Δε το θυμάμαι. Για να είμαι ακριβής, δε το γνώριζα καν.Το ανάρτησε ένα καλός φίλος και από τους πιο ενθουσιώδεις αναγνώστες του, λίγες ώρες νωρίτερα. Σαν σήμερα, 9 Μαρτίου 1994 απεβίωσε ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας, ο Κάρολος Μπουκόφσκι.
Απεχθάνομαι τα μνημόσυνα και δη τα ηλεκτρονικά.
Πέρα από αυτό, μου ακούγεται κάπως αφύσικο να θρηνείς κάποιον που έχεις εκτιμήσει μέσα από τα γραπτά του. Για τον πολύ απλό λόγο πως εκείνα είναι το μέσο που τον γνώρισες και τα οποία μένουν ανέπαφα από τη βιολογική φθορά.
Εξάλλου, δεν υπήρξε φανατικότερος θιασώτης της παραπάνω λογικής από τον ίδιο τον Μπουκόφσκι. Αρκετοί πιστεύουν πως ένας συγγραφέας-δημιουργός οφείλει να διατηρεί δυο ξεχωριστές ταυτότητες. Εκείνη που τον περιγράφει στους γύρω του και εκείνη που τον φέρνει αντικριστά με το κοινό του.
«Ο συγγραφέας δεν οφείλει τίποτα περισσότερο στον αναγνώστη του πέρα από τις σελίδες που εκείνος θα διαβάσει».
Κάποιοι ίσως το θεωρήσουν ως απαξίωση και αχαριστία, ενώ μερικοί που έχουν εντρυφήσει κάπως στη δουλειά του συγκεκριμένου, ίσως το εκλάβουν ως δείγμα κυνισμού ή μετριοφροσύνης.
Όμως, η αλήθεια πίσω από τις λέξεις είναι διαφορετική.
Πρόκειται για μια ιστορία που διαρκεί όσο ο ίδιος ο εκλιπών.
Ο Κάρολος Χάϊνριχ (μετέπειτα Χάρυ) Μπουκόφσκι γεννήθηκε στη Γερμανία το ’20,μετά το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, όμως σύντομα βρέθηκε με την οικογένειά του στις ΗΠΑ και κυρίως στην Καλιφόρνια.
Μεγάλωσε μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, τόσο εντός του προβληματικού και γεμάτο καυγάδες σπιτιού, όσο και στον κοινωνικό περίγυρό εξαιτίας της καταγωγής του. Αυτά μαζί με άλλα, τον έκαναν έναν ιδιαίτερα μοναχικό και περιθωριακό τύπο, που από νεαρή ηλικία αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού.
Ολιγαρκής και χωρίς μεγαλόπνοες φιλοδοξίες, άλλαζε τόπους κατοικίας ακριβώς όπως μεταπηδούσε σε χαμαλοδουλειές. Ζούσε πρόχειρα, βουτηγμένος στις καταχρήσεις και την ασωτία. Μία μη αποδεκτή εργένικη ζωή, ικανή να τον διατηρήσει στο περιθώριο και να τον αφήνει σε μια διαρκή κίνηση, λιώμα από το ποτό στις αλέες ενός μπαρ ή στο δωμάτιο μιας φτηνής βίζιτας.
Παράλληλα με τον ταραχώδη βίο, ο Μπουκόφσκι είχε ένα τεράστιο χάρισμα που σπάνια εκτιμούσε, ακόμη και όταν είχε αναγνωριστεί το έργο του.
Την αμεσότητα μέσω της απλότητας του γραψίματός του. Ακόμη και με την αφέλεια κάπου κουλτουριάρη μεταφραστή, τα λεγόμενα του, εντυπωσιακά ή μη περνούσαν σε οποιονδήποτε αναγνώστη με τον τρόπο που ο ίδιος ο δημιουργός επιθυμούσε.
Χωρίς να είναι απαραίτητα ρεαλιστής, εναλλάσσοντας κομμάτια της ζωής του με αποσπάσματα της μέθης του και συνθέτοντας τυχαία δράματα της παιδικής του ηλικίας με περίσσεια δόση χιούμορ, κατάφερε μέσα από τα άρθρα και πολύ αργότερα τα βιβλία του να παρουσιάσει ένα μοναδικό είδος.
Έως σχεδόν τα 50 του, δεν είχε δοκιμάσει κάτι απαιτητικό, ούτε είχε φιλοδοξίες για κάτι τέτοιο. Στις λιγοστές στιγμές διαύγειας αφοσιωνόταν στη μοναδική του αγάπη, την ποίηση ενώ συχνά πυκνά έστελνε άρθρα σε διάφορα μικρά λογοτεχνικά περιοδικά, σε μη τακτική βάση. Αν και εφόσον έβγαζε ένα μικρό χαρτζηλίκι από τα γραπτά του, σε σύντομο χρόνο κατέληγαν στο ουίσκι και τις γυναίκες.
Δεν είχε φανατικό κοινό και δε ζούσε ούτε κατά διάνοια από το ταλέντο του. Άξεστος ακόμη και για πενηντάρης, παρόλο που έκοψε τις μποέμ περιοδείες και μετρίασε κάπως το ποτό, βρισκόταν στην πλέον σταθερή δουλειά που είχε ποτέ, υπάλληλος ταχυδρομείου κάπου στο Λος Άντζελες.
Τότε του ήρθε μια πρόταση, σχεδόν από το πουθενά. Μια προκαταβολή από το Μαύρο Σπουργίτι ώστε να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο. Παρόλο που προς απογοήτευσή του, δεν του δόθηκε η ευκαιρία να αναδειχτεί μέσω της ποίησης την οποία λάτρευε, ο Μπουκόφσκι, σε ελάχιστο χρόνο έπρεπε να πάρει μια σημαντική ακόμη και για την αφεντιά του απόφαση.
Να συνεχίσει την ξένη για τα δεδομένα του μικροαστική ζωή στο ταχυδρομείο, που όπως υποστήριζε θα τον τρέλαινε στην τελική, ή να τα αφήσει όλα πίσω και να δοκιμάσει στα γεράματα ως επαγγελματίας συγγραφέας, όπου το πιθανότερο ήταν να πεθάνει στη ψάθα.
Εκείνος προτίμησε το «δε γαμιέται» που μόνιμα καθόριζε τη φιλοσοφία του και μέσα στο 1971 κυκλοφόρησε το παρθενικό του μυθιστόρημα, με τον διόλου ευφάνταστο τίτλο…»Ταχυδρομείο»!
Άγνωστος και πρωτοεμφανιζόμενος, κατάφερε να τραβήξει μέρος του αναγνωστικού κοινού, να αποκτήσει δική του σχολή και φανατικούς οπαδούς. Έστω στα γεράματα και όντας πλέον αδιάφορος, ο Μπουκόσφκι ανακάλυψε τις λέξεις «επιτυχία» και «αναγνώριση».
Συνειδητοποίησε με χαρά πως ο κόσμος, στρεφόταν στην ως τότε χωρίς διακρίσεις ποίηση του. Οι βραδιές ανάγνωσης των κομματιών του σε ολόκληρη την Αμερική και λιγάκι παραέξω, μια παράλληλη ενασχόλησή του όλα τα προηγούμενα χρόνια, συγκέντρωναν ολοένα και περισσότερους ακροατές.
Ενώ παλαιότερα του καταλόγιζαν απουσία λυρισμού στις στροφές των ποιημάτων του, γεγονός που τον πείσμωνε κάθε φορά, «εκδικήθηκε» τους επικριτές του με το ίδιο νόμισμα, μιας για όμοιο λυρισμό διακρίθηκε ο πεζός του λόγος.
Συνολικά 6 νουβέλες έχτισαν τον σημερινό μύθο του Μπουκόφσκι, μαζί το «Άνθρωπος για όλες τις δουλειές» (Factotum) που ολοκληρώθηκε λίγο πριν πεθάνει για να εκδοθεί αμέσως μετά.
Στο ενδιάμεσο των εκδόσεων αυτών, όλες από τον ίδιο μικρό εκδοτικό οίκο που ουσιαστικά τον ανακάλυψε, κυκλοφορούσαν συλλογές μικρών ιστοριών και άρθρων του, παλιών ή νέων, εξίσου πετυχημένες εμπορικά.
Και φυσικά, οι ποιητικές συλλογές…
Περίπου 60 βιβλία, όλων των ειδών υπάρχουν σήμερα από αυτόν τον σπουδαίο δημιουργό. Δύσκολο να προσδιοριστεί ποιο απ’ όλα ήταν σημαντικότερο καθώς, ακόμα και στα χρόνια της δόξας του με τις εξωπραγματικές πωλήσεις εντός και εκτός συνόρων, εξαιτίας του περιθωριακού ύφους των κειμένων/ποιημάτων, ο Μπουκόφσκι δε συγκίνησε τους «σοβαρούς» λογοτεχνικούς κύκλους και δεν έλαβε το παραμικρό βραβείο. Με κάθε επιφύλαξη, το «Τοστ Ζαμπον» (Ham on Rye) να ήταν εκείνο που πούλησε παραπάνω, χωρίς απαραίτητα να είναι το πιο αντιπροσωπευτικό.
Ψιλά γράμματα όμως, τόσο για τον ίδιο όσο και για το πολυπληθές κοινό του.
Παρότι δε κατάφερε να σπουδάσει, κυρίως λόγω της απόμακρης προσωπικότητας, ο Μπουκόφσκι διάβαζε μανιωδώς και είχε επηρεαστεί από αρκετούς μεγάλους λογοτέχνες, μα περισσότερο από τον Γάλλο Σελίν, που επέλεξε να μνημονεύσει ως ήρωα στο τελευταίο του βιβλίο.
Όχι, το έργο του δεν ήταν εντελώς αυθεντικό. Σε αρκετές περιπτώσεις είχε σαφείς ομοιότητες με άλλα γνωστά έργα. Ήταν ο μοναδικός τρόπος που τα μετέφερε και τα προσάρμοζε για να δεχτούν προσωπικές αναφορές. Ήταν επίσης η τεχνική του ικανότητα να μην αφήνει ένα διήγημα να αποκτήσει «κοιλιά», να κουράσει, ανεξάρτητα από το μέγεθός που είχε. Σελίδες ολόκληρες χωρίς τη παραμικρή εξέλιξη, όμως δεν έπαυαν να κυλούν ευχάριστα, τηρουμένων των αναλογιών.
Φτάνοντας στο σήμερα, δεκαέξι χρόνια συμπληρωμένα από το θάνατό του, επακόλουθο χρόνιας λευχαιμίας και όχι αποτέλεσμα των καταχρήσεων, ο Κάρολος ή Χάρυ Μπουκόφσκι αποδήμησε πλούσιος, ευτυχισμένος παρά τη μόνιμη μαυρίλα του και σίγουρα ως θρύλος.
Οτιδήποτε ακυκλοφόρητο δημοσιεύτηκε, ιδιαίτερα σπάνιο.
Κατά καιρούς τον στόλισαν με διάφορους χαρακτηρισμούς, τιμητικούς ή μη. Του κρέμασαν τη ταμπέλα του βλάσφημου ενώ στην ουσία, πέρα από το φτηνό γέλιο κάποιας αναδυόμενης εφηβείας, ο Μπουκόφσκι χρησιμοποιούσε ενοχλητικές λέξεις μονάχα ως αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του, χωρίς να προκαλεί.
Δεν έπιασε ποτέ σε «ποιοτικούς» αναγνώστες γιατί επέμεναν να τον κατατάσσουν στους απλοϊκούς, ενώ με μια πιο προσεκτική ματιά, το μόνο που έκανε ήταν να προσαρμόζει σύνθετες σκέψεις σε απλή, κατανοητή γλώσσα και όχι το αντίθετο.
Σε εμπορικό επίπεδο, είχε κατηγορηθεί για ευτελή εντυπωσιασμό και προβολή καταδικασμένων προτύπων, αλλά μάλλον η ιστορία απέδειξε κάτι διαφορετικό.
Ότι δηλαδή, βρίσκονται διαχρονικές αξίες ακόμη και σε λανθασμένα πρότυπα, ας είναι και για αποφυγή.
Το στυλ υπάρχει παντού, μέχρι τον πάτο και ο Μπουκόφσκι είναι ένα αξιόλογο παράδειγμα. Επομένως, το όχι και τόσο πετυχημένο «υμνητής της κατάντιας» που έχω συναντήσει κατά καιρούς, ίσως ταιριάζει για την περίσταση.
Ο Μπι είναι στην καρδιά μου, μπορεί και στη δική σας.
Ή έστω, μπορεί να μπει ανά πάσα στιγμή, γιατί η συγγραφική του οντότητα δε κηδεύτηκε ποτέ. Όπως και όλων εκείνων που φροντίζουν να αφήσουν κάτι πίσω.
Και ας μη γίνεται αποδεκτό άμεσα.
Για την ιστορία και μόνο, εκτίμησα τον Μπουκόφσκι με ανορθόδοξο τρόπο, διαβάζοντας τον από το τέλος της πορείας του.
Ήταν το «Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών» (άλλη μια αποτυχημένη μετάφραση του The Captain Is Out to Lunch and the Sailors Have Taken Over the Ship, αλλά δε βαριέσαι…)
Ουσιαστικά ένα ημερολόγιο του ίδιου, την εποχή που ο εκδοτικός του οίκος τον πίεζε για νέο υλικό. Εμπορικό τρικ που δε συγκρίνεται με το αυθόρμητο έργο του, όμως μέσα από τις σκόρπιες αναφορές, ο Μπουκόφσκι γίνεται ειλικρινής.
Θα έγραφα παραπάνω, όμως πόσα να χωρέσουν σε δέκα λεπτά υπόθεση.
Άγνωστο αν θα πρέπει να κρατήσετε κάτι. Εκτός ίσως από το εφήμερο πως ακόμη και αν πιάσεις πάτο, αν το κάνεις με στυλ, θα εξακολουθούν να σε θυμούνται.
Πάλι όμως, για να σε θυμούνται, δεν είναι απαραίτητο να πιάσεις πάτο!
Εκεί θα κατέληγε και ο ίδιος ο Μπι, γιατί εκτός από οπαδούς, δεν έψαχνε ούτε μιμητές.
Απλά το διασκέδαζε και καρπωνόταν τις ριψοκίνδυνες επιλογές του, όπως περίπου ταΐζε τα άλογα στον κοντινό ιππόδρομο, με την προκαταβολή του τελευταίου του βιβλίου. Πίνοντας στα κρυφά από το φλασκί και γράφοντας ρύμες στο πίσω μέρος από τα χαμένα κουπόνια, στο μεσοδιάστημα πριν την επόμενη κούρσα, αναπολώντας ερωτικές στιγμές με κάποια μούσα από το παρελθόν.
Ο βρωμόγερος…