν τα σύννεφα μεταξύ τους και πριν καταφέρουν απ’ τον αέρα να σκορπίσουν, στάλες μεγάλες γίνονταν και έπεφταν πάλι στη γη. Μούσκευαν το δέρμα της βασανισμένης νύμφης και να διαφύγει δε μπορούσε.
Υπήρχαν μέρες που η νύμφη ξεχνιόταν λιγάκι και έστω για μια στιγμή ο ουρανός καθάριζε, για να δουν οι οδοιπόροι πως πάνω από τα σύννεφα, ο ήλιος βασιλεύει. Λαχταρούσαν δε όλοι αυτοί, το κέφι της να βρει των Λόφων το στοιχειό, ώστε το διάβα τους, τόξο ουράνιο να φωτίσει...
Παρότι μόνιμα σκοτεινό το τοπίο, πάνω από το χάνι του Φάμπεργκας, ελάχιστοι πίστεψαν σε εκείνο τον τραβηγμένο μύθο, ακόμη και τις σπάνια πρωινά που ξεπρόβαλε ο ήλιος.
«Αυτά είναι παραμύθια για νάνους αφελείς», έλεγαν και χασκογελούσαν.
Ας μην υπήρχε ο παραγκωνισμός των νάνων από τέτοια μέρη και θα σου έλεγα με κάθε λεπτομέρεια τι είδους συνέχεια θα επακολουθούσε. Όσο έλειπαν από τις κουβέντες, δε μπορούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους από πληθώρα κακεντρεχειών.
Δίχως αντίλογο, με τα χρόνια οι νάνοι πολεμιστές κουβαλούσαν μια φήμη άσχημη, που ουδόλως σχετίζονταν με την πραγματικότητα. Έλεγε καθένας το μακρύ και το κοντό του ατιμώρητος, τα λόγια ταξίδευαν όσο τα καραβάνια σε τόπους που νάνος δεν τα είδε και γρήγορα το ψέμα συνείδηση γινόταν.
Αλήθεια υπήρχε κρυμμένη στη φράση των πανδοχείων. Όποιος σε νάνο έλεγε πως ήταν αφελής, με τσεκουριά θα ξέφευγε ή τσακισμένα πόδια. Αν όμως περιοριζόταν στο ότι οι πολεμιστές με τα κέρατα στο κράνος τους μύθους και τις δοξασίες με ευλάβεια ακολουθούν, τίποτα κακό δε θα τους έβρισκε.
Πράγματι, μέρος της ιδιοσυγκρασίας τους και της παιδικής ψυχής που όσο λίγοι κουβαλάνε, οι νάνοι δίνουν παραπάνω σημασία σε ιστορίες που τον κόσμο ερμηνεύουν. Ζουν με αυτές, προχωρούν και ονειρεύονται. Πιστεύουν, όχι τόσο στο περιεχόμενο των ιστοριών αλλά πως ίσως, κάποτε θα μπορέσουν να τις αλλάξουν.
Και μαζί με εκείνες, τον κόσμο ολόκληρο...
Ποτέ δε καυγάδισε στο χάνι ο γέρο-Φάμπεργκας, είχε δώσει ήδη αρκετές στη ζωή του. Πράος χαρακτήρας, αντιμετώπιζε τους τακτικούς και περαστικούς πελάτες με αξιοσημείωτη ηρεμία, ακόμα και όταν είχαν άδικο πολύ.
Όπως τότε που βρεγμένος, την πόρτα άνοιξε ο Όλαφ. Νάνος γκρινιάρης και αλανιάρης, μισούσε τις ψιχάλες όσο και το περπάτημα.
Ήταν στον πόλεμο που μια άρπυια, εκείνο το πτηνό με τα γαμψά νύχια, ξέφυγε από το τσεκούρι και του ξέσκισε το πλευρό. Τα σημάδια έμειναν πιο αργά από τον πόνο και με αυτά τα σημάδια ο Όλαφ παρουσιάστηκε απέναντι από τον Βασιλιά, ζητώντας βοήθεια για το ανεπούλωτο τραύμα.
Λίρες χρυσές δεν έλαβε, ούτε μια θέση στο παλάτι. Μονάχα έναν γάιδαρο μικρό του χάρισαν, κάποιοι είπαν μουλάρι. Έτσι το τσεκούρι πούλησε και αγόρασε σαμάρι, το ζωντανό καβάλησε και έφυγε...
Μέρη μακρινά συνάντησε, μα πουθενά δε ένιωσε πως έπρεπε να μείνει. Και έτσι συνέχιζε για μέρη πιο μακρινά, μήπως την τύχη του γνωρίσει. Σιγά μη περίμενε πως κάποτε θα την έβρισκε, ελάχιστα πριν το Φαράγγι με τις Πυγολαμπίδες.
Μπήκε στο χάνι και δε μίλησε. Πλησίασε την φωτιά και έμεινε για ώρα σιωπηλός ώσπου να στεγνώσει. Ύστερα έφτασε μέχρι τον ταβερνιάρη και αναποδογύρισε το κράνος.
Κοίταξε αριστερά και δεξιά, περίμενε να δει το πήχη πριν ακούσει για ακόμη μια φορά τη γνωστή δικαιολογία για το ύψος. Μα πριν προλάβει ο Φάμπεργκας να απαντήσει, ο Όλαφ είχε παραγγείλει δείχνοντας αυτό που κρατούσε.
«Γέμισέ το, με νέκταρ τέτοιο, που σε ταλαίπωρο περαστικό δύναμη θα του φέρει. Καθώς περνά το δύσβατο στενό, τη γλύκα να έχει στα χείλη του, κουράγιο να του δίνει.»
Χαμογέλασε ο ταβερνιάρης, δε συνήθιζε να ακούει όμοιες παραγγελιές. Ούτε με τέτοια φωνή, μιας και ο Όλαφ ήταν τσεβδός. Κρατήθηκε ώστε να μην τον προσβάλει και λυπήθηκε όταν του είπε πως το ποτό ου έψαχνε, είχε πριν καιρό εξαντληθεί.
«Δεν πειράζει, πιάσε μια Χάϊνεκεν», δήλωσε αποφασισμένος να πιει ο νάνος.
Γνώριζαν και οι δυο που θα κατέληγε η κουβέντα . Ο Φάμπεργκας θα προφασιζόταν κάτι και ο Όλαφ θα έφευγε άπρακτος.
Ο ταβερνιάρης είχε ρόλο άχαρο και δε του πήγαινε η καρδιά να απογοητεύσει τον νάνο, που σε αντίθεση με άλλους που συνάντησε παλαιότερα, έδειχνε να διαθέτει προσωπικότητα και τρόπους.
Βγήκε από τον πάγκο του, στάθηκε δίπλα και ακούμπησε απαλά το μουλιασμένο του ρούχο, οδηγώντας τον προς το παράθυρο.
«Τόπους αμέτρητους τα μάτια σου θα έχουν δει. Γι’ αυτό κοίταξε και εδώ έξω. Την βροχή. Ξέρεις πως δε γίνεται να πιεις. Ούτε απόψε, ούτε κάποια άλλη μέρα. Όχι εδώ, πουθενά.»
Περίεργο τον έκοψε ο Όλαφ, τούτο τον ταβερνιάρη. Σαν κάτι αλλοπρόσαλλους στις στρατιές που πλευρίζανε τους νάνους, ζητώντας θελήματα. Αν ήταν να μην ξεδιψάσει με μπύρα, ας έμενε ως εκεί μιας και ήδη είχε περάσει αρκετές κακουχίες.
«Άκουσε γέροντα, ακριβώς επειδή έχω δει πολλά, πες απλά πως δε σερβίρεις στους ομοίους μου, να καταλάβω πως σαν τους άλλους είσαι...»
Μια ευκαιρία δινόταν στον Φάμπεργκας για να πείσει τον νάνο για το αντίθετο. Και επειδή τον είχε συμπαθήσει, τον παραμύθιασε με μια δόση ειλικρίνειας.
«Κοίταξε την βροχή και θυμήσου την υπόσχεσή μου. Ψέματα δε θα σου πω, μα μόνος σου πρέπει να μάθεις που βρίσκεται η αλήθεια. Θα έρθει μέρα όμοια, με εκείνη που θα ακούσεις, όταν εδώ μπροστά θα βγει ουράνιο τόξο. Τότε ξανά, τη πόρτα θα διαβείς και μαζί θα κατεβάσουμε ολόκληρο βαρέλι. Αρκεί να ξέρω από πριν πως έντιμα εμφανίστηκε. Σύμφωνοι;»
Λόγια λόγια, σκέφτηκε ο Όλαφ. Μυριζόταν πως ακόμη και στη σπάνια περίπτωση όπου θα εμφανιζόταν ουράνιο τόξο, ο γέρος θα προφασιζόταν μη εντιμότητα από την πλευρά του και θα συνέχιζε να είναι αρνητικός.
Όμως, πουθενά αλλού δε του άφησαν έστω μια μικρή ευκαιρία. Το έλαβε ως σημάδι, πως ίσως άξιζε να ριζώσει στο χάνι εκείνο. Έστω και αν η υγρασία στο τραύμα τον γερνούσε γρηγορότερα.
Έμεινε μόνιμα στο πέρασμα. Μόνος του έστησε μια ξύλινη καλύβα και κάθε μέρα κυνηγούσε στο δάσος πριν δυναμώσει η βροχή. Πήγαινε το κρέας στο χάνι και ως αντάλλαγμα έπαιρνε ένα ζεστό πιάτο φαγητό, τις ιστορίες των περαστικών και μια υπενθύμιση για την δέσμευση του Φάμπεργκας.
...